14 Νοέμβριος, 2018

Συνταγματική αναθεώρηση με το βλέμμα στις προκλήσεις του μέλλοντος και όχι στις ιδεοληψίες του παρελθόντος

Γιώργος Μαυρωτάς

Ομιλία Γ. Μαυρωτά στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση για την Συνταγματική Αναθεώρηση

Την ανάγκη προσαρμογής του συντάγματος στα σύγχρονα δεδομένα υπερθεμάτισε στην ομιλία του στη Βουλή, ο Αντιπρόεδρος και Γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Ποταμιού, Γιώργος Μαυρωτάς, κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.

Όπως δήλωσε, θα πρέπει στην επιτροπή για την αναθεώρηση του Συντάγματος να υπάρξει ειλικρινής διάλογος, ψυχραιμία, νηφαλιότητα και όχι προσκολλήσεις σε ιδεολογικά χαρακώματα. Έκρινε θετικές τις διατάξεις περί ευθύνης των πολιτικών προσώπων, όπως και την ανάγκη σταθερότητας του εκλογικού κύκλου με την αποσύνδεσή του από την Προεδρική εκλογή. Στο ζήτημα της άμεσης συμμετοχής των πολιτών μέσω των δημοψηφισμάτων, εξέφρασε τις αμφιβολίες του επικαλούμενος τα λόγια του αείμνηστου Σταύρου Τσακυράκη, ο οποίος το 2016 έλεγε: «Φοβάμαι ότι ο θρίαμβος των μορφών άμεσης δημοκρατίας αποδεικνύεται, ολοένα και πιο πολύ, θρίαμβος του λαϊκισμού».

Στη συνέχεια της ομιλίας του, ο κ. Μαυρωτάς αναφέρθηκε στο άρθρο 16 που αποτελεί «ταμπού», όπως είπε, για την κυβέρνηση, η οποία εμμένει στην απαγόρευση ίδρυσης μη κρατικών Πανεπιστημίων. Τονίζοντας αυτή την παγκόσμια πρωτοτυπία για τη χώρα μας, υποστήριξε πως σήμερα θα έπρεπε κανονικά να συζητάμε τις προδιαγραφές των μη κρατικών πανεπιστημίων και όχι να σχολιάζουμε τη μη ύπαρξή τους. Παρέθεσε το παράδειγμα της Βενεζουέλας, η οποία ακόμα και αυτή έχει 24 μη κρατικά πανεπιστήμια, ενώ κατέδειξε ότι και οι ΑΝΕΛ που συγκυβερνούν με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι υπέρ των μη κρατικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων. Επίσης, συνέδεσε την δυνατότητα ίδρυσης μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ με την εξής πρόβλεψη: «Να βάλουμε στον νόμο ότι υποχρεωτικά π.χ. 10-20% των φοιτητών θα είναι με υποτροφίες, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν σε αυτά ανεξάρτητα εισοδήματος με βάση τις επιδόσεις τους». Μάλιστα, τόνισε ότι εμπράκτως ο ίδιος είναι υπέρμαχος της δημόσιας εκπαίδευσης και ότι το καλό δημόσιο πανεπιστήμιο δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τα μη κρατικά, καθώς όπως σημείωσε: «Είναι συμπληρωματικοί και όχι ανταγωνιστικοί αυτοί οι θεσμοί».

Ο κ. Μαυρωτάς, κλείνοντας την ομιλία του παρότρυνε την κυβέρνηση να αποδείξει ότι είναι προοδευτική, καθώς όπως συμπλήρωσε: «Προοδευτικός σημαίνει ανοχή στο νέο. Μια προοδευτική κυβέρνηση δεν πρέπει να φοβάται να ανοιχτεί, μια ιδεοληπτική ναι, το φοβάται». Τέλος, ξεκαθάρισε πως η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν πρέπει να γίνει με το βλέμμα στραμμένο στις επόμενες εκλογές, αλλά στις επόμενες γενιές.

Δείτε το βίντεο της ομιλίας εδώ:

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας:

Για να μην έχουμε υπερβολικές προσδοκίες, δεν φταίει το Σύνταγμα για την κρίση, ούτε θα μας σώσει από την κρίση. Όμως, το Σύνταγμα μπορεί να δώσει κατευθύνσεις. Η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης είναι μια κορυφαία στιγμή της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Ουσιαστικά, αναθεωρούμε τον καταστατικό χάρτη, το πλαίσιο δηλαδή μέσα στο οποίο θα νομοθετεί η Βουλή, προσαρμόζοντάς τον στα σύγχρονα δεδομένα.

