13 Ιουνίου, 2018

«Η κυβέρνηση “αριστεύει” στα πλεονάσματα, αλλά μένει μεταξεταστέα στην ανάπτυξη»

Γιώργος Μαυρωτάς

Ομιλία Γιώργου Μαυρωτά στην Ολομέλεια της Βουλής

Για τα άσχημα νούμερα, τα οποία πετυχαίνει η Κυβέρνηση στην ανάπτυξη αντίθετα με τις προβλέψεις και στον αντίποδα των μεγάλων πλεονασμάτων, αναφέρθηκε στην αρχή της ομιλίας του ο βουλευτής Αττικής και Γραμματέας Κοινοβουλευτικού Έργου με το Ποτάμι, Γιώργος Μαυρωτάς, κατά τη συζήτηση για τα προαπαιτούμενα και το μεσοπρόθεσμο 2019-2022. Μίλησε για υποαπόδοση και για πόρους, οι οποίοι αντί να πάνε σε επενδύσεις, παραγωγή, εμπορεύσιμα αγαθά, δουλειές, εξωστρέφεια, πάνε για να υπηρετήσουν ένα πολιτικό αφήγημα που δεν είναι άλλο από τα επιδόματα-ασπιρίνες, που θέλει να δίνει η Κυβέρνηση. Στάθηκε στην αύξηση των άμεσων φόρων και ειδικά για τα φυσικά πρόσωπα, που θα ανέλθει στο 28,4%. Σχολιάζοντας τους Υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ περί δημιουργίας δημοσιονομικού χώρου από τα υπερπλεονάσματα, ο κ. Μαυρωτάς σημείωσε ότι ο μόνος χώρος που δημιουργείται είναι το κενό στις τσέπες των φορολογουμένων. Αμφισβήτησε, επίσης, τα λεγόμενα των κυβερνητικών στελεχών περί καθαρής εξόδου τον Αύγουστο, εφιστώντας την προσοχή στα επιτόκια τα οποία τώρα έχουν φθάσει το 4,5%.

Ζήτησε από όλο το πολιτικό σύστημα να πει την αλήθεια στους συνταξιούχους, καθώς και στους νυν εργαζομένους, ότι όταν έχουμε 1,3 εργαζόμενους για κάθε ένα συνταξιούχο και μισθούς 700 ευρώ, το όλο σύστημα δεν είναι βιώσιμο. Η αλήθεια, όπως υποστήριξε, είναι μία, ότι χωρίς επενδύσεις, χωρίς παραγωγή δεν θα υπάρχουν δουλειές και χωρίς δουλειές δεν θα υπάρχουν συντάξεις.

Στη συνέχεια της ομιλίας του, αναφέρθηκε στην επικαιρότητα για το Μακεδονικό και τη συμφωνία, ξεκαθαρίζοντας ότι ούτε όσοι αντιδρούν στη συμφωνία είναι ακροδεξιοί, ούτε όσοι συμφωνούν είναι προδότες και εθνομηδενιστές. Κάλεσε όλους να συμβάλλουν με επιχειρήματα και όχι με αναθέματα. Τόνισε, ότι πρώτα πρέπει να διαβαστεί το ακριβές κείμενο προτού διαμορφώσει κάποιος άποψη. Ωστόσο, χαρακτήρισε θετική την προοπτική που ανοίγεται στη βάση της διαφαινόμενης συμφωνίας, έχοντας ως αποτέλεσμα την έξοδο από ένα τέλμα 25 ετών. Υποστήριξε ότι με τη συμφωνία φαίνεται να επιτυγχάνονται οι βασικοί όροι της εθνικής γραμμής, ενώ σχολίασε ότι εκκρεμούν προς επίλυση σημαντικά ζητήματα, όπως οι συντομογραφίες και τα εμπορικά σήματα.

