8 Σεπτέμβριος, 2016

«Το πρόβλημα είναι η μη εφαρμογή της αντικαπνιστικής νομοθεσίας»

Κώστας Μπαργιώτας

«Αυτό που πρέπει να συζητήσουμε, αφήνοντας στην άκρη την υποκρισία που μας διακρίνει ως κοινωνία, είναι το θέμα της απαγόρευσης του καπνίσματος και της επιβολής του νόμου. Το μεγάλο έλλειμμα της χώρας δεν είναι η εναρμόνιση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, δεν είναι η εισαγωγή απαγορεύσεων και φωτογραφιών, δεν είναι ενδεχομένως καν η απαγόρευση και του ηλεκτρονικού τσιγάρου. Είναι κυρίως η εφαρμογή της νομοθεσίας στην οποία υπάρχει μια τεράστια τρύπα. Αν θέλουμε να κάνουμε μία αρχή, έστω και «εξ όνυχος τον λέοντα», πρέπει να αρχίσουμε από εδώ», τόνισε ο βουλευτής Λάρισας με το Ποτάμι, κ. Κώστας Μπαργιώτας, στην Ολομέλεια της Βουλής στη συζήτηση του νομοσχεδίου για την ενσωμάτωση Ευρωπαϊκής Οδηγίας σχετικά με τα προϊόντα καπνού.

Σχολιάζοντας την τροπολογία βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ για τους επικουρικούς γιατρούς, τόνισε ότι «η αθρόα τοποθέτηση επικουρικών παντού -ακόμα και στα στρατιωτικά νοσοκομεία - μεταφέρει το κόστος της μισθοδοσίας στους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων. Επιστρέφουμε σε μια πολύ κακή πρακτική, η οποία τίναξε στον αέρα την οικονομία της υγείας στο παρελθόν. Μεγεθύνουμε το χρέος των νοσοκομείων παίρνοντας χρήματα από ζωτικές δαπάνες, όπως είναι τα υλικά και το υγειονομικό υλικό, για να πληρώσουμε εφημερίες και επικουρικούς. Αυτό ήταν κάτι που απαγορευόταν στο παρελθόν και αυτή η Κυβέρνηση επανέφερε τη δυνατότητα της μεταφοράς κονδυλίων από ζωτικές λειτουργίες των νοσοκομείων προς τις μισθοδοσίες. Μεγάλα νοσοκομεία έχουν μηδενίσει ΚΑΕ προμηθειών για εμφυτεύματα και υλικά, για να πληρώσουν εφημερίες και επικουρικούς. Η συγκεκριμένη στρατηγική μεσοπρόθεσμα θα τινάξει για ακόμα μια φορά τον προϋπολογισμό των νοσοκομείων στον αέρα, δημιουργώντας μια καινούρια κρίση χρέους πολύ σύντομα, έξω ίσως από τα χρονικά όρια και τους πολιτικούς ορίζοντες αυτής της Κυβέρνησης, αλλά μέσα στα όρια του πραγματικού χρόνου».

Δείτε το βίντεο της ομιλίας εδώ:

Ακολουθεί η απομαγνητοφώνηση της ομιλίας:

Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε,

Νομίζω ότι ολοκληρώνεται σήμερα μια πραγματικά καλή συζήτηση που αφορά το κάπνισμα, τις απαγορεύσεις και τους κανονισμούς. Η ενσωμάτωση της Οδηγίας, όπως αυτή ήλθε από το Υπουργείο, συζητήθηκε όντως διεξοδικά. Είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε τις απόψεις όλων των εμπλεκόμενων φορέων και της επιστημονικής κοινότητας οι οποίες, απ’ ό,τι φαίνεται, υποστηρίζουν τις καινούργιες ρυθμίσεις και την εναρμόνιση της νομοθεσίας μας.

Θα ήθελα να θυμίσω απ’ αυτά που ακούσαμε ένα αισιόδοξο στοιχείο, ότι ο αριθμός των καπνιστών βαίνει μειούμενος στην Ελλάδα. Είναι πλέον περίπου 27%, δηλαδή κάτι λιγότερο από ένας στους τρεις ενήλικους καπνίζει. Έχουμε ακόμα μία φωνασκούσα μειοψηφία η οποία διά της βίας επιβάλλει στην Ελλάδα, όπως πολλές άλλες, τον κανόνα του ισχυρότερου, τουλάχιστον στη φωνή. Έτσι, λοιπόν, ένας στους τρεις ενήλικες καπνίζει και έχει επιβάλει την καταπάτηση του αντικαπνιστικού νόμου και το κάπνισμα παντού, όπως είπε προηγουμένως και η κ. Χριστοφιλοπούλου, στη Βουλή, στους χώρους εστίασης, στα νοσοκομεία.