Είναι η κατ’ εξοχήν συναινετική κοινοβουλευτική διαδικασία -τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι- επειδή ακριβώς εκτείνεται σε δύο κοινοβουλευτικές περιόδους. Ψηφίζουμε τώρα, ποιες διατάξεις θα αναθεωρηθούν και προς ποια κατεύθυνση και η επόμενη Βουλή θα ψηφίσει για το ακριβές περιεχόμενο των διατάξεων αυτών.

Οι συνταγματικές αλλαγές αναπόφευκτα έχουν μεγαλύτερη περίοδο από τις πολιτικές αλλαγές. H ευκαιρία που έχουμε δεν πρέπει να πάει χαμένη. Για αυτό στη δίμηνη αυτή διαδικασία πρέπει στην επιτροπή να υπάρξει ειλικρινής διάλογος, ψυχραιμία, νηφαλιότητα και όχι να ταμπουρωθεί ο καθένας μέσα στα ιδεολογικά του χαρακώματα. Γιατί, αν αποτύχουμε να συνεννοηθούμε, τότε να συνεννοηθούμε ότι θα αποτύχουμε. Μια γενναία αναθεώρηση θα έπρεπε να κατοχυρώνει την Ελλάδα ως σύγχρονο κοσμικό, ευρωπαϊκό κράτος, του οποίου η οικονομία θα απελευθερωνόταν από τα ασφυκτικά δεσμά του κρατισμού.

Υπάρχουν στην αναθεώρηση αλλαγές σε διατάξεις του Συντάγματος, που φαίνεται να είναι υπερώριμες και από την έως τώρα συζήτηση διαφαίνεται μια συναίνεση. Όπως είναι οι διατάξεις για τις ευθύνες πολιτικών προσώπων (άρθρο 86 για ευθύνη υπουργών και 62 για βουλευτική ασυλία). Επίσης, η διαπίστωση για την ανάγκη σταθερότητας του εκλογικού κύκλου και η αποσύνδεσή του από την Προεδρική εκλογή.

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ βάζει και αρκετά θέματα άμεσης συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων (δημοψηφίσματα, εκλογή Προέδρου κλπ). Ακούγεται καλά («να μιλήσει ο λαός», «άμεση δημοκρατία»), αλλά είμαστε σίγουροι ότι και εφαρμόζεται καλά;

Ο Σταύρος Τσακυράκης έγραφε το 2016 για τα δημοψηφίσματα: «Το έλλειμμα της σύγχρονης δημοκρατίας δεν είναι ότι οι πολίτες δεν ακούγονται, αλλά ότι ο δημόσιος διάλογος είναι επιφανειακός, ότι όλα τα ζητήματα τίθενται δημοψηφισματικά υπό τη μορφή άσπρου ή μαύρου, ενός «ναι» ή ενός «όχι». Το έλλειμμα της σύγχρονης δημοκρατίας, είναι η αδυναμία ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών η οποία προϋποθέτει πληροφόρηση και σοβαρό διάλογο…».

Και συνέχιζε: «Φοβάμαι ότι ο θρίαμβος των μορφών άμεσης δημοκρατίας αποδεικνύεται, ολοένα και πιο πολύ, θρίαμβος του λαϊκισμού».

Και δυστυχώς το έχουμε ζήσει αυτό. Και όχι μόνο στη χώρα μας. Υπάρχουν θέματα, στα οποία το Ποτάμι στηρίζει όπως οι διακριτοί ρόλοι κράτους εκκλησίας που πιστεύουμε ότι θα είναι προς όφελος και των δύο. Και της Εκκλησίας και του κράτους.

Πώς όμως για παράδειγμα νοούνται οι διακριτοί ρόλοι ή η θρησκευτική ουδετερότητα, όταν η κρατική παιδεία έχει ως σκοπό «να αναπτύσσει και τη θρησκευτική συνείδηση» με βάση το σημερινό άρθρο 16 παρ. 2; Ένα άρθρο, που δυστυχώς δεν το βλέπουμε στις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και αναρωτιόμαστε: Δεν θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ διακριτούς ρόλους; Ή τους προσπερνάει προκειμένου να μην αναθεωρηθεί το άρθρο ταμπού, το άρθρο 16, που απαγορεύει την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων.