Ο βουλευτής του Ποταμιού σημείωσε ότι κάθε διαπραγμάτευση περιλαμβάνει και συμβιβασμούς και σε έναν συμβιβασμό δεν σημαίνει ότι πετυχαίνεις το maximum. Ταυτόχρονα όμως παρατήρησε ότι δεν χρειάζονται ούτε πανηγυρισμοί αλλά ούτε και συλλήβδην απόρριψη εν αναμονή μιας καλύτερης συμφωνίας στο μέλλον. Υποστήριξε ότι με βάση το ελληνικό συμφέρον, η λύση του ζητήματος ευνοεί την ευρωπαϊκή προοπτική της γειτονικής χώρας απομακρύνοντας την πιθανότητα αποσταθεροποίησής της και την ύπαρξη ενός προτεκτοράτου στα βόρεια σύνορά μας.

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, τόνισε ότι τα εθνικά θέματα δεν μπορούν να μπαίνουν σε μικροκομματικές σκοπιμότητες και σημείωσε πως το τι θα κάνει ο κ. Καμμένος είναι αδιάφορο καθώς όπως συμπλήρωσε: «αλίμονο αν τόσο σημαντικά θέματα, όπως τα εθνικά τα αφήνουμε πάνω του». Τέλος, έθεσε το ερώτημα, αν θα πρέπει ο πολιτικός κόσμος να αποφασίζει με βάση το θυμικό ή τη λογική; Με βάση τα εθνικά συμφέροντα ή τα εθνικά πάθη; Πρότεινε όλοι να σκεφθούν με το βλέμμα στο μέλλον και όχι στο παρελθόν, έτσι ώστε η Ελλάδα να είναι μια Ευρωπαϊκή χώρα, πρωταγωνιστής στην περιοχή, ισχυρή στην οικονομία, την παιδεία και τον πολιτισμό και όχι μια χώρα όπως απευχήθηκε κλειστή και φοβική, που θα πολεμάει με στερεότυπα δίνοντας μόνο μάχες οπισθοφυλακών.

Δείτε το βίντεο της ομιλίας εδώ:

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας:

Έχουμε το νομοσχέδιο με τα τελευταία προαπαιτούμενα για να κλείσει η 4η αξιολόγηση. Έχουμε και το μεσοπρόθεσμο 2019-22 που είναι η ακτινογραφία για το πού πάνε τα πράγματα. Θα ξεκινήσω από το Μεσοπρόθεσμό.

Δεν ξέρω αν το παρατηρήσατε, αλλά με βάση το μεσοπρόθεσμο το 2021, σημαδιακό έτος, είναι η επέτειος για τα 200 χρόνια από το 1821, θα ξεπεράσουμε πάλι τα 200 δις ΑΕΠ (είχε ξαναγίνει το 2005-06).

Πολλά μεσολάβησαν από τότε. Νομίζω ότι η κυβέρνηση πάει καλά, αλλά στα λάθος νούμερα… Πάει καλά στα νούμερα του πλεονάσματος, δεν πάει καλά στα νούμερα της ανάπτυξης. Και δεν εννοώ τις προβλέψεις, αλλά αυτά που πετυχαίνουμε, γιατί όλες οι προσαρμογές του προβλεπόμενου ρυθμού ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια είναι πάντα προς τα κάτω.

Αντιθέτως, των πλεονασμάτων είναι πάντα προς τα πάνω – ανησυχητικά προς τα πάνω θα έλεγα - δηλαδή έχουμε μια υπεραπόδοση στα πλεονάσματα και μια υποαπόδοση στην ανάπτυξη. Όμως τα υπέρογκα πλεονάσματα που επιδιώκονται αφαιρούν πόρους από την ανάπτυξη.