Νομίζω ότι αυτή είναι η πρώτη παρατήρηση που πρέπει να γίνει, δηλαδή ότι το μεγάλο έλλειμμα της χώρας δεν ήταν η εναρμόνιση, δεν είναι η εισαγωγή απαγορεύσεων και φωτογραφιών, δεν είναι ενδεχομένως καν η απαγόρευση και του ηλεκτρονικού τσιγάρου. Είναι κυρίως η εφαρμογή της νομοθεσίας στην οποία υπάρχει μια τεράστια «τρύπα».

Έλεγε η συνάδελφος κ. Μάρκου, που είχε μία πρόσφατη εμπειρία στη γείτονα Τουρκία, ότι απαγορεύεται το κάπνισμα στα καράβια και στο κατάστρωμα και δεν καπνίζει κανένας. Το «και δεν καπνίζει κανένας» είναι αυτό που δεν γίνεται σ’ αυτή τη χώρα, έστω και στους χώρους που απαγορεύεται το κάπνισμα.

Νομίζω ότι αυτό που πρέπει να συζητήσουμε, αφήνοντας λίγο στην άκρη την υποκρισία που μας διακρίνει σαν κοινωνία, είναι το θέμα της απαγόρευσης του καπνίσματος και της επιβολής του νόμου. Αυτό είναι το σημαντικότερο και αυτό δεν θέλουμε να βλέπουμε.

Κύριε Υπουργέ, νομίζω ότι είναι σημαντικό το ότι αποδεχθήκατε την πρόταση για τη σύγκληση της Επιτροπής. Περιμένουμε την ημερομηνία και πρέπει να είναι σύντομα και πρέπει να γίνει μια κουβέντα όχι για την κουβέντα, αλλά για τη διαμόρφωση μιας καινούργιας πολιτικής για την εφαρμογή της αντικαπνιστικής νομοθεσίας. Η εφαρμογή είναι το πρόβλημα, όπως και σε πολλά άλλα πράγματα στη χώρα. Το σημαντικό είναι η εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας. Μας το έχει πει ο Εμμανουήλ Ροϊδης από πολύ παλιά. Μας το είπε και ο Σόιμπλε τελευταία με το «it’s the implementation». Η αλήθεια είναι αυτή. Αν θέλουμε να κάνουμε μία αρχή, έστω και «εξ όνυχος τον λέοντα», πρέπει να αρχίσουμε από εδώ.

Το κάπνισμα πρέπει πραγματικά να απαγορευθεί από όλους τους χώρους που ο νόμος –αυτός ο νόμος που έχουμε ή οποιονδήποτε άλλον ψηφίσουμε στο μέλλον- προβλέπει, με συγκεκριμένες ποινές και συγκεκριμένο τρόπο αστυνόμευσης. Έτσι, λοιπόν, είναι πολύ σημαντικό να δούμε την απαγόρευση, να δούμε κάτι που δεν γίνεται πουθενά και δεν τηρείται πουθενά, δηλαδή την απαγόρευση πώλησης προϊόντων καπνού αλλά και αλκοόλ από όλα, τα πάσης φύσεως καταστήματα σε ανηλίκους. Είναι ακόμα μια τεράστια τρύπα στην Ελλάδα.

Όσον αφορά το νομοσχέδιο αυτό καθ’ αυτό θα είμαι ιδιαίτερα σύντομος. Νομίζω ότι έχουμε συζητήσει αρκετά. Υπάρχουν πολύ λίγα σημεία που είναι αμφισβητούμενα και υπάρχει ανοιχτή συζήτηση. Το ένα είναι το άρθρο 17 –εάν δεν κάνω λάθος- που αφορά την αδειοδότηση των νέων καπνικών προϊόντων. Επισημάναμε και εμείς όπως πολλοί άλλοι ότι εδώ με την επιλογή της διαδικασίας αδειοδότησης από το δυσκίνητο γραφειοκρατικό –για να τα λέμε όλα- διεφθαρμένο ελληνικό Δημόσιο δημιουργείται μια πρόσθετη δυσκολία για την εισαγωγή νέων καπνικών προϊόντων, σε αντίθεση με το ηλεκτρονικό τσιγάρο και τα παλαιότερα. Είναι μια πρακτική που υιοθετείται μόνο στη χώρα μας από όσο γνωρίζω σε καμμία άλλη χώρα της Ευρώπης και μάλιστα σε μια χώρα η οποία είναι από τις μεγαλύτερες καπνοπαραγωγικές χώρες και έχει ένα σημαντικό κομμάτι της οικονομίας της, η οποία βασίζεται στην καλλιέργεια του καπνού και στα παράγωγά της.