Καταλαβαίνω τη δυσκολία του ΣΥΡΙΖΑ να ακουμπήσει ένα θέμα που είναι στο DNA του. Όμως η θεωρία της εξέλιξης, μιλάει για προσαρμογή στο περιβάλλον. Και όταν είσαι η μόνη χώρα στον κόσμο με αυτήν την παγκόσμια πρωτοτυπία, δεν είναι στραβός ο γιαλός. Μάλλον εμείς στραβά αρμενίζουμε…

Ήδη ακούω τις φωνές των διαφόρων φιλικών στον ΣΥΡΙΖΑ μέσων ή των τρολ του διαδικτύου να μιλάνε για τον «νεοφιλελεύθερο» Μαυρωτά, που θέλει την εμπορευματοποίηση της γνώσης (τα θυμάμαι αυτά τα τσιτάτα εδώ και 30 χρόνια).

Όμως ΚκΚΣ,
Είναι νεοφιλελεύθερο να μπορεί να ιδρύσει μια Πανεπιστημιακή Σχολή το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, ή το Ωνάσειο, το οποίο έχει ιδρύσει νοσοκομείο; Τους εμπιστευόμαστε τις ζωές μας, αλλά όχι τις σπουδές μας; Είναι νεοφιλελεύθερη η Βενεζουέλα που έχει 24 μη κρατικά πανεπιστήμια; Σήμερα, αντί να συζητάμε τι προδιαγραφές πρέπει να έχουν τα μη κρατικά πανεπιστήμια, συζητάμε ακόμα αν θα πρέπει καν να έχουμε μη κρατικά πανεπιστήμια.

Ας μιλήσουμε λοιπόν, ως ένα πρώτο βήμα, για μη κερδοσκοπικά ΝΠΙΔ. Να βάλουμε στο νόμο ότι υποχρεωτικά το π.χ. 10-20% των φοιτητών θα είναι με υποτροφίες, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν σε αυτά ανεξάρτητα εισοδήματος με βάση τις επιδόσεις τους. Να πούμε ότι θα αξιολογούνται και θα πιστοποιούνται όπως τα δημόσια από ανεξάρτητη αρχή. Έχουμε την ΑΔΙΠ όσο και αν την απαξιώνετε. Με τέτοιους όρους & διασφαλίσεις δεν υπάρχουν πλέον δικαιολογίες, ούτε καν οι στηριγμένες σε ιδεολογίες.

Και τα λέω εγώ αυτά που δεν είμαι κανένας πορφυρογέννητος. Τελείωσα το δημόσιο σχολείο, πήγα σε δημόσιο πανεπιστήμιο και έγινα καθηγητής σε δημόσιο πανεπιστήμιο. Τα παιδιά μου πήγαν σε δημόσιο σχολείο και τώρα φοιτούν σε ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Δεν τα έχω στείλει έξω ούτε σε ιδιωτικό, γιατί ακριβώς έχω εμπιστοσύνη στο δημόσιο πανεπιστήμιο. Και ξέρω ότι το καλό δημόσιο πανεπιστήμιο δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από τα μη κρατικά.

Ο φόβος που λανσάρετε ότι τάχα θα πληγεί ο δημόσιος χαρακτήρας της ανώτατης εκπαίδευσης είναι πλήρως ανυπόστατος, αφού δεν θίγεται η χρηματοδότηση τους. Τα μη κρατικά Πανεπιστήμια είναι συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά με τα δημόσια. Και μάλιστα, είμαι πεπεισμένος, ότι αν ανοίξει το πεδίο και για μη κρατικά Πανεπιστήμια, θα βελτιωθούν και τα δημόσια μέσω της σύγκρισης και της άμιλλας. Εκτός αν φοβόμαστε τη σύγκριση και ίσως εκεί κρύβεται η δογματική αντίδραση.

