12 Δεκεμβρίου, 2017

«Ανακατανομή πλούτου μπορείς να κάνεις, αφού διασφαλίσεις την παραγωγή του»

Σπύρος Δανέλλης

Ομιλία Σπ. Δανέλλη στη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό του 2018

«Ο τελευταίος Π/Υ της περιόδου των Μνημονίων, θα έπρεπε να θεραπεύει τα ελλείμματα ανταγωνιστικότητας και καινοτομίας, που χαρακτηρίζουν την ελληνική οικονομία. Αντί για αυτό όμως, έχουμε πάλι έναν στατικό, έναν φοροκεντρικό, έναν εξουθενωτικό Π/Υ.», είπε στην Ολομέλεια της Βουλής ο Ειδικός Αγορητής του Ποταμιού, Σπύρος Δανέλλης, στο πλαίσιο της συζήτησης για τον προϋπολογισμό του 2018.

Ο βουλευτής Ηρακλείου επεσήμανε πως η απλοϊκή άσκηση ταξικής πολιτικής εξαντλεί ακριβώς εκείνους που παράγουν, τονίζοντας πως πρέπει όλοι να αντιληφθούμε πως φορολογική και κοινωνική πολιτική αλληλοσυμπληρώνονται στο πλαίσιο μιας δυναμικής, ανταγωνιστικής και εξωστρεφούς οικονομίας.

Δείτε το βίντεο της ομιλίας εδώ:

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας:

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η Ευρώπη προχωράει μπροστά. Ο Μάρτιν Σουλτς έθεσε στόχο προχθές τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης μέχρι το 2025, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα όσα εδώ και λίγο καιρό συζητά ο Γάλλος Πρόεδρος κ. Μακρόν, σε κάθε ευκαιρία. Όλα δείχνουν πως το 2018 θα είναι πιθανότατα μία σημαντική χρονιά αλλαγών για το ευρωπαϊκό όραμα της περαιτέρω οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης.

Φαίνεται πως οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιλαμβάνονται σταδιακά, πως μόνο η μετεξέλιξη της Ένωσης, μπορεί να την καταστήσει ισχυρή απέναντι στις νέες προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Αλλά και πέρα από τις πολιτικές προθέσεις, τα οικονομικά στοιχεία δείχνουν το δρόμο.

Πριν από λίγο καιρό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε προς τα πάνω τις εκτιμήσεις της για ανάπτυξη το 2017 από το 1,7%, στο 2,2%. Εκτιμάται επίσης ότι η Ευρωζώνη θα συνεχίζει να αναπτύσσεται σε επίπεδα άνω του 2% το 2018.

Όλα δείχνουν πως η Ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται μόλις στο μέσον ενός ακόμη αναπτυξιακού κύκλου, ανεβάζοντας ταχύτητα. Ακόμη και η Ιταλική, αλλά και η Γαλλική οικονομία, που για χρόνια χαρακτηρίζονταν από βραδεία ανάπτυξη, δείχνουν σημάδια βελτίωσης.

Οι δε πρώην μνημονιακές οικονομίες, αυτές της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Κύπρου ή η μονίμως προβληματική της Ισπανίας αναπτύσσονται πλέον με πολύ καλούς ρυθμούς. Όσο για την Ιρλανδία, τα στοιχεία είναι εντυπωσιακά. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2017, η οικονομία της έτρεχε με ετήσιο ρυθμό 5,8%! Στον αντίποδα, βεβαίως βρισκόμαστε εμείς.

Η Ελλάδα ήταν η χώρα με τη χαμηλότερη ανάπτυξη στην Ευρώπη. Η ελληνική οικονομία μπήκε μεν σε σταθερό ρυθμό ανάπτυξης, ωστόσο αυτός είναι πολύ μικρότερος από τους μέσους όρους της Ευρωζώνης. Ο Π/Υ που συζητούμε σήμερα - ο τελευταίος μνημονιακός Π/Υ, αν όλα πάνε καλά – δείχνει όμως προς την επόμενη ημέρα;

Θα έλεγα πως σε ένα περιβάλλον ευρωπαϊκής οικονομικής «αριστείας», οι δικές μας επιδόσεις περιγράφονται επιεικώς με ένα: «καλώς». Μοιάζει να μην έχουμε καταλάβει ακόμη συλλογικά τα αίτια της ελληνικής κρίσης. Εμείς θεωρούμε πως κυρίαρχα είναι τα ελλείμματα στην ανταγωνιστικότητα και στην καινοτομία.

