14 Μάιος, 2019

Η χώρα χρειάζεται πνοή και ανάπτυξη, όχι παρηγορητικά μικρομερεμέτια

Αντιγόνη Λυμπεράκη

Ομιλία Αντιγόνης Λυμπεράκη στην Ολομέλεια της Βουλής

Στην ομιλία της στην Ολομέλεια, το βράδυ της Δευτέρας 13 Μαΐου 2019, η βουλευτής του Ποταμιού Αντιγόνη Λυμπεράκη, τόνισε πως οι Έλληνες πολίτες, μετά από εννέα χρόνια κρίσης, περιμένουν ανάπτυξη και πνοή στην οικονομία. Δεν περιμένουν ούτε μπαλώματα, ούτε πελατειακές διευθετήσεις και δυστυχώς στο παρόν νομοσχέδιο πλεονάζουν. Κοινός παρονομαστής των άρθρων, επεσήμανε, είναι η νοοτροπία του «business as usual». Η αμεριμνησία δείχνει ότι το πάθημα της χρεοκοπίας δεν μας έγινε μάθημα.

Αναφερόμενη στο ασφαλιστικό, η καθηγήτρια οικονομικών τόνισε πως για μια ακόμα φόρα, αρμενίζει στα τυφλά. Η βιωσιμότητα που εξασφαλίζουν οι ασφαλιστικές παρεμβάσεις είναι πλασματική και ο λογαριασμός θα σταλεί για μία ακόμα φορά στην νέα γενιά.

Όσον αφορά στην εργασία, η κα. Λυμπεράκη ανέφερε πως η μόνη ουσιαστική και σημαντική πλευρά της αγοράς εργασίας που θα έπρεπε να μας απασχολεί είναι η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας: μόνο η αύξηση των προσλήψεων θα οδηγήσει στην οικονομική ανεξαρτησία των ανθρώπων.

Στο θέμα των ρυθμίσεων οφειλών, η κοινοβουλευτική εκπρόσωπος του Ποταμιού, είπε πως απουσιάζει ο γενικός κανόνας και η ενιαία λογική, υπογραμμίζοντας την τιμωρητική διάθεση που το νομοσχέδιο έχει προς τις επιχειρήσεις.

Τέλος, έκανε ειδική μνεία στις συντάξεις χηρείας, λέγοντας πως είναι αμφίβολο αν θα υπάρξουν αυξήσεις μετά τον επανυπολογισμό. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, αντί να δημιουργήσει ευκολίες πρόσβασης των γυναικών άνω των 52 χρόνων στην απασχόληση, τις θεωρεί ανίκανες προς εργασία και τις καταδικάζει σε μακροχρόνια εξάρτηση από επιδόματα, δίνοντάς τους για 30 και πάνω χρόνια ποσοστό της σύνταξης του άντρα τους.

Δείτε το βίντεο της ομιλίας εδώ:

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας:

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μετά από εννέα χρόνια κρίσης αυτό που περιμένουν οι πολίτες της Ελλάδας, άνδρες και γυναίκες, είναι πνοή και ανάπτυξη. Δεν περιμένουν ούτε πελατειακές διευθετήσεις ούτε μικρομερεμέτια.

Στο νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα, υπάρχουν πολλών λογιών άρθρα. Υπάρχουν θετικά, υπάρχουν αδιάφορα, υπάρχουν πελατειακά και υπάρχουν δυστυχώς και πολλά περιπτωσιολογικά. Ο τόνος, όμως, αν υπάρχει δηλαδή μία κόκκινη κλωστή που ενώνει τα διαφορετικά άρθρα, είναι ένα πνεύμα αμεριμνησίας κάτι σαν «business as usual» στο πελατειακό στερέωμα, σαν η χώρα μας να μη χρεοκόπησε, σαν να μην μάθαμε τίποτα από τα πολλά και επαναλαμβανόμενα λάθη, που έκαναν πολλοί και διάφοροι σε διαφορετικές στιγμές.