Επειδή ακριβώς τα νέα καπνικά προϊόντα αφορούν λιγότερο βλαπτικές ή νέες μορφές με λιγότερη νικοτίνη και λιγότερες βλαπτικές ουσίες στο περιεχόμενό τους, νομίζουμε ότι η πολύ βαριά γραφειοκρατική διαδικασία πρέπει να παραλειφθεί. Σε αυτήν τη λογική θα είναι και το μόνο άρθρο του νομοσχεδίου το οποίο θα καταψηφίσουμε μια και θα συμφωνήσουμε και θα ψηφίσουμε όλα τα υπόλοιπα.

Το δεύτερο -και με κίνδυνο να γίνω πολύ δυσάρεστος σε ορισμένους καλούς φίλους- αφορά το ηλεκτρονικό κάπνισμα. Νομίζω ότι η κουβέντα είναι ανοιχτή. Είναι λάθος το πλαίσιο της συζήτησης για το εάν βλάπτει λιγότερο ή περισσότερο το τσιγάρο. Σαφώς και βλάπτει λιγότερο και είναι μια κουβέντα που έχει πολλές υποκατηγορίες, μια και δεν είναι ένα το ηλεκτρονικό κάπνισμα, αλλά είναι πάρα πολλές διαφορετικές συσκευές με πάρα πολλές διαφορετικές ουσίες και τουλάχιστον αρκετούς τρόπους εξάχνωσης των ουσιών αυτών που το κάνει ιδιαίτερα πολύπλοκο επιστημονικά.

Όμως, εάν θέλουμε να είμαστε σωστοί και σοβαροί, το ηλεκτρονικό κάπνισμα είναι ένα υποκατάστατο του καπνίσματος, το οποίο χρησιμοποιείται με διάφορους τρόπους. Χρησιμοποιείται όντως ως ένα ενδιάμεσο μέσο διακοπής. Χρησιμοποιείται ως ένα μόνιμο μέσο υποκατάστασης εκεί που απαγορεύεται το κάπνισμα –σε αυτήν την Αίθουσα για παράδειγμα- και μετά πάμε έξω και καπνίζουμε ένα τσιγάρο. Χρησιμοποιείται ως χρόνιο υποκατάστατο του καπνίσματος.
Σε κάθε περίπτωση αναπαράγει ένα κοινωνικό και πολιτιστικό πρότυπο, αυτό το πρότυπο της εισπνοής ουσιών, το οποίο δεν μπορεί να το δεχόμαστε σε δημόσιο χώρο και δεν βλέπω κανέναν λόγο οι άνθρωποι που πραγματικά το χρησιμοποιούν για να διακόψουν το κάπνισμα, προφανώς και θα βοηθηθούν από το γεγονός ότι δεν είναι ελεύθερη παντού η χρήση του, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς όπως και τα άλλα.

Νομίζω, λοιπόν, ότι παρόλο που υπάρχουν κάποια στοιχεία τα οποία θα μπορούσαμε να τα δούμε, κάποιοι χώροι ενδεχομένως θα μπορούσαν να εξαιρεθούν από την απαγόρευση του ηλεκτρονικού τσιγάρου, όπως οι μαζικοί πολύ μεγάλοι χώροι εστίασης ή δεν ξέρω κάτι άλλο. Σίγουρα πρέπει να απαγορευθεί στα νοσοκομεία και στους δημόσιους χώρους, όπου υπάρχει πρόσβαση της νεολαίας. Νομίζω ότι αυτή πρέπει να είναι η κατεύθυνση προς την πλήρη απαγόρευση και του ηλεκτρονικού τσιγάρου. Δεν νομίζω ότι είναι ένα πρότυπο το οποίο μπορεί να αναπαράγεται, είναι δε μια διαδικασία η οποία στη χρόνια μορφή της, δηλαδή ως χρόνια χρήση για πολλά χρόνια του ηλεκτρονικού τσιγάρου, δεν έχουμε καν ιδέα του τι μπορεί να δημιουργεί και τι παρενέργειες μπορεί να έχει. Έτσι νομίζω ότι και αυτό πρέπει να ψηφιστεί και η απαγόρευση του ηλεκτρονικού τσιγάρου πρέπει να γενικευθεί.

