27 Απρίλιος, 2017

«Ένα νομοσχέδιο για την οικονομία που αγνοεί το ότι “ο χρόνος είναι χρήμα”»

Σπύρος Δανέλλης

Ομιλία κατά την συζήτηση του Σ/Ν "Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων"

«Η πολιτική ζωή του τόπου χαρακτηρίζεται από γενικευμένη υποκρισία και ψευδεπίγραφα διλλήματα», ανέφερε από το βήμα της Βουλής ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Ποταμιού Σπύρος Δανέλλης, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό.

Σύμφωνα με τον βουλευτή Ηρακλείου, ο Πρωθυπουργός μεταμορφώνεται οβιδιακά σχεδόν, χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη για την παραμικρή αυτοκριτική.

«Ο κυνισμός από τον ρεαλισμό χωρίζεται από μία λεπτή, ανεπαίσθητη γραμμή. Γιατί η δήλωση «είχαμε ψευδαισθήσεις», όταν αυτές δεν οριοθετούνται, δεν συνιστά αυτοκριτική. Αν όντως έχει συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα, ας το πει καθαρά. Και ας μας θέσει τα όρια της νέας πραγματικότητας, που τώρα συνειδητοποιεί. Γιατί όσο δεν το κάνει επιτρέπει στο «βαθύ κράτος» να συναντιέται με το «βαθύ κόμμα», μπλοκάροντας ψηφισμένες αποκρατικοποιήσεις. Όπως για παράδειγμα, την επένδυση στο Ελληνικό».

Ο Σπύρος Δανέλλης υποστήριξε πως η γενικευμένη υποκρισία δεν περιορίζεται μόνο στην κυβέρνηση.
«Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δηλώνει φιλελεύθερος μεταρρυθμιστής. Πως όμως συνάδει αυτό, με την ανάγκη του, να δηλώνει άκαιρα και απρόκλητα ότι δεν υπάρχει λόγος διαφοροποίησης του σημερινού στάτους στις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, όταν το ζήτημα της Συνταγματικής Αναθεώρησης εξακολουθεί να είναι ανοιχτό; Και επειδή επικαλέστηκε την ιδεολογική του συγγένεια με τον κ. Μακρόν, δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό, να αναρωτηθώ αν ο ίδιος θα μπορούσε να συλλυπηθεί τον σύζυγο – υπογραμμίζω τον σύζυγο και όχι τον σύντροφο – του αδικοχαμένου σε ώρα καθήκοντος γάλλου αστυνομικού, που έπεσε από τις σφαίρες του παρανοϊκού τζιχαντιστή, προχθές στα Ηλύσια Πεδία. Θα ήταν άραγε αυτό ανεκτό από το κόμμα του; Θα τολμούσε ο ίδιος να το πράξει; Γιατί ο πολιτικός φιλελευθερισμός μπορεί να μην στοιχίζει σε χρήμα, κοστίζει όμως πάρα πολύ σε ψήφους. Η συντηρητική παράταξη ποτέ δεν συμφιλιώθηκε με το παραμικρό από τα αιτήματα του πολιτικού φιλελευθερισμού, σε αντίθεση με την μη παραδοσιακή Αριστερά. Και εννοώ την ανανεωτική Αριστερά κάποτε ή σήμερα, ορισμένες αριστερές φιλελεύθερες φωνές του πολιτικού μας σκηνικού, που δυστυχώς παραμένουν μειοψηφικές».

Σχετικά με το νομοσχέδιο ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Ποταμιού τόνισε πως επιχειρεί να προλάβει την έκρηξη ηφαιστείου που απειλεί ολόκληρη την αγορά.

«Για αυτό και το περιμένει όλη η αγορά. Και το περιμένει δύο ολόκληρα χρόνια. Δύο χρόνια, που είχαν τεράστιο κόστος για την πραγματική οικονομία… Ωστόσο στο εν λόγω νομοσχέδιο η παράμετρος χρόνος, για μια ακόμη φορά αγνοείται. Ένα σχέδιο νόμου που θα μπορούσε ωστόσο να αποτελέσει βάση διάσωσης, ώστε βιώσιμες επιχειρήσεις να ρυθμίσουν συνολικές οφειλές, τόσο προς τον ιδιωτικό τομέα όσο και προς το Δημόσιο. Ο στόχος του θα έπρεπε να είναι, μια ακόμη ευκαιρία σε όσες το δυνατόν περισσότερες επιχειρήσεις. Αντί να κάνετε όμως αυτό εισάγετε ένα ακόμη πολύπλοκο και γραφειοκρατικό νομοθέτημα».