Γιατί πολύ απλά πόροι που θα μπορούσαν να πάνε σε επενδύσεις, παραγωγή, εμπορεύσιμα αγαθά, δουλειές, εξωστρέφεια, πάνε για να υπηρετήσουν ένα πολιτικό αφήγημα. Φανταστείτε έναν αθλητή που κάνει προπόνηση για να τρέξει σε αγώνες, όμως από κακή εκτίμηση του προπονητή, κάνει τόσο σκληρή προπόνηση που αδειάζουν οι αποθήκες λίπους και υδατανθράκων και αρχίζει πλέον να καίει μυς για να παράξει ενέργεια. Αν για παραγωγή ενέργειας καταναλώνει μυική μάζα, του λείπουν αυτοί οι μύες για να τρέξει.

Αυτό συμβαίνει και με τα υπερπλεονάσματα. Καίμε μύς…

Ακούστε λίγο τα νούμερα:
Την τετραετία του μεσοπρόθεσμου 2019-2022 η αύξηση του ΑΕΠ θα είναι συνολικά 11.7% σε ονομαστικές τιμές (από 189 σε 212 δις), ενώ η αντίστοιχη αύξηση των άμεσων φόρων θα είναι 16.4%. Και ειδικά των φυσικών προσώπων θα είναι 28.4% (με τη μείωση του αφορολόγητου), 11.7% αύξηση ΑΕΠ, 16.4% αύξηση φόρων, 28.4% αύξηση φόρων φυσικών προσώπων.

Έτσι, δημιουργούνται τα υπερπλεονάσματα. Αθροιστικά, το πρωτογενές πλεόνασμα για την 4ετία 2019-22 είναι 36 δις. Μεγαλύτερο από την αντίστοιχη αύξηση του ΑΕΠ που είναι 22 δις. Δηλαδή, τρώμε από τις σάρκες μας…

Όμως τα πλεονάσματα και τα υπερπλεονάσματα είναι πόροι που λείπουν από την ανάπτυξη. Λείπουν λοιπόν από την ανάπτυξη για να πάνε πού; Για να πάνε να υπηρετήσουν το κομματικό σας αφήγημα, να γίνουν ως επί το πλείστον επιδόματα – ασπιρίνες. Είναι η συνταγή για μια επιδοματική και όχι αναπτυξιακή πολιτική.

Με τα υπερπλεονάσματα τι κάνετε ουσιαστικά:
Σπρώχνετε την ανάπτυξη στον γκρεμό. Και όταν σας ρωτάνε γιατί τη σκοτώνετε, απαντάτε «Όχι εμείς, η βαρύτητα…».

Μίλησαν χθες και προχθές οι Υπουργοί και είπαν ότι τα υπερπλεονάσματα θα δημιουργήσουν δημοσιονομικό χώρο για την άσκηση της πολιτικής σας. Ο μόνος χώρος που βλέπω δημιουργείτε είναι το κενό στις τσέπες των φορολογουμένων.

Αν ο δημοσιονομικός χώρος δημιουργείτε αδειάζοντας την τσέπη των συνήθων υποζυγίων -των φορολογουμένων- είναι λάθος συνταγή. Κάνετε χώρο πώς; Βγάζοντας από τη μέση την επιχειρηματική δραστηριότητα, τη δημιουργικότητα και στη θέση τους βάζετε επιδόματα και προσλήψεις.

Από την τελευταία ανάλυση του Απριλίου του 2018 του Ινστιτούτου Peterson για το χρέος, προκύπτει αφενός ότι τα υψηλά πλεονάσματα είναι αδιέξοδο, γιατί δεν μπορούν να είναι βιώσιμα δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο.

Και από την άλλη στο θέμα του χρέους πρέπει να κοιτάμε όχι μόνο τον αριθμητή αλλά και τον παρανομαστή, δηλαδή το ΑΕΠ. Μεγαλώνοντας το ΑΕΠ, επενδύοντας σε εμπορεύσιμους, εξωστρεφείς κλάδους μειώνουμε τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ.