Και σε αυτούς ακριβώς τους δείκτες, η Ελλάδα παραμένει στην τελευταία θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Κι όμως, αυτό το χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας, δεν οφείλεται στην κρίση. Υπήρχε πριν απ’ αυτήν και συνετέλεσε αποφασιστικά στη δημιουργία του τεράστιου εξωτερικού χρέους.

Ενός χρέους που με την σειρά του μας οδήγησε στην κρίση και την ύφεση, και αυτά με την σειρά τους στα Μνημόνια. Ο τελευταίος Π/Υ της περιόδου των Μνημονίων, εκτιμούμε πως θα έπρεπε να έχει προβλέψεις για την θεραπεία αυτών ακριβώς των προβλημάτων.

Αντί για αυτό όμως έχουμε πάλι έναν στατικό, έναν φοροκεντρικό, έναν εξουθενωτικό Π/Υ για την ελληνική οικονομία. Έναν Π/Υ που εδράζεται σε μια διαρκώς μειούμενη φορολογική βάση. Τα στοιχεία δείχνουν πως το 19% των πολιτών καλείται να συνεισφέρει το 83% των φόρων!

Και αυτό σε μια Ελλάδα, που όλα δείχνουν πως φτωχαίνει. Παραπάνω από 1 στους 5 Έλληνες και Ελληνίδες (21,2% το 2016) βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ το 1/3 του πληθυσμού (35,6%) αντιμετωπίζει συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού.

Από μια τέτοια φορολογική βάση προκύπτουν τα υπερπλεονάσματα, για τα οποία η Κυβέρνηση πανηγυρίζει. Είναι αυτό βιώσιμο μεσοπρόθεσμα; Είναι βιώσιμη μια σκληρή πολιτική λιτότητας, που στηρίζεται στην αυξημένη φορολογία, στο πάγωμα των δημοσίων επενδύσεων και στην περικοπή δαπανών;

Είναι βιώσιμα τα δυσθεώρητα πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,82%, αντί του απαιτούμενου από τους Θεσμούς 3,5%, για τα οποία όλως περιέργως επαίρεστε; Τα όρια μεταξύ ειλικρίνειας και κυνισμού είναι δυσδιάκριτα. Όπως στην υπουργική παραδοχή πως η υπερφορολόγηση των μεσαίων στρωμάτων αποτελεί συνειδητή επιλογή, προκειμένου να ενισχυθούν περισσότερο οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Η απλοϊκή όμως αυτή άσκηση ταξικής πολιτικής εξαντλεί ακριβώς εκείνους που παράγουν.

Εξαντλεί την τελευταία ικμάδα της ελληνικής οικονομίας, απομυζώντας εκείνους που μπορούν να αντιστρέψουν το υφιστάμενο ζοφερό οικονομικό κλίμα, εκείνους που δημιουργούν θέσεις εργασίας, εκείνους που μπορούν να παράξουν πραγματικό εθνικό πλούτο και να μας βγάλουν από τον φαύλο κύκλο της ύφεσης.

Γιατί ανακατανομή πλούτου μπορείς να κάνεις, αφού διασφαλίσεις την παραγωγή του. Την ίδια στιγμή, το κράτος εξελίσσεται στον χειρότερο στρατηγικό κακοπληρωτή, της μέσης ελληνικής επιχείρησης. Κι ας δηλώνει 1 στους 2 επιχειρηματίες πως θα προσέφεραν περισσότερες θέσεις εργασίας εάν πληρωνόντουσαν εγκαίρως. Πίσω στα νούμερα του φετινού Π/Υ. Μια λέξη: υπεραισιοδοξία. Για το 2018, προβλέπεται αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,5%.