Δείτε το βίντεο της ομιλίας εδώ:

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας:

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Η πολιτική ζωή του τόπου χαρακτηρίζεται από γενικευμένη υποκρισία και ψευδεπίγραφα διλλήματα.
Τίποτα δεν φαίνεται να εμποδίζει τον Πρωθυπουργό να μεταμορφώνεται οβιδιακά σχεδόν, χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη για την παραμικρή αυτοκριτική.

Αλλά ο κυνισμός από τον ρεαλισμό χωρίζεται από μία λεπτή, ανεπαίσθητη γραμμή.

Γιατί η δήλωση «είχαμε ψευδαισθήσεις», όταν αυτές δεν οριοθετούνται, δεν συνιστά αυτοκριτική.
Αν όντως έχει συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα, ας το πει καθαρά.

Και ας μας θέσει τα όρια της νέας πραγματικότητας, που τώρα συνειδητοποιεί.
Γιατί όσο δεν το κάνει επιτρέπει στο «βαθύ κράτος» να συναντιέται με το «βαθύ κόμμα», μπλοκάροντας ψηφισμένες αποκρατικοποιήσεις.

Όπως για παράδειγμα, την επένδυση στο Ελληνικό.
Την ίδια στιγμή, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δηλώνει φιλελεύθερος μεταρρυθμιστής.
Πως όμως συνάδει αυτό, με την ανάγκη του, να δηλώνει άκαιρα και απρόκλητα ότι δεν υπάρχει λόγος διαφοροποίησης του σημερινού στάτους στις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, όταν το ζήτημα της Συνταγματικής Αναθεώρησης εξακολουθεί να είναι ανοιχτό;

Και επειδή επικαλέστηκε την ιδεολογική του συγγένεια με τον κ. Μακρόν, δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό, να αναρωτηθώ αν ο ίδιος θα μπορούσε να συλλυπηθεί τον σύζυγο – υπογραμμίζω τον σύζυγο και όχι τον σύντροφο – του αδικοχαμένου σε ώρα καθήκοντος γάλλου αστυνομικού, που έπεσε από τις σφαίρες του παρανοϊκού τζιχαντιστή, προχθές στα Ηλύσια Πεδία.

Θα ήταν άραγε αυτό ανεκτό από το κόμμα του;
Θα τολμούσε ο ίδιος να το πράξει;
Γιατί ο πολιτικός φιλελευθερισμός μπορεί να μην στοιχίζει σε χρήμα, κοστίζει όμως πάρα πολύ σε ψήφους.
Και αυτό το γνωρίζει καλά.

Η συντηρητική παράταξη ποτέ δεν συμφιλιώθηκε με το παραμικρό από τα αιτήματα του πολιτικού φιλελευθερισμού, σε αντίθεση με την μη παραδοσιακή Αριστερά.
Και εννοώ την ανανεωτική Αριστερά κάποτε ή σήμερα, ορισμένες αριστερές φιλελεύθερες φωνές του πολιτικού μας σκηνικού, που δυστυχώς παραμένουν μειοψηφικές.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Το 60% των κόκκινων δανείων στην χώρα μας είναι επιχειρηματικά δάνεια.
Από αυτά, το 70% αφορά μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Μεγάλο ποσοστό της υπερμεγέθυνσης αυτών των κόκκινων δανείων, ήταν οι ανοησίες περί «σεισάχθειας» και οι λογικές του «δεν πληρώνω».

Σήμερα, όλα αυτά τα βρίσκουμε μπροστά μας.
Τόσο λόγοι ηθικής τάξης, όσο και λόγοι δικαιοσύνης, επιβάλλουν να γίνει μια απόλυτη διάκριση, μεταξύ αυτών που πραγματικά αδυνατούν να ανταποκριθούν στις δανειακές υποχρεώσεις τους - από την στιγμή που όλα άλλαξαν στη ζωή τους - και αυτών που χαρακτηρίζουμε στρατηγικούς κακοπληρωτές.
Και αυτό πρέπει να διασφαλιστεί άμεσα.

Γιατί η λογική του «τα κέρδη έξω και δικά μας, τα χρέη μέσα και δικά σας» είναι υπαρκτή.
Και αυτή η κατηγορία των επιχειρηματιών, δεν μας ενδιαφέρει.
Η αντιμετώπισή της δε, θα πρέπει να είναι απολύτως διακριτή σε σχέση με αυτούς που πρέπει και δικαιούνται να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία.
Και αναφέρομαι στη μεγάλη πλειοψηφία των μικρομεσαίων επιχειρηματιών.

Η μικρομεσαία επιχείρηση ουσιαστικά αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.
Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε, πως σήμερα στεκόμαστε στην κορυφή ενός ενεργού ηφαιστείου.
Ενός ηφαιστείου που αν εκραγεί, θα διαρρήξει όχι μόνο την πραγματική οικονομία, αλλά και την ίδια τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας.