Πρώτα θέλω να μιλήσω για τις δόσεις και για τις ελαφρύνσεις στα χρέη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι απαραίτητες όχι τόσο για να ικανοποιηθούν αιτήματα -πολύ σημαντικό όταν υπάρχει δυνατότητα να γίνεται- όχι για να ανταμειφθούν ψηφοφόροι -αυτό μου φαίνεται ότι δεν βοηθάει σε γενικές γραμμές- ούτε για να αναδειχθεί ένα κοινωνικό προφίλ, το οποίο στην πραγματικότητα έλειπε και έλαμπε διά της απουσίας τόσο καιρό. Ο λόγος που χρειάζονται ελαφρύνσεις και πολλές δόσεις είναι για να δοθεί πνοή στην οικονομία και προοπτική στους νέους. Αυτό, δυστυχώς, δεν το κάνει όσο θα έπρεπε αυτό το νομοσχέδιο, ενώ νομίζω ότι θα μπορούσε.

Ως προς τα ασφαλιστικά, δυστυχώς, δεν υπάρχει καμμία αναλογιστική προσέγγιση. Το ασφαλιστικό, κατά το γνωστό σύστημα, αρμενίζει στα τυφλά.

Είχε γίνει μια αναλογιστική προβολή για το 2018-2060. Αυτή δημοσιοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, έγινε με στοιχεία του 2016 και με νομοθεσία του 2017. Ακόμα και αυτή ήταν ανεξήγητα αισιόδοξη. Έπαιρνε ως δεδομένο ότι μέχρι το 2030 οι γυναίκες της Ελλάδας θα δουλεύουν εξίσου πολύ ή εξίσου συχνά με τους άντρες στην Ελλάδα, κάτι το οποίο δεν συνοδεύεται ούτε από κάποιον ακτιβισμό μέτρων από την πλευρά της προσφοράς ούτε κυρίως μέτρων από την πλευρά της ζήτησης.

Όμως, ακόμα και αυτή η πολύ αισιόδοξη αναλογιστική ανάγνωση έχει ανατραπεί, γιατί έχουν αλλάξει κάποια από τα δεδομένα πάνω στα οποία στηριζόταν, όπως, για παράδειγμα, η προσωπική διαφορά. Άρα, η προβολή σήμερα είναι περίπου σαν τον ορισμό των greek statistics. Είναι έτσι επειδή έτσι βόλευε τον κ. Κατρούγκαλο και τώρα βολεύει την κ. Αχτσιόγλου.

Τώρα έρχεται αυτός ο νόμος και φέρνει και άλλα βάρη για το μέλλον, χωρίς καν να τα υπολογίζει. Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους υπολογίζει το βάρος των προτεινόμενων μέτρων μέχρι το 2022. Οι ασφαλιστικές ρυθμίσεις, ακόμα και οι πιο μικρές, έχουν μια ιδιαιτερότητα, επεκτείνονται σε βάθος χρόνου. Το να συμβεί κάτι και να είναι διαχειρίσιμο για τα επόμενα δύο, τρία, τέσσερα χρόνια είναι ανεπαρκές, προκειμένου να παρθεί μια απόφαση.

Αυτό με κάνει να πιστεύω –και κάνει να πιστεύει και το Ποτάμι- ότι η βιωσιμότητα που εξασφαλίζεται με αυτές τις ασφαλιστικές παρεμβάσεις είναι μια βιωσιμότητα εντός εισαγωγικών, μια βιωσιμότητα όπως πριν, δηλαδή μια βιωσιμότητα με υψηλόφωνες διαβεβαιώσεις προεκλογικά ότι είναι θωρακισμένο το σύστημα, ότι αντέχει, υπάρχει χώρος κ.λπ. και μετά από κάθε εκλογές βάρβαρες ασφαλιστικές διευθετήσεις. Και πολύ φοβάμαι ότι ο λογαριασμός θα σταλεί πάλι στη νέα γενιά.

Για την εργασία θα ήθελα να πω κάτι το οποίο βασίζεται σε μια μεγάλη παρεξήγηση. Το νομοσχέδιο βαφτίζει προστασία τη δημιουργία αναχωμάτων στις απολύσεις. Αυτό είναι η μια πλευρά της εικόνας της αγοράς εργασίας.

Η ουσιαστική και σημαντική πλευρά της αγοράς εργασίας που πρέπει να μας ενδιαφέρει –γιατί αυτή τελικά μετατρέπεται σε θέσεις εργασίας, σε αυτενέργεια των ανθρώπων, σε οικονομική ανεξαρτησία- είναι αν τα μέτρα για τους εργαζόμενους διευκολύνουν ή εμποδίζουν τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και τις προσλήψεις.

