9 Φεβρουαρίου, 2017

«Η κυβέρνηση συνεχίζει να νομοθετεί με τη μέθοδο δοκιμής & σφάλματος»

Γιώργος Μαυρωτάς

Ομιλία του Γιώργου Μαυρωτά για το νομοσχέδιο του Υπ. Παιδείας «Ρύθμιση θεμάτων του Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας, της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας και άλλες διατάξεις»

Ο βουλευτής Αττικής του Ποταμιού Γιώργος Μαυρωτάς τοποθετήθηκε στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΥΠ.Π.Ε.Θ.) «Ρύθμιση θεμάτων του Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας, της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας και άλλες διατάξεις».

Ο κ. Μαυρωτάς τόνισε για ακόμη μία φορά ότι δεν πρόκειται για ένα επείγον νομοσχέδιο και ότι η τήρηση της νομοθετικής πρακτικής δεν είναι απλώς διαδικασία, είναι ουσία. Συμπλήρωσε λέγοντας ότι σίγουρα θα υπάρξουν πάλι ελλείψεις και λάθη τα οποία όπως άλλωστε και στο παρόν νομοσχέδιο, έρχεται εκ των υστέρων η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να τα διορθώσει. Μάλιστα παρομοίασε την εν λόγω πρακτική ως νομοθέτηση «δοκιμής και σφάλματος», συνήθης όρος στη μηχανική, επισημαίνοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αρχίσει πλέον να την καθιερώνει.

Για το κρατικό πιστοποιητικό γλωσσομάθειας, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, ο βουλευτής του Ποταμιού έκανε την πρόταση οι άνεργοι να έχουν δωρεάν συμμετοχή στις ηλεκτρονικές εξετάσεις. Στη συνέχεια τόνισε την αποστροφή της Κυβέρνησης να χρησιμοποιεί το Μητρώο Επιτελικών Στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης, για την πλήρωση θέσεων όπως αυτή του Γενικού Διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης Ελλάδας.

Κάνοντας ορισμένες παρατηρήσεις στα θέματα της Ειδικής Αγωγής, αναρωτήθηκε και για το νόημα ύπαρξης μιας αυτοτελής Διεύθυνσης Ιδιωτικής Εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας ενώ επεσήμανε και τις χρόνιες δυσλειτουργίες και καθυστερήσεις στις αποφάσεις του ΣΑΕΠ. Στο θέμα του Εθνικού Συμβουλίου Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, επανέφερε την πρότασή του για συμμετοχή εκπροσώπου των ΑμεΑ αλλά και από εκπροσώπους από τον χώρο της έρευνας.

Ο κ. Μαυρωτάς έκρινε ότι στο θέμα της πτυχιακής εξεταστικής, πρέπει να δίνεται μια ευκαιρία σε όσους φοιτητές οφείλουν τρία έως πέντε μαθήματα, αλλά αυτό πάντα να αποτελεί απόφαση της Γενικής Συνέλευσης κάθε Τμήματος. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η μαζικοποίηση του μέτρου με έναν επιπλέον μήνα εξετάσεων σε όλα τα μαθήματα κάθε χρόνο, θα μετατρέψει τα πανεπιστήμια σε εξεταστικά κέντρα.

Στη διάταξη για τους ΕΤΕΠ σημείωσε ότι πρέπει να υπάρξει μια μέριμνα ώστε να μην υποστελεχωθούν οι διοικητικές υπηρεσίες των ΑΕΙ. Για τις μετατάξεις εκπαιδευτικών με διδακτορικό σε θέσεις ΕΔΙΠ σε ΑΕΙ, το Ποτάμι σταθερό στις απόψεις του, θεωρεί ότι δεν πρέπει να στερούνται τα σχολεία από υψηλής στάθμης εκπαιδευτικούς. Αν χρειάζονται όμως στα ΑΕΙ πρέπει πρώτα να ορίζεται από τη σχολή ή το τμήμα το γνωστικό αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης και μετά να γίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων για όσες θέσεις προκηρύσσονται. Έτσι θα μπορέσει να βελτιστοποιηθεί και η κατανομή του προσωπικού στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης καθώς άλλα τμήματα έχουν πάρα πολλούς και άλλα πολύ λίγους ΕΔΙΠ.