Το νομοσχέδιο που συζητούμε, φαίνεται να επιχειρεί να προλάβει αυτήν την έκρηξη.
Για αυτό και το περιμένει όλη η αγορά.
Και το περιμένει δύο ολόκληρα χρόνια.

Δύο χρόνια, που είχαν τεράστιο κόστος για την πραγματική οικονομία.
Το ιδιωτικό χρέος σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία εκτινάχτηκε στα 116 δις ευρώ, αυξανόμενο κατά 1 δις ευρώ το μήνα.

Το ιδιωτικό χρέος προς τις τράπεζες φτάνει στα 194 δισ. ευρώ, από τα οποία τα 106 δισ. είναι κόκκινα δάνεια.
Επιπλέον, βαφτίστηκε «ασφαλιστική μεταρρύθμιση», το ασφαλιστικό Κατρούγκαλου.

Ένα δεύτερο φορολογικό σύστημα κατ’ ουσία, που μετατρέπει το «επιχειρείν» στην Ελλάδα σε τρέλα.
Ένα ασφαλιστικό σύστημα που δεν αφήνει καμία προοπτική για τη μικρή και τη νέα επιχείρηση.
Δεν είναι τυχαίο, πως τα λουκέτα αυξήθηκαν και το όποιο νέο κύμα επενδύσεων αναμενόταν, δεν έφτασε ποτέ στις ακτές της χώρας.

Φαίνεται να αγνοείτε το ότι «ο χρόνος είναι χρήμα».
Φαίνεται, πως δεν σας έχει γίνει μάθημα το ότι οι καθυστερήσεις και τα συνεχή μπρος – πίσω – αποτέλεσμα των αμφιθυμιών σας - όχι μόνο απομακρύνουν την έξοδο από την κρίση, αλλά και φέρνουν πάντα νέα και πιο δυσβάσταχτα μέτρα.

Δεν έχετε κατανοήσει πως η πραγματική οικονομία, αλλά και οι άνθρωποι της αγοράς δίνουν καθημερινά μάχη με τον χρόνο.
Ο χρόνος διογκώνει τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τράπεζες και δημόσιο.
Οι τράπεζες με την σειρά τους, στεγνώνουν από ρευστότητα.
Και η μαύρη τρύπα στα έσοδα του κράτους, ολοένα και διογκώνεται.

Στο εν λόγω νομοσχέδιο η παράμετρος χρόνος, για μια ακόμη φορά αγνοείται.
Ένα σχέδιο νόμου που θα μπορούσε ωστόσο να αποτελέσει βάση διάσωσης, ώστε βιώσιμες επιχειρήσεις να ρυθμίσουν συνολικές οφειλές, τόσο προς τον ιδιωτικό τομέα όσο και προς το Δημόσιο.

Ο στόχος του θα έπρεπε να είναι, μια ακόμη ευκαιρία σε όσες το δυνατόν περισσότερες επιχειρήσεις.
Επιχειρήσεις, οι οποίες συνεχίζοντας τη λειτουργία τους, εξασφαλίζουν χιλιάδες θέσεις εργασίας.
Πώς επιτυγχάνεται αυτό, όταν το κείμενο το οποίο μας φέρατε και συζητούμε δημιουργεί ένα πολύπλοκο, γραφειοκρατικό και χρονοβόρο πλαίσιο;

Απαιτούνται πάνω από 20 δικαιολογητικά από τον ενδιαφερόμενο για να ξεκινήσει την διαδικασία!
Είναι δυνατόν για την ηλεκτρονική πλατφόρμα, να απαιτούνται τρεις μήνες από την ψήφιση του παρόντος, τη στιγμή που θα έπρεπε ήδη να δοκιμάζεται η αντοχή της;
Καλές οι προθέσεις.

Ακόμη καλύτερη, όμως, η σωστή οργάνωση, ο προγραμματισμός και η υλοποίηση.
Σας έχω ξαναπεί από αυτό εδώ το βήμα και σε άλλα νομοσχέδια, πως ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες.
Φέρνετε το νομοσχέδιο, χωρίς ωστόσο να έχετε κάνει την απαραίτητη προεργασία, για την πλήρη και ουσιαστική εφαρμογή του.

Στις αδυναμίες του νομοσχεδίου, έχω να παρατηρήσω και άλλα…
Δεν μπορεί ο εξωδικαστικός συμβιβασμός να είναι μία οριζόντια διαδικασία για όλους τους οφειλέτες μικρούς και μεγάλους, για καλοπληρωτές και κακοπληρωτές.
Δεν μπορούμε να τους βάλουμε όλους στο «ίδιο τσουβάλι».