Και όταν μιλάμε για ανάπτυξη, επενδύσεις κλπ, μελέτες υπάρχουν εδώ και χρόνια (McKinsey, ΙΟΒΕ, Διανέοσις) για τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα. Οι μελέτες δεν λείπουν, η βούληση και η ικανότητα λείπει από την κυβέρνησή σας για να πάρει μπροστά η μηχανή, καθώς την φρενάρουν οι ιδεοληψίες και τα εγκατεστημένα συμφέροντα με τα οποία γρήγορα συμφιλιωθήκατε.

Και δεν μπορεί να μιλάτε για έξοδο από το μνημόνιο και μάλιστα καθαρή έξοδο, (τόσο καθαρή που καταντάει γλιστερή), επειδή βολεύει το πολιτικό μας αφήγημα.

Ας μιλάμε καλύτερα για βιώσιμη έξοδο από τα μνημόνια, ώστε να μην ξαναμπούμε σούμπιτοι μόλις τελειώσει το μαξιλάρι των 20 δις. Γιατί άλλο τα επιτόκια του 1.5% και άλλο του 4.5% (που έχει τώρα το δεκαετές). Όχι λοιπόν επικοινωνιακές ταρζανιές, αλλά συνετά βήματα.

Σχετικά με το συνταξιοδοτικό δυο λόγια. Γιατί το νομοσχέδιο έχει περικοπές συντάξεων και έχει γίνει μεγάλη σπέκουλα. «Όχι δεν είναι αυτό που νομίζετε λένε οι μεν». «Σφαγή συνταξιούχων λένε οι δε…».

Πρέπει να κοιτάξουμε τους συνταξιούχους στα μάτια και να τους πούμε ότι με αυτό το ασφαλιστικό σύστημα, (που είναι αναδιανεμητικό και όχι ανταποδοτικό) όταν έχουμε 1.3 εργαζομένους για κάθε 1 συνταξιούχο και με μισθούς των 700 ευρώ κατά μέσο όρο. Το σύστημα δεν είναι βιώσιμο. Τελεία.

Και οι συντάξεις όλο και θα περικόπτονται. Και έτσι όπως πάμε, η γενιά μου μάλλον δεν θα πάρει ποτέ σύνταξη, παρά τις υπέρογκες εισφορές που πληρώνει. Να τους κοιτάξουμε λοιπόν στα μάτια τους συνταξιούχους (και όλην την κοινωνία) και να πούμε την αλήθεια, ότι χωρίς επενδύσεις δεν θα έχουμε παραγωγή. Χωρίς παραγωγή δεν θα έχουμε δουλειές. Χωρίς δουλειές, δεν θα έχουμε και συντάξεις. Βάλτε σε αυτά και το δημογραφικό μαζί με το brain drain να δείτε πώς επιδεινώνονται περισσότερο ακόμα τα πράγματα.

Όσα λοιπόν πρωτοσέλιδα για «ψαλίδι στις συντάξεις» και αν βγαίνουν κάθε μέρα, όσες καριέρες και να κτίστηκαν πάνω στις πλάτες των συνταξιούχων σε τηλεπαράθυρα και πρωινάδικα που «κλαίνε» για τις περικοπές, δημιουργώντας τον μύθο του «Συνταξόδενδρου», ότι είχατε τη μαγική συνταγή ένα δένδρο που θα το ποτίζετε και θα ανθοφορεί συντάξεις για όλους.

(Και, ειρήσθω εν παρόδω, σε αυτές τις εκπομπές πλειοδοτούσατε κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ πριν το 2015)
Κλείνοντας την 4η αξιολόγηση για το 3ο μνημόνιο όμως νομίζω ότι οι πολίτες χρωστάνε μια ευγνωμοσύνη στον ΣΥΡΙΖΑ. Τους έκανε σοφότερους. Διέλυσε ψευδαισθήσεις. Όπως λέμε στα μαθηματικά… αναγκάσθηκε να καθορίσει το πεδίο ορισμού μέσα στο οποίο παίρνουν τιμές οι μεταβλητές του προβλήματος.