Πολύ φοβάμαι ότι όπου έχουν μετρηθεί τα μέτρα τέτοιου τύπου ανάχωμα στις απολύσεις τελικώς λειτουργούν σαν εργασιοκτόνες ρυθμίσεις για τους νέους, όχι μόνο για τους νέους σε ηλικία, αλλά για τους νέους στην αγορά εργασίας και αυτό από τη σκοπιά των γυναικών έχει μεγάλη σημασία γιατί στη διάρκεια της κρίσης πολλές γυναίκες μέσης ή σχετικά πιο ώριμης ηλικίας αναζητούν για πρώτη φορά εργασία και κάποιες μόνο από αυτές βρίσκουν. Άρα, είναι φιλολαϊκό στα λόγια και εργασιοκτόνο στην πράξη.

Τέλος, για τις συντάξεις χηρείας ο ασφαλιστικός νόμος Κατρούγκαλου εξήντλησε πραγματικά την αυστηρότητά τους στις χήρες, οι οποίες ως γνωστόν έχουν και το χαρακτηριστικό να μη διαμαρτύρονται υψηλοφώνως. Όταν πια η έκταση του προβλήματος έφτασε να γίνει ορατή δια γυμνού οφθαλμού και με δεδομένο ότι η τρόικα έχει αποχωρήσει πλέον ευτυχώς, γίνονται κάποια μπαλώματα εσπευσμένα, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς υπολογισμούς, αλλά το χειρότερο από όλα με ένα όραμα για την Ελλάδα σαν να είμαστε πίσω στο 1950 με μια πολύ παραδοσιακή αντιμετώπιση των γυναικών. Θα επανέλθω σε αυτό στην πορεία.

Θα ήθελα να σταθώ στις ρυθμίσεις οφειλών, στις συντάξεις χηρείας και στα εργασιακά λίγο περισσότερο και δεν θα υπερβώ καθόλου τον χρόνο μου.

Για τις ρυθμίσεις οφειλών θέλω να πω ότι απουσιάζει ένας γενικός κανόνας και μια ενιαία λογική. Ισχύουν άλλα για το Δημόσιο, άλλα για τους δήμους, άλλα για τα ταμεία, άλλος αριθμός δόσεων, άλλο ποσοστό προσαύξησης, άλλο επιτόκιο, άλλος μέγιστος αριθμός δόσεων. Είναι εκατόν είκοσι για την εφορία και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και εκατό για τους δήμους, δεκαοκτώ για τις επιχειρήσεις. Η δε ερμηνεία προσαύξησης λόγω καθυστέρησης είναι 2% προς την εφορία μηνιαία, 5% στους δήμους, δηλαδή 24% και 60% ετησίως αθροιστικά.

Θα ήθελα να υπογραμμίσω την τιμωρητική διάθεση προς τις επιχειρήσεις. Αυτό δεν ενδιαφέρει μόνο όσους και όσες είναι φίλοι και φίλες των επιχειρήσεων. Κυρίως μας ενδιαφέρει γιατί αν δεν λειτουργούν οι επιχειρήσεις, δεν θα υπάρχουν θέσεις εργασίας για να απασχοληθούν οι άνθρωποι, για να μην έχουν ανάγκη τα επιδόματα, για να μην έχουν ανάγκη τις χάρες, για να μην έχουν ανάγκη να προστρέχουν στους πολιτικούς κάθε φορά που τους τυχαίνει μια αναποδιά.

Αυτό που πραγματικά δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα είναι γιατί υπάρχει διαφοροποίηση στο ποσό της ελάχιστης μηνιαίας δόσης μεταξύ αγροτών και λοιπών οφειλετών των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και γιατί υπάρχει διαφορά στο ποσοστό έκπτωσης προσαύξησης και τόκων. Αυτό δημιουργεί μια κατάσταση όπου αυτοαπασχολούμενοι, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί έχουν μεγαλύτερη ελάχιστη δόση για οφειλή στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από τους αγρότες. Υπάρχει κάποιου τύπου ταξικός διαχωρισμός; Έχει μετρηθεί αυτό; Έχουμε δει ότι έτσι θα δουλέψει καλύτερα; Και αν έχει μετρηθεί, γιατί δεν το βλέπουμε;