Γιατί δεν μπορούν να υποστούν όλοι την ίδια χρονοβόρα διαδικασία, ανεξαρτήτως πλήθους πιστωτών, ανεξαρτήτως ύψους οφειλών, γιατί αυτό τελικά δεν θα ευνοεί κανέναν.
Πρέπει να υπάρξει ειδική πρόβλεψη για τους μικρο-οφειλέτες.
Μια πιο γρήγορη διαδικασία, που θα τους επιτρέψει άμεσα να επιστρέψουν την επιχείρηση τους σε μια κανονικότητα.

Επιπλέον, κάτι τέτοιο θα βοηθούσε συνολικά τη διαδικασία, καθώς θα την επιτάχυνε και για τους μεγάλους οφειλέτες, αφού θα ξεκαθάριζε «η μαρίδα».
Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι κοινός τόπος πως οι επιχειρήσεις, μικρές και μεγάλες, δεν μπορούν να αντέξουν για πολύ ακόμα το βάρος των ληξιπρόθεσμων χρεών τους.

Εξάλλου, μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει τίποτα, προς την κατεύθυνση του ακατάσχετου λογαριασμού για τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα τα όποια έσοδά τους να κατάσχονται άμεσα.

Πρέπει να τελειώσουμε άμεσα με τον εξωδικαστικό συμβιβασμό και να διαπραγματευτούμε σοβαρά με τους εταίρους μας το επόμενο βήμα, που δεν είναι άλλο από την θεσμοθέτηση του ακατάσχετου λογαριασμού για τις επιχειρήσεις.

Και σε αυτό θα μπορούσατε να εμπλέξετε και την Αντιπολίτευση.
Δεν γίνεται ο επιχειρηματίας να αγωνιά για τα αυτονόητα έξοδα της επιχείρησής του, που πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί, ανεξάρτητα από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της.

Η μισθοδοσία των υπαλλήλων της επιχείρησης, η κάλυψη των προμηθευτών της πρέπει να διασφαλιστεί.
Γιατί δυστυχώς, αν δεν εξασφαλιστεί ο ακατάσχετος λογαριασμός για τις επιχειρήσεις, η επέκταση της χρήσης του πλαστικού χρήματος, που έχει δυναμικά μπει στη ζωή των πολιτών, φοβάμαι πως θα ανασταλεί.
Τα τερματικά μηχανήματα POS πρέπει να είναι συνδεδεμένα με έναν ακατάσχετο λογαριασμό.

Μόνο έτσι θα υπάρξει σοβαρό κίνητρο, για την τοποθέτησή τους από τους επιχειρηματίες και μόνο έτσι μπορεί να επεκταθεί περαιτέρω η χρήση πλαστικού χρήματος.

Μετά την θεσμοθέτηση του ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού, θα μπορέσουμε να επανεξετάσουμε και το μέγιστο όριο συναλλαγής με μετρητά, που πιστεύω πως μπορεί να είναι ακόμη χαμηλότερο.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα βρίσκεται χωρίς αμφιβολία προς τη σωστή κατεύθυνση.
Παρόλα αυτά δεν κάνει τη μεγάλη τομή που τόσο έχει ανάγκη η χώρα σε σχέση με το «επιχειρείν».
Στα χρόνια της κρίσης η Ελλάδα γέμισε με ανθρώπους που τους κυνηγά η ρετσινιά του «αποτυχημένου επιχειρηματία».

Είναι οι άνθρωποι που προσπάθησαν και δεν τα κατάφεραν.
Είναι αυτοί που έβαλαν λουκέτο, αφήνοντας χρέη που σε πολλές περιπτώσεις δεν θα πληρωθούν ποτέ.
Και δεν θα πληρωθούν, γιατί επί της ουσίας αυτοί οι άνθρωποι, δεν έχουν σήμερα το δικαίωμα να ξαναπροσπαθήσουν.

Πρέπει να δοθεί μια ευκαιρία, σε όσους γονάτισαν από την κρίση, αλλά με σθένος προσπάθησαν να ρυθμίσουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους.

Γιατί ως έχει, η έννοια της δεύτερης ευκαιρίας στο επιχειρείν δεν υφίσταται.
Και ως χώρα δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια.

Κλείνοντας, θα αναφερθώ στην τροπολογία του κ. Καρρά, που αφορά την ειδική κατηγορία των εγγυητών δανείων.

Είναι ένα πρόβλημα που αφορά πολλούς συμπολίτες μας και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Γι’ αυτό κ. Υπουργέ ξαναδείτε την τροπολογία του συναδέλφου και σκεφτείτε αν και κατά πόσο μπορεί να ενσωματωθεί.

Ευχαριστώ.