20 Δεκέμβριος, 2018

Πάλι οι καταναλωτές θα την πληρώσουν!

Γιώργος Αμυράς

Ερώτηση Γ. Αμυρά προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Επιβάρυνση στους λογαριασμούς των καταναλωτών της ηλεκτρικής ενέργειας θα προκαλέσει η απόφαση της κυβέρνησης να θεσπίσει τη λεγόμενη «ρήτρα CO2», σε αντίθεση με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για επιβάρυνση μόνο των παραγωγών για κάθε τόνο CO2 που εκπέμπουν οι μονάδες καύσης τους.

Με ερώτηση, που κατέθεσε στη Βουλή ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Ποταμιού, Γιώργος Αμυράς, καλεί τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Γιώργο Σταθάκη, να απαντήσει αν είναι συμβατό αυτό το μέτρο με την ευρωπαϊκή οδηγία για το χρηματιστήριο ρύπων, με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις κρατικές ενισχύσεις, καθώς και αν η κυβέρνηση ενημέρωσε σχετικά με το μέτρο της ρήτρας CO2 την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ο βουλευτής, επίσης, ζητά να μάθει αν το συγκεκριμένο μέτρο, που σχεδιάζει η κυβέρνηση, στρεβλώνει τον ανταγωνισμό των τεχνολογιών ηλεκτροπαραγωγής υπέρ του λιγνίτη, δεδομένου ότι οι λιγνιτικοί σταθμοί έχουν με διαφορά τις υψηλότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μεταξύ όλων των τεχνολογιών ηλεκτροπαραγωγής. Ρωτά, τέλος, γιατί στον Εθνικό Ενεργειακό Σχεδιασμό δεν εξετάστηκε σενάριο πλήρους απεξάρτησης από τον λιγνίτη εντός της δεκαετίας του 2030, πράγμα που θα ελαχιστοποιούσε και το κόστος εκπομπών CO2 για τη ΔΕΗ και τους υπόλοιπους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη, ματαιώνοντας ταυτόχρονα την προοπτική επιβολής και της ρήτρας CO2.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:

ΠΡΟΣ TON ΥΠΟΥΡΓΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

ΘΕΜΑ: θέσπιση ρήτρας CO2 σχεδιάζει η κυβέρνηση

Σύμφωνα με το προσχέδιο του Εθνικού Ενεργειακού Σχεδιασμού που έθεσε σε διαβούλευση η ελληνική κυβέρνηση, το μερίδιο του λιγνίτη στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής θα μειωθεί μεν αλλά με πολύ αργό ρυθμό δε. Ειδικότερα, ακόμα και το 2030 προβλέπεται ότι ο λιγνίτης θα εξακολουθεί να προσφέρει το 17% της ηλεκτρικής ενέργειας ή περίπου 10 TWh (τεραβατώρες) από περίπου 16 TWh που προσέφερε το 2017. Με βάση την έκθεση για την εφαρμογή των ΝΟΜΕ, οι μέσες εκπομπές ανά μονάδα παραγόμενης ενέργειας από λιγνίτη ανέρχεται σε 1,53 τόνους CO2/MWh . Επίσης, με βάση τις συντηρητικές κατά πολλούς προβλέψεις του υπουργείου, το κόστος του δικαιώματος εκπομπών CO2 το 2030 θα είναι 33,5 ευρώ/τόνο CO2 . Επομένως ακόμα και το 2030 μόνο το κόστος CO2 από τη λειτουργία λιγιτικών μονάδων θα ανέρχεται σε περίπου €512 εκ. ευρώ, ενώ παρόμοιοι υπολογισμοί οδηγούν στην εκτίμηση του κόστους CO2 από τη λειτουργία λιγνιτικών μονάδων για ολόκληρη την περίοδο από σήμερα ως το 2030 σε 5-6 δισεκατομμύρια ευρώ.

Λίγες μέρες πριν την παρουσίαση του Εθνικού Ενεργειακού Σχεδιασμού, ο κ. Σταθάκης προανήγγειλε τη θέσπιση ρήτρας CO2 με βάση την οποία το κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών από τις λιγνιτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής θα μετακυλίεται από τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας στους Έλληνες καταναλωτές μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας.

Κατόπιν των ανωτέρω, ερωτάσθε:

1. Είναι συμβατό το μέτρο της ρήτρας CO2 που σχεδιάζει η κυβέρνηση, με την ευρωπαϊκή οδηγία για το χρηματιστήριο ρύπων, η οποία αποσκοπεί στη μείωση εκπομπών CO2 επιβαρύνοντας τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας (και όχι τους καταναλωτές), για κάθε τόνο CO2 που εκπέμπουν οι μονάδες καύσης τους;

2. Εκτιμάτε ότι η ρήτρα CO2 που σχεδιάζει η κυβέρνηση στρεβλώνει τον ανταγωνισμό των τεχνολογιών ηλεκτροπαραγωγής υπέρ του λιγνίτη, δεδομένου ότι οι λιγνιτικοί σταθμοί έχουν με διαφορά τις υψηλότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μεταξύ όλων των τεχνολογιών ηλεκτροπαραγωγής; Έλεγξε η κυβέρνηση τη συμβατότητα του μέτρου με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις κρατικές ενισχύσεις; Ενημέρωσε ή σχεδιάζει να ενημερώσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το μέτρο της ρήτρας CO2;

3. Γιατί στον Εθνικό Ενεργειακό Σχεδιασμό δεν εξετάστηκε σενάριο πλήρους απεξάρτησης από τον λιγνίτη εντός της δεκαετίας του 2030, πράγμα που θα ελαχιστοποιούσε και το κόστος εκπομπών CO2 για τη ΔΕΗ και τους υπόλοιπους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη, ματαιώνοντας ταυτόχρονα την προοπτική επιβολής και της ρήτρας CO2;

Ο ερωτών βουλευτής
Γιώργος Αμυράς, Β’ Αθήνας