Και για το 2017 προβλέπονταν αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,7%, ωστόσο έφτασε να κλείσει μόλις στο 1,6%. Προβλέπεται επίσης αύξηση στις επενδύσεις κατά 11,4%, όταν το προσχέδιο του Π/Υ πριν μόλις ενάμιση μήνα μιλούσε για 12.6%. Π/Υ βολονταρισμού ή Π/Υ που εδράζεται σε πραγματικά στοιχεία και εκτιμήσεις; Θα το δείξει το άμεσο μέλλον.

Διαβάζουμε πως υπάρχει μεγάλη αρνητική απόκλιση της τάξεως του 5,6%, ήτοι 2.9 δις ευρώ στα έσοδα του 2017 σε σχέση με τις εκτιμήσεις του πρόσφατου Μεσοπρόθεσμου προγράμματος 2018-2021 (Μάιος 2017). Δηλαδή ότι τα έσοδα του 2018 θα είναι μειωμένα περίπου κατά 800 εκ. ευρώ. Εδώ το πρόβλημα αναδεικνύεται ανάγλυφα.

Έχουμε αύξηση των φορολογικών συντελεστών και μείωση εσόδων, ενώ συγχρόνως αυξάνουν τα ληξιπρόθεσμα προς την εφορία. Αυτό σημαίνει πως έχει μειωθεί το φορολογητέο εισόδημα και πως έχει φθάσει στο ταβάνι η φοροδοτική δυνατότητα.

1ο ελληνικό παράδοξο: και οι φόροι για τον κάθε πολίτη αυξάνονται και δημοσιονομικό αποτέλεσμα δεν έχουμε!Καταφανώς, έχουμε λάθος μίγμα πολιτικής. Όπως έχουμε λάθος αναλογία και μεταξύ έμμεσων και άμεσων φόρων. Και ας γνωρίζουν οι πάντες πως οι έμμεσοι φόροι είναι αναλογικά και οι πιο άδικοι.

Και αυτό μας φέρνει στο 2ο ελληνικό παράδοξο: που η «ταξικά ευαίσθητη» κυβέρνηση, έπεσε τόσο έξω στις εκτιμήσεις της όσον αφορά την άμεση φορολογία, ώστε η αναλογία των άμεσων προς τους έμμεσους φόρους έχει εκτιναχθεί στα χειρότερα επίπεδα των τελευταίων ετών. Το 2017 οι έμμεσοι φόροι έφτασαν να αναλογούν στο 15,1% του ΑΕΠ, που είναι το υψηλότερο ποσοστό τουλάχιστον της τελευταίας 10ετίας!

Παράλληλα, οι άμεσοι φόροι υποχώρησαν το 2017 στο 11,4% που είναι το χαμηλότερο ποσοστό από το 2014. Επιπροσθέτως, ο δείκτης της ανεργίας παραμένει στα ύψη. Και αυτό όπως εξηγήσαμε προηγουμένως είναι απότοκο του ασφυκτικού φορολογικού περιβάλλοντος.

Βέβαια, ισχυρίζεστε ότι επί των ημερών σας η ανεργία μειώθηκε. Πως όμως μειώθηκε, όταν ο λόγος μεταξύ πλήρους απασχόλησης και ελαστικών μορφών εργασίας, αυξάνεται υπέρ της δεύτερης με ανησυχητικούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια; Πρόκειται για ξεκάθαρη επικράτηση του part-time στην συνολική διάρθρωση της απασχόλησης.

Επιπλέον, η μακροχρόνια ανεργία, που αποτελεί ένδειξη της διαρθρωτικής φύσης της συνολικής ανεργίας, δεν φαίνεται να εξαλείφεται. Το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων επί της συνολικής ανεργίας δείχνει αυξητικές τάσεις στο πρώτο εξάμηνο του 2017. Και όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά κακά μαντάτα για το ασφαλιστικό. Ένα ασφαλιστικό που υποτίθεται πως μεταρρυθμίστηκε.