Εξέφρασε την αντίθεσή του για την ύπαρξη προσωποπαγών θέσεων χωρίς ανοικτές διαδικασίες για τις θέσεις καθηγητών εφαρμογών και καθηγητών στα ΤΕΙ ενώ την ίδια τακτική επεσήμανε ότι ακολουθεί η κυβέρνηση και στο άρθρο 22 για την Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας.

Για τις διατάξεις του νομοσχεδίου για το ΕΑΠ, ο βουλευτής του Ποταμιού στάθηκε και στα λεγόμενα του Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής ο οποίος από τη μία λέει ότι το ΕΑΠ είναι ένα κανονικό πανεπιστήμιο και συνεπώς πρέπει να απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα και προνόμια, από την άλλη, όμως, ισχυρίζεται ότι δεν είναι ένα κανονικό πανεπιστήμιο και ότι δεν μπορεί να έχει μια κανονική διοίκηση.

Κλείνοντας την ομιλία του αναφέρθηκε στο άρθρο 29-προσθήκη για τον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, καυτηριάζοντας την αρνητική στάση των ΑΝΕΛ οι οποίο το καταψήφισαν στην επιτροπή μορφωτικών υποθέσεων ενώ τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η Νέα Δημοκρατία επιφυλάχθηκαν. Το Ποτάμι είναι αυτό όπως είπε, που ψήφισε ξεκάθαρα «ναι» και έτσι το άρθρο ήρθε προς συζήτηση στην Ολομέλεια, δίχως παζάρια και μικροπολιτικά παιχνίδια και δρώντας υπέρ του συμφέροντος των παιδιών.

Τέλος, αναφέρθηκε και στη γνωστή τροπολογία του ΣΥΡΙΖΑ για τις υπερωρίες των αποσπασμένων καθηγητών, η οποία μετά το σάλο που δημιουργήθηκε αποσύρθηκε, ωστόσο ξαναέφερε στο προσκήνιο την ερώτηση του Ποταμιού για το πόσοι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί υπάρχουν σε κόμματα, σε Βουλευτές και σε Υπουργεία.

Δείτε το βίντεο της ομιλίας εδώ:

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας:

Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

Όντως τα ψέματα πρέπει να σταματήσουν. Από όλες τις πλευρές, όμως! Θα μπω στα του νομοσχεδίου. Το νομοσχέδιο, που συζητάμε, για το Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας, για την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος και άλλες διατάξεις, θεωρήθηκε επείγον από την Κυβέρνηση, αδικώντας εν πολλοίς το περιεχόμενό του.

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, δύο λόγια για τη διαδικασία. Έχουμε πει πολλές φορές, ότι η νομοθετική πρακτική δεν είναι απλώς διαδικασία, είναι ουσία. Όσο καλύτερη είναι η νομοθετική πρακτική, όσο τηρούνται οι διαδικασίες, όσο περισσότερος χρόνος υπάρχει για διαβούλευση, τόσο καλύτερα ενσωματώνονται στη νομοθέτηση οι βέλτιστες λύσεις, που συγκεράζουν τις απόψεις των ενδιαφερομένων. Αυτό, δυστυχώς, στο παρόν νομοσχέδιο έγινε με διαδικασίες εξπρές, που σίγουρα αφήνουν κενά, τα οποία θα έρθουμε να καλύψουμε με επόμενα νομοσχέδια, όπως και στο παρόν νομοσχέδιο ερχόμαστε να διορθώσουμε λάθη και ελλείψεις προηγούμενων νομοσχεδίων.