Για πολύ λίγο θέλω να ασχοληθώ με τις τροπολογίες. Είναι τέσσερις τουλάχιστον, εάν δεν κάνω λάθος, μέχρι αυτήν τη στιγμή. Παρόλο που μία αποσύρθηκε δεν θα αντέξω στον πειρασμό και θα ξανασχολιάσω την απαγόρευση της πώλησης τσιγάρων από ψιλικατζίδικα και άλλα μαγαζιά και την επαναφορά ουσιαστικά του παλαιού καθεστώτος της πώλησης από τα περίπτερα.

Όπως είπα και τις προάλλες, η διαδικασία –η όχι και πολύ κομψή απόσυρση μετά από την πίεση συνδικάτων κ.λπ.- αποδεικνύει ότι αυτή η πελατειακή συμπεριφορά και η προσπάθεια εξυπηρέτησης κάθε φορά διαφόρων υποομάδων με ρουσφέτια και ουσιαστικά παραχωρήσεις μονοπωλίων σε ομάδες έναντι άλλων και έχει πλέον πάψει να λειτουργεί και στην ουσία δημιουργεί μεγαλύτερες αντισυσπειρώσεις και δυσαρέσκειες.

Νομίζω ότι η εποχή στην οποία η πρόσοδος γινόταν αντικείμενο διαχείρισης με αυτόν τον τρόπο και που το κυβερνών κόμμα μοίραζε μικρά δωράκια σε μικρές ομάδες, εξασφαλίζοντας έτσι σταυροθηρία, είναι μια πολύ παλιά τακτική. Δυστυχώς, κάνει το κυβερνών κόμμα να μοιάζει απελπιστικά με τα παλαιότερα. Είναι αντιγραφή πρακτικών, η οποία είναι πραγματικά απογοητευτική.

Βλέπουμε πρακτικές απίθανες, οι οποίες έρχονται από πολύ παλιά και από κομμάτια της παραδοσιακής πολιτικής σκηνής, τα οποία έχουν καταδικαστεί εν μέρει και από τους ίδιους τους παλιούς πολιτικούς σχηματισμούς. Είναι κρίμα πραγματικά να βλέπει κανείς τέτοιου είδους τροπολογίες. Ήταν πραγματικά σοφό που αποσύρθηκε και ελπίζει κανείς να μην ξαναδεί τέτοια πράγματα, τουλάχιστον απ’ αυτήν την Κυβέρνηση.

Η δεύτερη τροπολογία που θέλω να σχολιάσω είναι μια τροπολογία βουλευτική, που αφορά τους επικουρικούς γιατρούς. Έχουμε στηρίξει ως τώρα κι έχουμε ψηφίσει σχεδόν όλες τις τροπολογίες που αφορούν προσωπικό σε νοσοκομεία, μιας και πραγματικά υπάρχει έλλειψη και κενά. Όμως, η μετάθεση ενός προβλήματος ή η λύση ενός προβλήματος με την παράλληλη δημιουργία ενός άλλου ούτε βοηθάει ούτε λύνει προβλήματα.

Η αθρόα πλέον και λίγο άκριτη –κατά την άποψή μου- τοποθέτηση επικουρικών παντού -ακόμα και στα στρατιωτικά νοσοκομεία, αν είναι δυνατόν- δημιουργεί την εικόνα ότι αυτό που ουσιαστικά γίνεται είναι ότι μεταφέρεται το κόστος της μισθοδοσίας στους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων, το οποίο εξισορροπείται με τη μεγέθυνση του χρέους. Γυρνάμε ξανά σε μια πολύ κακή πρακτική, η οποία τίναξε στον αέρα την οικονομία της υγείας στη δεκαετία του ’10, τηρουμένων των αναλογιών, με αποτέλεσμα να μεγεθύνουμε το χρέος των νοσοκομείων παίρνοντας χρήματα από ζωτικές δαπάνες, όπως είναι τα υλικά και το υγειονομικό υλικό, για να πληρώσουμε εφημερίες και επικουρικούς. Θυμίζω ότι αυτές ήταν επιλογές αυτής της Κυβέρνησης. Αυτή η Κυβέρνηση ξεκλείδωσε τη δυνατότητα της μεταφοράς κονδυλίων από ζωτικές λειτουργίες των νοσοκομείων, ζωτικά κονδύλια των νοσοκομείων προς τις μισθοδοσίες. Αυτό απαγορευόταν στο παρελθόν.

Αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει εικόνα τού τι ακριβώς γίνεται. Γνωρίζω μεγάλα νοσοκομεία τα οποία έχουν μηδενίσει ΚΑΕ προμηθειών για εμφυτεύματα και υλικά, για να πληρώσουν εφημερίες και επικουρικούς. Η συγκεκριμένη τροπολογία θα καταψηφιστεί, γιατί λέει ότι μπορούν να παραταθούν οι θητείες επικουρικών γιατρών, οι οποίοι υποτίθεται ότι καλύπτουν οργανικές θέσεις που έχουν προκηρυχθεί, χωρίς να λέει τίποτε άλλο. Αυτό σημαίνει ότι κατά πάσα πιθανότητα οι γιατροί που καταλαμβάνουν την οργανική θέση -των οποίων οι θέσεις έχουν προκηρυχθεί και είναι, δυστυχώς, πολύ λίγες οι περιπτώσεις- θα συνυπάρξουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα με επικουρικούς γιατρούς, οι οποίοι προφανώς παύουν να είναι απαραίτητοι σε εκείνη τη θέση.
Θα ζητήσουμε σήμερα κιόλας από το Υπουργείο να μας δώσει την πλήρη εικόνα ανά την χώρα για το πόσοι επικουρικοί υπηρετούν, πού υπηρετούν και με ποια κριτήρια γίνονται οι προσλήψεις.

Η εικόνα που έχω είναι η εξής: Ενώ στην προηγούμενη περίοδο η οδηγία ήταν «όταν υπάρχουν λεφτά να παίρνετε επικουρικούς» εδώ έχουμε φτάσει στο σημείο όπου η οδηγία είναι «παίρνετε επικουρικούς για κάθε αίτημα και βρίσκουμε λεφτά ο κόσμος να χαλάσει». Είναι δύο ακραίες λογικές, που καμιά από τις δύο δεν εξυπηρετεί το σύστημα.

ΜΕΡΟΠΗ ΤΖΟΥΦΗ: Παίρνει απόφαση το νοσοκομείο. Συγκεκριμένα!
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΑΡΓΙΩΤΑΣ: Νομίζω ότι είναι καιρός, κυρία Τζούφη, μετά από δύο χρόνια κυβέρνησης, να δούμε κριτήρια, πρόγραμμα και όχι προσπάθειες διορισμών παντού. Γιατί περί αυτού πρόκειται.

Παρόλο που μέχρι τώρα -και θα τελειώσω με αυτό- ήμασταν θετικοί σε οποιονδήποτε διορισμό, από εδώ και πέρα θα είμαστε πολύ κριτικοί και πολύ προσεκτικοί, καθώς πλέον φαίνεται ότι έχει υιοθετηθεί μια συγκεκριμένη στρατηγική η οποία, όπως είπα, μεσοπρόθεσμα απλώς θα τινάξει για ακόμα μια φορά τον προϋπολογισμό των νοσοκομείων στον αέρα, δημιουργώντας μια καινούρια κρίση χρέους πολύ σύντομα, έξω ίσως από τα χρονικά όρια και τους πολιτικούς ορίζοντες αυτής της Κυβέρνησης, αλλά μέσα στα όρια του πραγματικού χρόνου.

Δεν μπορεί να μεταφέρουμε άκριτα το χρέος στο μέλλον. Αυτή είναι μια τακτική η οποία χρεοκόπησε στο παρελθόν και πολύ φοβάμαι ότι τώρα γίνεται ξανά για χάρη κάποιων διορισμών που, επαναλαμβάνω, στη συγκεκριμένη τροπολογία ούτε επαρκώς αιτιολογημένοι είναι ούτε σώνει και καλά απαραίτητοι.

Ευχαριστώ.