Χωρίς φανταστικές, άπειρες ή ασαφείς τιμές. Όμως η ζημιά που έκανε, παρασύροντας με τον λαϊκισμό τον κόσμο, τώρα του γυρνάει μπούμερανγκ. Γιατί ο λαϊκισμός είναι αχόρταγος και κάποια στιγμή που δεν χορταίνει τρώει και το χέρι που τον τάιζε. Μέχρι να έρθει ο επόμενος που θα τον ξαναταϊσει και φτου από την αρχή...

Και επιτρέψτε μου να κλείσω με δυο λόγια για το Μακεδονικό που είναι στην επικαιρότητα λόγω της επικείμενης συμφωνίας. Πρώτα απ’ όλα η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται με όρους προδοτών και πατριωτών, μειοδοσίας και πλειοδοσίας.

Ούτε όσοι αντιδρούν στη συμφωνία είναι ακροδεξιοί, ούτε όσοι συμφωνούν είναι προδότες και εθνομηδενιστές. Και σε αυτό πρέπει να συμφωνήσουμε και να συμβάλλουμε όλοι. Επιχειρήματα πρέπει να ακούγονται και όχι αναθέματα. Περιμένουμε να δούμε το ακριβές κείμενο πριν οριστικοποιήσουμε άποψη.

Η συμφωνία όπως περιγράφηκε χθες ανοίγει κατά τη γνώμη μου μια θετική προοπτική που πρέπει να την εξετάσουμε προσεκτικά. Μια προοπτική που μπορεί να μας βγάλει από το τέλμα στο οποίο βουλιάζουμε 25 χρόνια, έχοντας το κεφάλι μας στην άμμο.

Με άλλα λόγια μπορεί να ανατρέψουμε ένα τετελεσμένο: αυτό της αναγνώρισης από 140 χώρες της γείτονος ως σκέτο «Μακεδονία». Η συμφωνία κινείται στους βασικούς όρους της εθνικής γραμμής περί σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό, erga omnes και αναθεώρηση του Συντάγματος, ώστε να φύγουν οι αλυτρωτισμοί.

Η υπηκοότητα και η γλώσσα περιγράφονται ως «Μακεδονική» με κάποιους προσδιορισμούς, για να τους διαχωρίζουν από την ελληνική ιστορία. Αυτό είναι το σημείο που εγείρει τις περισσότερες ενστάσεις. Μένουν προς συζήτηση και επίλυση σημαντικά θέματα όπως π.χ. οι συντομογραφίες και (πολύ σημαντικό) τα εμπορικά σήματα.

Η αλήθεια είναι ότι η συμφωνία αυτή δεν γράφηκε από την αρχή σε λευκό χαρτί. Υπήρχαν δεδομένα 25 ετών. Αν λοιπόν θεωρήσουμε τη συμφωνία αυτή ως ευκαιρία επίλυσης και φυγής από την υπάρχουσα κατάσταση, τότε μπορούμε να δούμε τη συμφωνία με θετικό μάτι. Αν τη θεωρήσουμε με βάση το maximum των απαιτήσεών μας, σαν να μην έχει κυλίσει νερό στο αυλάκι όλα αυτά τα 26 χρόνια, είναι αρνητική.

Όμως, διαπραγμάτευση σημαίνει και συμβιβασμός και συμβιβασμός δεν σημαίνει ότι πετυχαίνεις το maximum. Μόνο σε μια άνευ όρων ήττας του αντιπάλου γίνονται όλοι οι όροι σου αποδεκτοί. Και δεν είναι αυτή η περίπτωσή μας. Και δεν θα έπρεπε να είναι.

Ούτε λοιπόν για κορώνες και για να πανηγυρίζουμε είναι η συμφωνία, αλλά κατά τη γνώμη μου, ούτε και για να την απορρίψουμε συλλήβδην, περιμένοντας μια καλύτερη στο μέλλον. Το ελληνικό συμφέρον κατά τη γνώμη μου προτάσσει τη λύση του ζητήματος.