Αυτή η κυλιόμενη νομοθέτηση, η νομοθέτηση «δοκιμής και σφάλματος», όπως λέμε εμείς οι μηχανικοί, πλήττει την αξιοπιστία του νομοθετικού έργου. Το νομοσχέδιο αυτό χαρακτηρίστηκε «επείγον», παρόλο που μόνο δύο-τρία από τα τριάντα πέντε άρθρα του έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Τα περισσότερα από τα άρθρα είναι νομοθετικά μερεμέτια σε προηγούμενα άρθρα και διατάξεις, που έρχονται να θεραπεύσουν μη επείγοντα θέματα.

Παρόλο που ο Πρόεδρος της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων, κ. Σεβαστάκης, έδειξε καλή διάθεση, καλώντας περισσότερους από τριάντα φορείς στην ακρόαση των φορέων, εντούτοις δεν ήταν δυνατόν να εκφράσουν τις απόψεις τους σε τρία λεπτά. Και εμείς, όμως, δυσκολευτήκαμε μέσα σε μιάμιση μέρα, που είχαμε καιρό, να διαβάσουμε τα πολυσέλιδα υπομνήματα που έστειλαν. Αν αυτό είχε γίνει με την ομαλή διαδικασία της ηλεκτρονικής διαβούλευσης, τότε ασφαλώς θα ήταν πιο αποτελεσματική η νομοθέτηση.

Ο μεγάλος κίνδυνος, κύριοι της Κυβέρνησης, είναι να μην συνηθίσετε σε αυτές τις πρακτικές, να δείτε ότι τσάτρα-πάτρα δουλεύουν και να μην τις καθιερώσετε.

Πάμε στα του νομοσχεδίου. Στο πρώτο κεφάλαιο για το Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας, δεν έχουμε αντίρρηση. Απλώς θα θέλαμε να δείτε στη ρύθμιση οικονομικών θεμάτων, στο άρθρο 3, μήπως την περίοδο οικονομικής κρίσης, που διανύουμε, εξεταστεί το ενδεχόμενο δωρεάν συμμετοχής των ανέργων στις ηλεκτρονικές εξετάσεις στο πλαίσιο της κατάρτισής τους στις ξένες γλώσσες και της εξασφάλισης του πιστοποιητικού, που θα είναι ένα επιπλέον εφόδιο στην αναζήτηση εργασίας.

Στο δεύτερο κεφάλαιο στη «Ρύθμιση θεμάτων Εθνικής Βιβλιοθήκης», οι βασικές μας παρατηρήσεις είναι οι εξής: Δεν έχουμε χρησιμοποιήσει καθόλου σχεδόν το Μητρώο Επιτελικών Στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης που φτιάξαμε πριν από μερικούς μήνες. Και το ερώτημα είναι γιατί το έχουμε φτιάξει -όσο το έχουμε φτιάξει, βέβαια- αν δεν το χρησιμοποιούμε σε τέτοιες διαδικασίες, σε τέτοιες θέσεις, όπως στη θέση του Γενικού Διευθυντή.

Οι τρεις προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους, κατά τη γνώμη μας θα πρέπει να επιλέγονται μεν από τον Υπουργό, αλλά μετά από ανοικτή διαδικασία εκδήλωσης πρόσκλησης ενδιαφέροντος, ώστε να ξέρουμε ποιοι υπέβαλλαν υποψηφιότητες και ποιοι τελικά επιλέχτηκαν.

Δεν έχουμε αντίρρηση για τη διαδικασία επιλογής γενικού διευθυντή, που πηγαίνει μια επιτροπή αξιολόγησης και φτιάχνει μια short list τριών υποψηφίων από τους οποίους επιλέγει ο Υπουργός. Όμως, είναι αξιοπερίεργο ότι στα απαιτούμενα προσόντα του γενικού διευθυντή δεν συμπεριλαμβάνονται σχετικές σπουδές προπτυχιακού ή μεταπτυχιακού επιπέδου.

Για την Ψηφιακή Βιβλιοθήκη -άρθρο 4, παράγραφος 2ι’- προτείναμε ρητά να μπει στο νόμο ο όρος «ελεύθερη πρόσβαση», δηλαδή «ενοποιημένη ελεύθερη πρόσβαση», γιατί παρόλο που είπατε ότι θα είναι ελεύθερη, κύριε Υπουργέ, η πρόσβαση, θα ήταν καλύτερο να είναι και διατυπωμένο μέσα στο κείμενο.