Στον υπολογισμό των δόσεων προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν το εισόδημα του οφειλέτη, ενώ στις οφειλές προς την εφορία λαμβάνεται. Στην πράξη, έτσι όπως είναι φτιαγμένος ο αλγόριθμος και επειδή υπάρχει το ανώτερο όριο των εκατόν είκοσι δόσεων, το ύψος του εισοδήματος παίζει ρόλο μόνο για οφειλές 15.000-20.000 ευρώ. Αν οι οφειλές είναι 20.000 ευρώ, την ίδια δόση θα πληρώσει κάποιος που έχει εισόδημα 30.000 ευρώ και κάποιος με εισόδημα 10.000 ευρώ και όσο αυξάνει η οφειλή -έχει ενδιαφέρον αυτό- τόσο δεν παίζει ρόλο το εισόδημα στον υπολογισμό της μηνιαίας δόσης.

Βελτιωτικές προτάσεις –αυτό από τη σκοπιά του Ποταμιού- είναι ότι όταν νομοθετούμε κάτι που θα εφαρμόζεται για δέκα χρόνια -γιατί οι εκατόν είκοσι δόσεις αυτό σημαίνουν, δέκα χρόνια- πρέπει να υπάρχει μια πρόνοια τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, αλλά και προσαρμογής των εισοδηματικών κριτηρίων, γιατί η οικονομία μας βγαίνει από την ύφεση και ευτυχώς. Αν δεν υπάρχει πρόβλεψη για αναπροσαρμογή, δημιουργείται ένα είδος αδικίας σε βάρος των μελλοντικών φορολογουμένων.

Επιπλέον, το εισόδημα βάσης δεν είναι καλή ιδέα να αναφέρεται σε μια και μόνο χρονιά. Είναι πολύ καλύτερο να αποτελεί τον μέσο όρο τριών χρόνων. Αυτό είναι προφανές ότι ισχύει για τους αυτοαπασχολούμενους που μπορεί τη μια χρονιά να έχουν είκοσι, την άλλη να έχουν πέντε και αν μετριούνται με τη λάθος χρόνια για αυτούς, θα καλούνται να ανταποκριθούν σε ένα βάρος που δεν μπορούν. Όμως, ισχύει και για τους εργαζόμενους που μπορεί να χάσουν τη δουλειά τους ή να βρουν δουλειά. Σε τελευταία ανάλυση, είναι πολύ πιο λογικό και αποδίδει καλύτερα και αυτό δείχνει και η διεθνής εμπειρία.

Tέλος, πρέπει να υπάρχουν περισσότερες δόσεις για τις επιχειρήσεις. Δεν λέω να υπάρχουν εκατόν είκοσι, αλλά οι δεκαέξι, οι δεκαοκτώ είναι πάρα πολύ λίγες. Νομίζω ότι θα πρέπει να το σκεφτείτε και να φτάσουν περίπου -τουλάχιστον κατ’ ελάχιστον- τις τριάντα έξι.

Και τα τελευταία λεπτά που μου μένουν θέλω να μιλήσω για τις συντάξεις χηρείας. Η Ελλάδα, το σύστημά μας αρνείται τη σύνταξη στις γυναίκες, βάζοντας κατώφλι τα δεκαπέντε χρόνια για τη δημιουργία ασφαλιστικού δεσμού και λοιπά και τις δικαιώνει όταν πεθαίνει ο άντρας τους. Αντί να υπάρχει εθνική σύνταξη για όλους στα εξήντα επτά, στην πραγματικότητα υπάρχουν προσαυξήσεις για τον σύζυγο που τελικά δημιουργούν ένα ολοένα και μεγαλύτερο χάσμα φύλου στις συντάξεις.

Η αντιμετώπιση των γυναικών ήταν πάντα προσαρμοσμένη στο πρότυπο του στρατηγού της δεκαετίας του 1950 που έπαιρνε μία νεαρή σύζυγο, αυτή έχει εφ’ όρου ζωής σύνταξη, το ίδιο και η ανύπαντρη θυγατέρα της. Ευτυχώς, αυτό δεν ισχύει πλέον, όμως η αντίληψη για το πώς είναι και πώς λειτουργούν οι γυναίκες και τι περιμένουμε από αυτές είναι ακόμα, δυστυχώς, πολύ ίδια.

