8 Δεκεμβρίου, 2016

Καμπανάκι για την Παιδεία οι χαμηλές επιδόσεις των μαθητών στον διαγωνισμό PISA

Γιώργος Μαυρωτάς

Τις διαρκείς παθογένειες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αποτυπώνει για ακόμη μία φορά η έκθεση PISA του ΟΟΣΑ για το έτος 2015. Δυστυχώς, οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στις επιστήμες, στην κατανόηση κειμένου και στα μαθηματικά είναι αρκετά χαμηλές και μάλιστα έχουν και φθίνουσα πορεία σε σχέση με μελέτες του PISA προηγουμένων ετών. Το πολύ σημαντικό αυτό θέμα μακριά από μικροπολιτικές σκοπιμότητες, φέρνει στη Βουλή ο βουλευτής Αττικής και Υπεύθυνος Παιδείας του Ποταμιού, Γιώργος Μαυρωτάς, με ερώτηση την οποία κατέθεσε προς τον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, κ. Γαβρόγλου.

Ο κ. Μαυρωτάς στέκεται, πέρα από τις πολύ χαμηλές θέσεις της χώρας στις τρείς αυτές θεματικές περιοχές τόσο από το μέσο όρο μεταξύ των 35 χωρών του ΟΟΣΑ και μεταξύ όλων των 72 συμμετεχουσών χωρών, και στο γεγονός ότι έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις, ενώ δυστυχώς συγχρόνως ο αριθμός των μαθητών που αριστεύουν συρρικνώνεται, δείχνοντας ανησυχητικά σημάδια εξίσωσης προς τα κάτω. Ο βουλευτής του Ποταμιού ρωτά τον κ. Γαβρόγλου για τα αίτια των αρνητικών επιδόσεων, ενώ με προφανείς τις συνέπειες των συνεχών αλλαγών στον χώρο της Παιδείας από το 2000 και έπειτα, θέτει και το ζήτημα της συναίνεσης των κομμάτων σε ένα κοινό μακροπρόθεσμο σχέδιο για την Παιδεία το οποίο να μην μεταβάλλεται κάθε φορά που αλλάζει ο Υπουργός Παιδείας.

Τέλος, αναδεικνύει με ερωτήματά του τη σημασία της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού συστήματος, μιας διαδικασίας που «πολέμησε» ο ΣΥΡΙΖΑ, καθώς τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν πολύ άσχημες επιδόσεις της χώρας λόγω της ανεπαρκούς εξωτερικής αξιολόγησης, της μη αξιοποίησης των πορισμάτων της και της μη ύπαρξης βελτιωτικών δράσεων.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:

Προς τον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων

ΘΕΜΑ: Χαμηλές οι επιδόσεις των μαθητών στην Ελλάδα σύμφωνα με την έκθεση PISA 2015

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του Διεθνούς Προγράμματος για την Αξιολόγηση των Μαθητών PISA το οποίο διεξάγεται από το 2000 και κάθε τρία χρόνια από τη Διεύθυνση Εκπαίδευσης του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ), για το 2015, για ακόμη μια φορά οι επιδόσεις των Ελλήνων 15χρονων μαθητών είναι αρκετά χαμηλές σε σχέση με εκείνες των μαθητών των υπόλοιπων χωρών. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα ανάμεσα στις 72 χώρες οι οποίες συμμετείχαν στη διεθνή αξιολόγηση, κατατάσσεται στις επιστήμες στην 43η θέση, στην κατανόηση κειμένου στην 41η θέση και στα μαθηματικά στην 43η θέση. Μάλιστα περιορίζοντας τα εν λόγω αποτελέσματα μεταξύ των 35 χωρών-μελών του ΟΟΣΑ, οι επιμέρους κατατάξεις της χώρας μας είναι πλέον απογοητευτικές, καθώς καταλαμβάνει την 32η, 31η και 32η θέση αντιστοίχως στα τρία εξεταζόμενα αντικείμενα.

Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό ότι οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών εμφανίζουν κάμψη και σε σχέση με τις αντίστοιχες επιδόσεις της Ελλάδας στις εκθέσεις PISA προηγούμενων ετών. Αναλυτικότερα, στην τρέχουσα μελέτη η χώρα μας έλαβε 455 βαθμούς στις επιστήμες (-6 σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα), 467 βαθμούς στην κατανόηση κειμένου (-8) και 454 βαθμούς στα μαθηματικά (+1) σε σχέση με τη μελέτη του 2012. Δηλαδή, στους τομείς της κατανόησης κειμένου και των επιστημών, η χώρα έχει επιστρέψει στα χαμηλά επίπεδα του 2003, ενώ παρά την άνοδο κατά μία μονάδα στα Μαθηματικά συγκριτικά με το 2012, πάλι οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών βρίσκονται χαμηλότερα από τις αντίστοιχες επιδόσεις ακόμη και από το 2003.