Στο τρίτο κεφάλαιο, στο άρθρο 11 για την Ειδική Αγωγή, προτείναμε στη διάταξη της παραγράφου 1 να μπορεί να μειώνεται κατά πέντε αντί τριών -που προβλέπει το νομοσχέδιο- ο αριθμός των μαθητών ανά τμήμα, ώστε να βοηθιούνται όλα τα παιδιά και ο εκπαιδευτικός Γενικής Αγωγής από τον εκπαιδευτικό Παράλληλης Στήριξης, αλλά και το Τμήμα Ένταξης γενικότερα.

Επίσης, ο αριθμός μαθητών σε τμήμα ένταξης δεν πρέπει να είναι ανώτερος από δύο μαθητές, εκτός και αν ο υπεύθυνος εκπαιδευτικός του τμήματος κρίνει ότι κάποιες περιπτώσεις μαθητών μπορούν να ομογενοποιηθούν, αν έχουν όμοια χαρακτηριστικά, και να δημιουργεί αντίστοιχα γκρουπ τριών, τεσσάρων μαθητών.

Για τη σύσταση της αυτοτελούς Διεύθυνσης Ιδιωτικής Εκπαίδευσης του άρθρου 15, το ερώτημα είναι γιατί να υπάρξει μια νέα αυτοτελής Διεύθυνση και αν η ανάγκη αυτή προκύπτει μετά από κάποια αξιολόγηση διαδικασιών και δομών του Υπουργείου.

Στο Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων, το ΣΑΕΠ, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 17, υπάρχουν χιλιάδες υποθέσεις που εκκρεμούν. Μάλιστα, γι’ αυτό, πολλές φορές ευθύνονται απλά και μόνο οι μετονομασίες που γίνονται στα Υπουργεία στους ανασχηματισμούς ή μετά από εκλογές. Οπότε, πρέπει να δούμε με ποιον τρόπο η νέα σύνθεση του ΣΑΕΠ θα επιλύσει τα προβλήματα αυτά και θα συμβάλλει στην απλούστευση και την επιτάχυνση των σχετικών διαδικασιών.

Στο άρθρο 18, για το Εθνικό Συμβούλιο Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, το ΕΣΕΚΑΑΔ, προτείνουμε η επιλογή του προέδρου να γίνεται και αυτή μετά από ανοιχτή πρόσκληση. Επίσης, ενώ στο ΕΣΕΚΑΑΔ βάλατε εκπρόσωπο της ΓΣΕΒΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, δεν βάλατε, όπως είχαμε πει, εκπρόσωπο τον ΑμεΑ ή εκπροσώπους του ερευνητικού κόσμου εκτός των ΑΕΙ.

Στο κεφάλαιο 4 για τα θέματα ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας, στο νέο άρθρο 30, διορθώνεται η ασάφεια που υπήρχε σχετικά με τους επίκουρους καθηγητές και τη διαδικασία μονιμοποίησης ή εξέλιξής τους και αυτό είναι θετικό.

Στο άρθρο 31 θα σταθώ λίγο παραπάνω, γιατί είναι ένα θέμα που το θίξαμε στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων πριν από λίγες μέρες, γιατί πιστεύουμε ότι ουσιαστικά επηρεάζει την ποιότητα των σπουδών στο πανεπιστήμιο. Αφορά, λοιπόν, στην πτυχιακή εξεταστική, που δίνει τη δυνατότητα στους επί πτυχίω μαθητές να δίνουν όλα τα μαθήματα σε κάθε εξεταστική περίοδο.

Καταλαβαίνω την ανάγκη για μια επιπλέον ευκαιρία, ώστε να τελειώσουν όσοι είναι κοντά στο πτυχίο ή στο δίπλωμα. Τι σημαίνει όμως αυτό το «κοντά»; Αυτό μετράται με τον αριθμό των μαθημάτων που χρωστάει ο κάθε φοιτητής και όχι με το αν έχει συμπληρώσει τα κανονικά εξάμηνα φοίτησης.