Στα ειδικότερα μέτρα φαίνεται πολύ γενναιόδωρο το ποσοστό της σύνταξης του θανόντος να ανεβαίνει από το 50% στο 70%, αλλά πριν να πανηγυρίσουμε πρέπει να σκεφτούμε ότι αυτό το 70% θα μετριέται πάνω σε έναν άλλο παρονομαστή, μετά τον επανυπολογισμό δηλαδή.

Και θα ήθελα πάρα πολύ να δοθούν ορισμένα παραδείγματα για το τι σημαίνει αυτό σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση, ποιοι ωφελούνται και ποιοι χάνουν.

Υπάρχουν τρεις νοοτροπίες, όσον αφορά το θέμα ηλικίας. Λέει κάπου το νομοσχέδιο ότι για τις γυναίκες άνω των πενήντα ετών δεν γίνεται, δεν είναι απασχολήσιμες, έγιναν προσπάθειες, αλλά αυτές δεν ανταποκρίνονται.

Εκτός του ότι όποιος κοιτάξει τα στοιχεία της έρευνας εργατικού δυναμικού βλέπει ότι δεν ισχύει αυτό -πολλές γυναίκες σε αυτή την ηλικία το προσπάθησαν γιατί αναγκάστηκαν και βρήκαν δουλειά, έστω και για πρώτη φορά- είναι και εξαιρετικά πατερναλιστικό για τις γυναίκες. Είναι πολύ καλύτερο να δοθούν κίνητρα και διευκολύνσεις για την επανένταξη στην αγορά εργασίας παρά να πει κανείς ότι καταργεί το όριο ηλικίας, γιατί δεν μπορεί να κάνει κάτι μια γυναίκα μετά τα πενήντα. Πώς σε τρία χρόνια να γίνει απασχολήσιμη; Δεν μπορεί να το κάνει. Αυτό είναι μία απαράδεκτη αντίληψη και λυπάμαι που το λέω.

Τώρα, όσον αφορά τη διεύρυνση ασφάλισης υγείας σε επιζώντα παιδιά από τα είκοσι τέσσερα στα τριάντα πέντε, τι να σας πω; Γιατί να είναι στα τριάντα πέντε και να μην είναι στα πενήντα πέντε; Δηλαδή, είναι ένα μέτρο το οποίο ακούγεται μόνο σαν ένα δωράκι.

Και όσον αφορά και τους δικαιούχους ορφανικών από τα δεκαοκτώ στα είκοσι τέσσερα -ανεξάρτητα από το αν εργάζονται ή όχι- και τα τρία που σας είπα και τα ασφαλιστικά των ορφανών μέχρι τα τριάντα πέντε και οι συντάξεις μέχρι τα είκοσι τέσσερα -ανεξαρτήτως του αν σπουδάζουν- και η ηλικιοφοβία των γυναικών, ως προς τις γυναίκες δείχνουν έναν πατερναλισμό που ακυρώνει την αξία, τη σημασία της ατομικής προσπάθειας και κυρίως της ευθύνης του κράτους να τη βοηθήσει να αποδώσει για οικονομική ανεξαρτησία, όχι για μια συνεχή εξάρτηση.

Η εθνική σύνταξη δεν μπορεί να δίνεται ως ποσοστό, πρέπει να δίνεται ολόκληρη. Είναι αστείο να έχουμε ποσοστά εθνικής σύνταξης. Η τριετής προσαρμογή πρέπει να διατηρηθεί, αλλά να ληφθούν ενεργά μέτρα για την απασχολησιμότητα μεγαλύτερων ατόμων. Ταυτόχρονα, πρέπει να κρατηθεί το ηλικιακό όριο των πενήντα δύο και των πενήντα πέντε ετών αντιστοίχως που καταργείται. Επίσης, τα έτη γάμου μέχρι τη στιγμή που ο σύζυγος αποδημήσει στον άλλο κόσμο δεν πρέπει να γίνουν τρία, πρέπει να μείνουν πέντε. Η μείωση στα τρία θυμίζει ένα συμβόλαιο μακροχρόνιας φροντίδας. Δεν τιμά ούτε της φροντίστριες ούτε τους φροντιζόμενους και καθόλου το ελληνικό Κοινοβούλιο.
Ευχαριστώ πολύ.