Η έκθεση περιλαμβάνει στοιχεία και δείκτες οι οποίοι αφορούν στις αδυναμίες του ελληνικού σχολείου και συνολικά του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς αμφισβητείται η δυνατότητα κρίσης και επικοινωνίας και η δυνατότητα διαβούλευσης. Εξετάζοντας πιο λεπτομερώς τα αναλυτικά αποτελέσματα της έρευνας, προκύπτει το ανησυχητικό εύρημα της ύπαρξης υψηλού ποσοστού μαθητών με χαμηλές επιδόσεις ανά σχολείο, τη στιγμή που το μερίδιο των άριστων μαθητών σε αντιδιαστολή, είναι ιδιαίτερα μικρό. Στον τομέα των επιστημών, οι μαθητές με χαμηλή απόδοση αποτελούσαν το 24% του πληθυσμού το 2006, και δυστυχώς το 2015 το ποσοστό έφτασε στο 32,7%. Αντίστοιχα, οι μαθητές με υψηλές αποδόσεις το 2006 ήταν στο 3,4%, και το 2015 έπεσαν στο 2,1%. Στην κατανόηση κειμένου, οι μαθητές με χαμηλές επιδόσεις αντιστοιχούσαν το 2009 στο 21,3%, και οι «καλοί» μαθητές το 5,6%, ενώ στα πρόσφατα αποτελέσματα του 2015, παρατηρείται αύξηση της 1ης κατηγορίας στο 27,3% ενώ οι εκπρόσωποι της 2ης κατηγορίας μειώθηκαν στο 4%. Στα μαθηματικά, οι μαθητές με καλές επιδόσεις πλέον δεν ξεπερνούν το 3,9% - πτώση συγκριτικά με το 5,7% του 2009, ενώ και οι μαθητές με χαμηλές επιδόσεις από το βελτιωμένο αν και αρκετά υψηλό ποσοστό του 30,3% το 2009, αυξήθηκαν σε 35,8% το 2015.

Ακόμη μία πολύ σημαντική διάσταση της έρευνας αφορά στη διασφάλιση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης μέσω της αξιολόγησης, της ύπαρξης βελτιωτικών δράσεων και της παρακολούθησης των πρακτικών διδασκαλίας. Η Ελλάδα εμφανίζει τη χειρότερη βαθμολογία από όλες τις χώρες στον δείκτη της εξωτερικής αξιολόγησης, απόδειξη της μεγάλης υστέρησης του εκπαιδευτικού μας συστήματος όλα αυτά τα χρόνια, κατάσταση η οποία επιδεινώθηκε από την πλέον και κυβερνητική στάση του ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος αντιτίθετο σε κάθε μορφή ουσιαστικής αξιολόγησης. Η χώρα μας συγκεντρώνει μόλις 21 μονάδες, τη στιγμή που η Πορτογαλία συγκεντρώνει 97 μονάδες, η Βουλγαρία 96 και η Ταϊλάνδη 100 μονάδες. Βέβαια χαμηλός είναι σχετικά και ο βαθμός έμπρακτης εμπλοκής των μαθητών στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Εξαιτίας της έλλειψης ουσιαστικά εξωτερικής αξιολόγησης, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα σημειώνει τις λιγότερες αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των σχολείων, ενώ η μη επαρκής ποσότητα και αξιοποίηση των πορισμάτων της εκάστοτε αξιολόγησης, δεν συμβάλλει κατά το δυνατόν στην ανάπτυξη του σχολικού και εκπαιδευτικού περιβάλλοντος. Ομοίως δεν λαμβάνουν χώρα σχεδιασμοί για τη βελτίωση των διαδικασιών μάθησης και κατά συνέπεια όλων αυτών τα όσα μέτρα επιλέγονται δεν υλοποιούνται αμελλητί. Ωστόσο και στη διάσταση της εσωτερικής αξιολόγησης, οι επιδόσεις της Ελλάδας δεν είναι και τόσο ενθαρρυντικές, καθώς η έκθεση αποτυπώνει ότι μετά την αξιολόγηση δεν επακολουθούν δράσεις και ενημέρωση του διδακτικού προσωπικού και ενέργειες για την επαγγελματική τους ανάπτυξη. Αντίστοιχα σε χαμηλά επίπεδα κυμαίνεται και η επίδραση που έχει η αξιολόγηση και τα πορίσματά της στην ποιότητα της διδασκαλίας και της μάθησης.