Μια τέτοια, λοιπόν, ευνοϊκή διάταξη θα μπορούσε να αφορά όσους οφείλουν τρία έως πέντε μαθήματα, αν σκεφτούμε ότι πέντε με έξι μαθήματα έχει το κάθε εξάμηνο, και όχι όσους χρωστούν περισσότερα από είκοσι, αλλά έχουν συμπληρώσει την τετραετία ή την πενταετία κανονικής φοίτησης. Αλλιώς, με τη μαζικοποίηση του μέτρου θα έχουμε έναν επιπλέον μήνα εξετάσεων κάθε χρόνο και θα κάνουμε τα πανεπιστήμια εξεταστικά κέντρα.

Προκειμένου, λοιπόν, να πάει η απόφαση αυτή στις Γενικές Συνελεύσεις των τμημάτων –πολύ σωστά θεωρεί ο κύριος Υπουργός ότι αυτή η απόφαση πρέπει να πάει στα ίδια τα τμήματα– θα πρέπει η διάταξη να αφήνει και κάποιους βαθμούς ελευθερίας ως προς τον αριθμό των μαθημάτων.

Προτείνουμε, λοιπόν, να μπει στο τέλος της συγκεκριμένης διάταξης ότι η Γενική Συνέλευση θα αποφασίζει και τις προϋποθέσεις συμμετοχής των φοιτητών στην πτυχιακή εξεταστική, έτσι ώστε να μην είναι αναγκασμένη να αποφασίσει διχοτομικά: Όλοι σε όλα ή κανένας σε κανένα. Η διάταξη που λέει: «σε όλα τα μαθήματα» θα έπρεπε να διατυπωθεί ξανά και να λέει «σε μαθήματα», ώστε να υπάρχει έτσι αυτή η ευελιξία στις Γενικές Συνελεύσεις να αποφασίσουν εκείνες τις συνθήκες συμμετοχής.

Στο άρθρο 20, στην παράγραφο 1, για το ΕΤΕΠ, πρέπει να ληφθεί μέριμνα για να μην αποψιλωθεί το πανεπιστήμιο από το διοικητικό του προσωπικό, μην γίνουν δηλαδή όλοι ΕΤΕΠ και μετά δεν υπάρχουν διοικητικοί.

Στην παράγραφο 4, που αφορά τις μετατάξεις εκπαιδευτικών με διδακτορικό σε προσωποπαγείς θέσεις ΕΔΙΠ στα πανεπιστήμια, είχαμε εκφράσει τις αντιρρήσεις μας και τον Μάιο, γιατί έτσι θεωρούμε ότι αποψιλώνονται τα σχολεία από υψηλού επιπέδου προσωπικό. Οι εκπαιδευτικοί με διδακτορικό είναι υψηλού επιπέδου προσωπικό.

Εμείς προτείνουμε πρώτα να ορίζεται από τη σχολή ή το τμήμα το γνωστικό αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης και μετά να γίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων για όσες θέσεις προκηρύσσονται. Όχι, δηλαδή, να βλέπουμε ποιοι είναι οι υποψήφιοι και να καθορίζουμε ανάλογα τα γνωστικά αντικείμενα, για να τους ταιριάζουν, αλλά πρώτα να βλέπουμε τα γνωστικά αντικείμενα που χρειαζόμαστε και μετά ποιοι υποψήφιοι ταιριάζουν σε αυτά.

Σήμερα υπάρχει τεράστια ανισοκατανομή των υποψηφίων ΕΔΙΠ σε τμήματα και σχολές. Σε κάποια είναι πολλοί σε άλλα είναι ελάχιστοι.

Με τον τρόπο που προτείνουμε δίνεται η ευελιξία ώστε να μπορεί να βελτιστοποιηθεί η κατανομή του προσωπικού αυτού στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης με βάση και τον προγραμματισμό των τμημάτων.