Και αυτό μας οδηγεί στο 3ο ελληνικό παράδοξο:
Αύξηση εισφορών, μείωση συντάξεων, αλλά και σταθερή ανάγκη για κρατική επιχορήγηση στον ΕΦΚΑ! Και ας το είχαμε, ήδη, προβλέψει από τότε που ψηφιζόταν ο νόμος Κατρούγκαλου… Τα μαγειρέματα που φαίνεται να κάνουν 9 στους 10 επαγγελματίες, όπου δηλώνουν εισόδημα κάτω από 10.000 € ετησίως είναι ενδεικτικά της αποτυχημένης ασφαλιστικής μεταρρύθμισης.

Όπως ενδεικτικά είναι και τα 111.000 μπλοκάκια που έκλεισαν μέσα σε 19 μήνες, μειώνοντας τον αριθμό των συγκεκριμένων επιχειρηματιών/ επαγγελματιών κατά 1/3. Βέβαια, βάσιμα, εικάζουμε πως αυτοί οι άνθρωποι συνεχίζουν να δουλεύουν…

Απλώς πολλοί το κάνουν με «μαύρα». Λέτε επίσης - και είναι αυτονόητο - πως για να επιτευχθεί 2,5% ανάπτυξη για το 2018, κλειδί είναι οι επενδύσεις. Σε ποιο περιβάλλον όμως; Οι επενδύσεις χρειάζονται φιλόξενο περιβάλλον και σταθερότητα.

Και εδώ, είναι αποδεδειγμένο πως όσο μεγαλύτερη είναι η επένδυση, τόσο πιο εχθρική είναι η αντιμετώπισή της από τις αρχές. Το δείχνουν οι επενδύσεις στο Ελληνικό, στην Eldorado αλλά και αλλού. Το «βαθύ κράτος» και η ενίοτε συστοίχισή του με το «βαθύ κόμμα» είναι ισχυρότερο των πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι εξωπραγματικό να αναμένουμε αύξηση των επενδύσεων κατά 11,4%, όταν το 2016 ήταν μόλις 1,6% και το 2017, 5,1%. Δημόσιο χρέος. Είναι κατανοητό πως η αναθεώρηση του Α.Ε.Π. προς τα κάτω, σε σχέση με τις προβλέψεις του Π/Υ του 2017 επέφερε αύξηση του δημόσιου χρέους.

Ειδικά για φέτος, το χρέος θα φτάσει τα 179,8%, από 178,5%, του Α.Ε.Π. Θα είναι δηλαδή υψηλότερο κατά 13,7 δισ. ευρώ, σε σύγκριση με φέτος. Αυτό συνεπάγεται πως ο δανεισμός της χώρας από τις αγορές, μετά το πέρας του Μνημονίου, τον Αύγουστο του 2018, ενδέχεται να μην είναι εύκολη υπόθεση…

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Στα καλά νέα.

Είναι ευτύχημα ότι αυτήν τη φορά, η συμφωνία με τους Θεσμούς για την 3η αξιολόγηση ολοκληρώθηκε εντός χρονοδιαγράμματος. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο πως ήρθε το τέλος των Μνημονίων. Αυτό που τελειώνει τον Αύγουστο του 2018 είναι τα πακέτα φθηνής χρηματοδότησης.

Γιατί οι δεσμεύσεις και υποχρεώσεις μας, ως ένα σύνολο εγκεκριμένων από τους πιστωτές πολιτικών, ως και η εποπτεία τήρησής τους, θα συνεχιστούν για αρκετά χρόνια ακόμη… Είναι αδύνατο να συντηρούμε ένα δυσλειτουργικό και αντιπαραγωγικό κράτος.

Πρέπει όλοι να αντιληφθούμε πως φορολογική και κοινωνική πολιτική αλληλοσυμπληρώνονται στο πλαίσιο μιας δυναμικής, ανταγωνιστικής και εξωστρεφούς οικονομίας. Η φορολογική πολιτική οφείλει να υποστηρίζει την παραγωγή πλούτου, που με την σειρά του θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας και θα τροφοδοτήσει τα ταμεία του κράτους και του ασφαλιστικού συστήματος.

Ευχαριστώ.