Την Ευρωπαϊκή προοπτική της γειτονικής χώρας, ώστε να απομακρυνθεί η πιθανότητα αποσταθεροποίησής της και η ύπαρξη ενός προτεκτοράτου (Τουρκικού; Ρωσικού; Αλβανοβουλγαρικού; Μουσουλμανικού;) στα βόρεια σύνορά μας.

Δυστυχώς όμως, οι αποφάσεις και στα εθνικά θέματα φαίνεται να μπαίνουν -και αυτές-στην μικροκομματική διελκυστίνδα. Και από τους μεν και από τους δε. Όμως, με κομματικούς υπολογισμούς δεν λύνονται τα εθνικά ζητήματα.

Και δεν πρέπει να βάζουμε στη ζυγαριά από τη μία μεριά την επίσπευση της θητείας του ΣΥΡΙΖΑ για μερικούς μήνες και από την άλλη ένα θέμα που δεν αφορά τους επόμενους μήνες, αλλά τις επόμενες γενιές.

Επίσης, το τι θα κάνει ο κ. Καμμένος εμένα προσωπικά μου είναι αδιάφορο, αλίμονο αν τόσο σημαντικά θέματα όπως τα εθνικά τα αφήνουμε πάνω του… Αλίμονο αν ετεροπροσδιοριζόμαστε αν περιμένουμε να δούμε τι θα κάνουν οι ΑΝΕΛ, για να καθορίσουμε τη στάση μας.

Αυτό είναι πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Των ΑΝΕΛ που ο «πατριωτισμός» τους (εντός εισαγωγικών) φτάνει έως εκεί, που σκουντάει φιλικά, αλλά προς Θεού, δεν ρίχνει την κυβέρνηση.

Εν κατακλείδι, έγινε μια διαπραγμάτευση. Η κυβέρνηση το έφτασε μέχρι εκεί. Πέτυχε κάποια πράγματα, όχι όλα. Το ερώτημα είναι: Θα έχουμε στο μέλλον μια καλύτερη συμφωνία, αν απορρίψουμε αυτή; Έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου να περιμένουμε άλλα 10 χρόνια ή θα έχουν αλλάξει οι καταστάσεις στην περιοχή;

Το βασικότερο όμως ερώτημα είναι αν θα αποφασίσουμε με βάση το θυμικό ή τη λογική. Με βάση τα εθνικά συμφέροντα ή τα εθνικά πάθη; Που τα πάθη όταν οξύνονται κάνουν γωνίες και το αρχικό «Π» κάνει γωνία και γίνεται «Λ». Και τότε μιλάμε για εθνικά λάθη.

Το έχουμε ζήσει πολλάκις στο παρελθόν, τα εθνικά πάθη να γίνονται εθνικά λάθη. Και αυτό γίνεται όταν δεν υπάρχουν ψύχραιμες φωνές, αλλά μόνο άναρθρες κραυγές. Ας σκεφθούμε λοιπόν το ζήτημα με το βλέμμα στο μέλλον και όχι στο παρελθόν. Ποια Ελλάδα ονειρευόμαστε για τα παιδιά μας τα επόμενα 20 χρόνια;

Μια Ευρωπαϊκή χώρα, πρωταγωνιστή στην περιοχή που θα έχει «κατακτήσει» με την οικονομία, την παιδεία τον πολιτισμό της τον περίγυρό της; Ή μια χώρα κλειστή και φοβική, που θα πολεμάει με στερεότυπα, δίνοντας μόνο μάχες οπισθοφυλακών αρνούμενη να φύγει μπροστά…

Αν απαντήσουμε σε αυτό το δίλημμα θα έχουμε κάνει ένα μεγάλο βήμα εθνικής αυτογνωσίας.