Επίσης, η παράγραφος 4β του συγκεκριμένου άρθρου δημιουργεί και αυτή ερωτηματικά, γιατί η διάταξη αυτή πρακτικά ακυρώνει τις διαδικασίες αξιολόγησης, που έχουν ήδη ολοκληρωθεί με αποφάσεις των μέχρι σήμερα αρμόδιων κοσμητειών. Δημιουργείται λοιπόν η εντύπωση ότι επιχειρείται μια παρέμβαση για εκ νέου κρίση απορριφθεισών αιτήσεων κάποιων υποψηφίων. Ο νοών νοείτω.

Θα έπρεπε, λοιπόν, εκεί που λέει «για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη υπουργική απόφαση», κανονικά να λέει «η προβλεπόμενη απόφαση της οικείας κοσμητείας».

Επίσης, στην παράγραφο 6 είμαστε αντίθετοι στο θέμα των προσωποπαγών θέσεων χωρίς ανοιχτές διαδικασίες σε θέσεις καθηγητών εφαρμογών και καθηγητών στα ΤΕΙ.

Για το άρθρο 22, για την Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, ισχύει το ίδιο. Τα συγκεκριμένα μέτρα θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά μόνο για μία σύντομη μεταβατική περίοδο, σαφώς όμως οριοθετημένη.

Πολύ προβληματικό είναι, επίσης, το γεγονός ότι η επταμελής επιτροπή κρίσης που ορίζεται, ουσιαστικά ορίζεται από την Κυβέρνηση με κοινή υπουργική απόφαση Υπουργού Υγείας και Υπουργού Παιδείας, κάτι που είναι μοναδική πατέντα.

Για το άρθρο 23, για το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, βλέπουμε να νομοθετούνται διατάξεις καθαρά ενίσχυσης του ρόλου της Συγκλήτου, που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει -είναι η Διοικούσα Επιτροπή- και αποδυνάμωσης των κοσμητειών. Επίσης, από τη συζήτηση που έγινε στην Επιτροπή, κατάλαβα ότι δεν υπάρχει μεγάλη διάθεση να προχωρήσουν οι διαδικασίες που θα την καταστήσουν αυτοδιοίκητη. Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα και τη γνώμη του Υπουργού, όταν πάρει τον λόγο.

Ο Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής υπονόησε ότι επειδή έχει δίδακτρα, πρέπει να έχει πάντα την κηδεμονία του Υπουργείου. Μα, και πολλά μεταπτυχιακά έχουν δίδακτρα, αλλά λειτουργούν μέσα σε αυτόνομες σχολές, σε αυτόνομα πανεπιστήμια.

Ακούσαμε επίσης, από τον Πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής, για να δικαιολογήσει τις άδειες των δημοσίων υπαλλήλων, να λέει ότι αποκαθίσταται μια αδικία, γιατί είναι το ίδιο η εξ αποστάσεως εκπαίδευση, από το σπίτι σου, με αυτήν της φυσικής παρουσίας στο κανονικό πανεπιστήμιο. Από τη μία λοιπόν, λέμε ότι είναι ένα κανονικό πανεπιστήμιο και το ΕΑΠ και πρέπει να απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα και προνόμια, από την άλλη, όμως, ισχυριζόμαστε ότι δεν είναι ένα κανονικό πανεπιστήμιο το ΕΑΠ και δεν μπορεί να έχει μια κανονική διοίκηση, όπως όλα τα πανεπιστήμια. Φάσκουμε, δηλαδή, και αντιφάσκουμε.

Για την έρευνα, απ’ ό,τι εξήγησε ο κ. Φωτάκης, τελικά η ΓΓΕΤ –εμείς το είχαμε καταλάβει στην αρχή λάθος- αναλαμβάνει μόνο τα γραφειοκρατικά του ΕΛΙΔΕΚ και όχι τα λειτουργικά. Οι διαδικασίες, δηλαδή, θα είναι από ένα ουσιαστικά ανεξάρτητο ίδρυμα και δεν θα ενταχθεί αυτό στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας παρά μόνο στο κομμάτι που αφορά το γραφειοκρατικό φόρτο.