Και αν δεν γίνει τώρα, θα πρέπει να μπει στην επόμενη αναθεώρηση το νωρίτερο το 2024 και να χρειαστεί 2 κοινοβουλευτικές περιόδους, δηλαδή θα πάμε κοντά στο 2030 να νομοθετηθεί. Μέχρι τότε, θα βλέπουμε να φεύγουν χιλιάδες παιδιά κάθε χρόνο που θα μπορούσαν να μείνουν στη χώρα. Εκατοντάδες καθηγητές και ερευνητές να μεταναστεύουν. Και εσείς θα κλαίτε με κροκοδείλια δάκρυα για το Brain drain. Και η χώρα θα αιμορραγεί, αντί να αναπτύσσει ένα πολύ δυναμικό κομμάτι της, ένα συγκριτικό της πλεονέκτημα.

Θα είναι μια ακόμα απόδειξη ότι η ιδεοληψία κοστίζει και κοστίζει ακριβά. Και όσοι διυλίζουν τον κώνωπα των επαγγελματικών δικαιωμάτων τέτοιων σχολών, καταπίνουν -και μάλιστα αμάσητη- την κάμηλο των δικαιωμάτων όσων έρχονται από ιδιωτικά Πανεπιστήμια σε Κύπρο, Βουλγαρία κλπ ή ακόμα και των πτυχίων από το διαδίκτυο.

Τολμήστε να κάνετε το πρώτο βήμα. Προοδευτικός σημαίνει ανοχή στο νέο. Μια προοδευτική κυβέρνηση δεν πρέπει να φοβάται να ανοιχτεί, μια ιδεοληπτική ναι, το φοβάται…

Θα έχουμε χρόνο να τα συζητήσουμε αυτά στην επιτροπή και να αντικρούσουμε ένα προς ένα τα επιχειρήματα που ανέφερε ο κ. Παρασκευόπουλος. Και θα έχει ενδιαφέρον να ακούσουμε και τις απόψεις των άλλων κομμάτων ακόμα και οι ΑΝΕΛ θεωρούν ότι πρέπει να αλλάξει…

Έχουμε και άλλες προτάσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση. Για την αναθεώρηση του άρθρου 110, που πιστεύουμε σε μια πιο ευέλικτη διαδικασία αναθεώρησης, που δεν θα είναι όμως πρόχειρη και επιπόλαιη. Π.χ. η 5ετία «παγώματος» να μην ισχύει για όλο το Σύνταγμα αλλά μόνο για τις διατάξεις που πρόσφατα αναθεωρήθηκαν.

H ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού στον τόπο διαμονής τους, να καθιερωθεί συνταγματικά ως υποχρεωτική για το κράτος και όχι ως απλή δυνατότητα. Θεωρούμε επίσης, ότι πρέπει να βάλουμε στο Σύνταγμα στοιχεία για την κλιματική αλλαγή, τη βιοποικιλότητα, τα ζώα, το σεβασμό στο περιβάλλον γενικότερα (τον τρίτο δηλαδή πυλώνα της βιώσιμης ανάπτυξης, μαζί με την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή), έτσι ώστε οι αρχές αειφορίας να είναι ευδιάκριτες στον βασικό καταστατικό χάρτη της χώρας.
Κλείνοντας,

«Θα επιδιώξουμε συναινέσεις, όχι μόνο ως προς τον κατάλογο των άρθρων που θα αναθεωρηθούν, αλλά και ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησής τους»

(Δεν είναι μόνο δικά μου λόγια, είναι από τη σελίδα 5 της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ.) Αν λοιπόν δεν σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και εντάξουμε την όλη διαδικασία στο μικρο-πολιτικό παιχνίδι έχουμε χάσει. Θα μετρηθούμε όλοι μας με την ευθύνη. Αν δώσουμε ιδεολογικό και όχι ορθολογικό χαρακτήρα στη συζήτηση, θα υψώσουμε τείχη. Αν η συζήτηση γίνει για να τονίσουμε τις διαφορές μας και όχι για να τις λειάνουμε, θα συγκρουστούμε άγονα. Αν η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση γίνει με το βλέμμα στις επόμενες εκλογές και όχι στις επόμενες γενιές θα οπισθοχωρήσουμε. Αν τη βάλουμε στην προεκλογική κοκορομαχία θα αποτύχουμε.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι μια κοινοβουλευτική διαδικασία, για να καταλήξει σε νικητές και ηττημένους… Ή μάλλον, – από εμάς εξαρτάται – μπορεί να εξελιχτεί σε μια διαδικασία με όλους μας νικητές ή με όλους μας ηττημένους.