Τα αποτελέσματα της έκθεσης PISA 2015 αναδεικνύουν και το χαμηλότερο σε σύγκριση με όλες τις υπόλοιπες χώρες βαθμό εμπλοκής των διευθυντών των σχολείων στην αξιολόγηση των μεθόδων διδασκαλίας, αλλά και των σχολικών συμβούλων. Χρήζει επίσης ιδιαίτερης προσοχής το γεγονός ότι η επιτυχημένη μέθοδος της ετεροπαρατήρησης της διδασκαλίας η οποία εφαρμοζόταν στα Πρότυπα-Πειραματικά Σχολεία τα οποία τόσο «πολέμησε» η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με τις γνωστές της παρεμβάσεις, και η οποία συνιστά καινοτομία στην έρευνα και στην αξιολόγηση στο πλαίσιο της επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών, και εδώ στην έκθεση PISA, δείχνει την Ελλάδα να βρίσκεται κάτω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Τέλος η έκθεση PISA 2015 καταδεικνύει και το σημαντικό βαθμό ανεπάρκειας εκπαιδευτικού υλικού στην Ελλάδα κατατάσσοντας την στις 16 πιο προβληματικές χώρες, ενώ αντίστοιχη κακή επίδοση παρατηρείται και στον δείκτη έλλειψης εκπαιδευτικού προσωπικού όπου η Ελλάδα κατέχει την 7η θέση στις 72 χώρες.

Με βάση τα παραπάνω ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

1. Που αποδίδετε τις αιτίες για τις ιδιαίτερα χαμηλές επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών διαχρονικά, αλλά και στην πρόσφατη έκθεση PISA 2015;

2. Σας ανησυχεί το φαινόμενο της αύξησης του ποσοστού των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις και ταυτόχρονα της μείωσης του ποσοστού των μαθητών με υψηλές επιδόσεις; Σε ποιες αιτίες θεωρείτε ότι εδράζεται αυτή η μετακίνηση της κατανομής του μαθητικού πληθυσμού ως προς τις επιδόσεις τους; Αποτελεί για εσάς αυτό το πόρισμα μια ένδειξη αποτυχίας των παρεμβάσεων στην Παιδεία και συνεπαγόμενης εξίσωσης προς τα κάτω;

3. Πώς κρίνετε τα απογοητευτικά αποτελέσματα της έρευνας PISA 2015 όσο αφορά την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος, των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών τα οποία αναδεικνύουν από τη μία την έλλειψη ουσιαστικής εξωτερικής αξιολόγησης και από την άλλη τη μη αξιοποίηση των όσων αποτελεσμάτων από τις επιχειρούμενες αξιολογήσεις προς όφελος της εκπαιδευτικής και μαθητικής κοινότητας;

4. Κρίνετε απαραίτητο τη μεγαλύτερη εμπλοκή των μαθητών και των στελεχών της εκπαίδευσης στη διαδικασία της αξιολόγησης;

5. Θεωρείτε σκόπιμο και ωφέλιμο για την ανάπτυξη και τη βελτίωση των εκπαιδευτικών, τη συμπερίληψη και διάδοση της μεθόδου της ετεροπαρατήρησης κατά την άσκηση του διδακτικού έργου;

6. Πιστεύετε ότι ένας από τους λόγους των αρνητικών ευρημάτων και στη μελέτη του PISA 2015, είναι το συνεχώς μεταβαλλόμενο και μη σταθερό νομοθετικό πλαίσιο το οποίο διέπει τον χώρο της εκπαίδευσης από το 2000 και έπειτα; Η ύπαρξη ευρείας συναίνεσης από τα πολιτικά κόμματα και η συμφωνία σε ένα στρατηγικό σχέδιο σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα το οποίο να μην επηρεάζεται από την εναλλαγή των προσώπων στην ηγεσία του ΥΠ.Π.Ε.Θ. θα συμβάλλει κατά συνέπεια και στη βελτίωση των επιδόσεων των μαθητών;

7. Θεωρείτε ότι ο διαγωνισμός PISA στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο ανίχνευσης των δυνατών και αδύνατων σημείων του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος; Πρέπει η χώρα μας παρά τις αντιθέτου απόψεις ορισμένων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ στο παρελθόν, να συνεχίσει να συμμετέχει στον εν λόγω θεσμό;

Ο ερωτών βουλευτής
Γιώργος Μαυρωτάς – Αττικής