Για τα άρθρα 26 και 27, έκανα μια ερώτηση και στην Επιτροπή για τα Τμήματα Τουρισμού, που ιδρύονται στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, καθώς και για την Πολυτεχνική Σχολή Ιωαννίνων και τη μετονομασία της Σχολής στο Ρέθυμνο. Η ερώτηση ήταν εάν έχει ρωτηθεί γι’ αυτές τις αλλαγές η ΑΔΙΠ, δηλαδή η Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας για την Ανώτατη Εκπαίδευση.

Προχωρώντας προς το τέλος, να πούμε ότι καταθέσαμε μία τροπολογία για τις μετακινήσεις των μελών ΔΕΠ. Το πνεύμα του νομοθέτη ήταν να μη γίνονται μετακινήσεις από τα περιφερειακά πανεπιστήμια προς τα πανεπιστήμια του κέντρου. Αυτό ήταν πολύ εύλογο, γιατί αλλιώς θα είχαμε ουσιαστικά μια αποψίλωση των περιφερειακών πανεπιστημίων, καθότι πολλοί θα ήθελαν να έρθουν στα πανεπιστήμια του κέντρου.

Αυτό που προτείνουμε εμείς είναι, ουσιαστικά, να μην απαγορεύεται η μετακίνηση καθηγητών –μελών ΔΕΠ δηλαδή- μεταξύ των πανεπιστημίων του κέντρου, δηλαδή από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο να πάει στο Πολυτεχνείο, από το Πολυτεχνείο να πάει κάποιος στο ΕΚΠΑ, κάτι το οποίο με την προηγούμενη διάταξη, έτσι όπως ήταν διατυπωμένη, ήταν απαγορευτικό. Με την τροπολογία αυτή νομίζουμε ότι θα ξεπεραστεί αυτή η –ας πούμε- αστοχία.

Επίσης, θα πρέπει να δούμε και πάλι την προϋπόθεση δεκαετίας, που ισχύει με βάση τον τελευταίο νόμο, πριν τη μετακίνηση ενός μέλους ΔΕΠ. Είναι υπερβολικός ο χρόνος, κατά τη γνώμη μας, αν θέλουμε να εντείνουμε την κινητικότητα των μελών ΔΕΠ μεταξύ των πανεπιστημίων. Σε κάποια επόμενη φάση θα πρέπει να το δούμε.

Πάμε στο άρθρο 29 για την προσθήκη που έγινε στον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας. Εμείς δεν κρυφτήκαμε στις επιτροπές, έτσι ώστε να δημιουργήσουμε μια μίνι κυβερνητική κρίση, όπως εύκολα θα μπορούσαμε, καθότι το συγκεκριμένο άρθρο το καταψήφισαν οι ομοτράπεζοί σας στην εξουσία, οι ΑΝΕΛ, που έχουν γνωστές απόψεις περί καθαρότητας της φυλής, ενώ ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία επιφυλάχθηκαν.

Είπαμε, λοιπόν, στην Επιτροπή ξεκάθαρα «ναι» κι έτσι πέρασε το άρθρο στην Ολομέλεια, χωρίς να παζαρέψουμε, χωρίς να βάλουμε τη μικροπολιτική πάνω από τις αρχές μας και, κυρίως, πάνω από το συμφέρον των παιδιών.

Τέλος –και τελειώνω, κύριε Πρόεδρε- η γνωστή τροπολογία, που κατατέθηκε από την κυρία Ιγγλέζη για τις υπερωρίες των αποσπασμένων καθηγητών, μας έκανε να θυμηθούμε την ερώτηση που έχουμε καταθέσει και σας καλούμε να απαντήσετε, επιτέλους, κύριε Υπουργέ, σχετικά με το πόσοι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί υπάρχουν σε κόμματα και σε ποια, σε Βουλευτές και σε Υπουργεία. Δεν είναι κακό να υπάρχει διαφάνεια σ’ αυτά τα θέματα. Περιμένουμε λοιπόν, τις απαντήσεις.

Ευχαριστώ πολύ.