30 Ιουνίου, 2016

«Η αμφιθυμία σας οδήγησε στο σημερινό φιάσκο»

Σπύρος Δανέλλης

Στην Ολομέλεια της Βουλής τοποθετήθηκε ως Ειδικός Αγορητής του Ποταμιού ο βουλευτής Ηρακλείου, Σπύρος Δανέλλης, για το Ν/Σ του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής «Κύρωση της από 24 Ιουνίου 2016 τροποποίησης και κωδικοποίησης σε ενιαίο κείμενο της από 13ης Φεβρουαρίου 2002 Σύμβασης Παραχώρησης μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και της Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΑΕ και άλλες διατάξεις».

Δείτε το βίντεο της ομιλίας εδώ:

Το πλήρες κείμενο της ομιλίας έχει ως εξής:

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Αυτό το φιάσκο για την κυβέρνηση, τη Βουλή των Ελλήνων, τη χώρα όφειλε η κυβέρνηση να είχε αποφύγει.

Αν η αμφιθυμία που πάντα την χαρακτήριζε για το λιμάνι δεν είχε ξεπεραστεί, δεν υπήρχε κανένας λόγος επίσπευσης της Κύρωσης της Σύμβασης με την Cosco.

Η εικόνα αναξιοπιστίας που έστειλε όχι η κυβέρνηση, αλλά η χώρα προς κάθε επίδοξο επενδυτή είναι καταστροφική.

Λυπάμαι παράλληλα για την ευκολία αφύπνισης της ρητορικής του διχασμού.

«Μαζί μας ή με τον εχθρό»

Απαράδεκτο.

Νόμιζα πως η εποχή «πατριωτών» και «γερμανοτσολιάδων» έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Και ότι βιώνοντας τα απαράδεκτα φαινόμενα βίας και τραμπουκισμού τα στελέχη της κυβέρνησης, θα αναλογιζόσαστε την καταστροφικότητα αυτής της μεθοδολογίας.

Αλλά δυστυχώς δεν βλέπω να ισχύει ούτε το «στερνή μου γνώση…».

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Τα λιμάνια και μάλιστα τα εθνικής σημασίας λιμάνια, αποτελούν βασικά εργαλεία παραγωγής εθνικού πλούτου.

Διαχρονικά αποτελούσαν τμήμα της βασικής υποδομής για την ανάπτυξη ενός τόπου.

Δυνητικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν και ουσιαστικό βραχίονα της περίφημης «γαλάζιας ανάπτυξης», στην οποία η Ελλάδα προχωρά με βήμα χελώνας, ενώ θα μπορούσε να καταστεί στρατηγικό εργαλείο εξόδου της χώρας από την κρίση.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, η αξιοποίησή τους είναι εκ των ων ουκ άνευ.

Στην παρούσα ιστορική συγκυρία οι ψευδαισθήσεις, οι δραματικοί τόνοι, οι ιδεοληπτικές κορώνες και οι συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις δεν μπορούν να δώσουν λύσεις.

Όλες αυτές οι εκφράσεις του θυμικού, συντελούσαν και συντελούν στην διατήρηση ενός βαθιά ριζωμένου κρατισμού, του οποίου μοιραίο επακόλουθο είναι ο συντεχνιασμός, ο πελατειασμός, αλλά και ο στραγγαλισμός κάθε υγιούς προσπάθειας επιχειρηματικότητας.

Όμως πλέον βρισκόμαστε σε μια άλλη πραγματικότητα.

Η χώρα πρέπει να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της επόμενης δόσης, των αέναων δανεικών και των συνεχιζόμενων αναποτελεσματικών προγραμμάτων στήριξης, που είναι βέβαια και εξαιρετικά αμφίβολο ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν στη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Η δαμόκλειος σπάθη της χρεοκοπίας, που επικρέμεται πάνω από την χώρα τα τελευταία έξι χρόνια, δημιουργεί εχθρικό περιβάλλον για τις επενδύσεις.

Είναι βέβαιο πως πρέπει να αναπροσαρμόσουμε, τόσο τις επιλογές, όσο και τις πρακτικές και τις στρατηγικές μας.

Χρειαζόμαστε εκτεταμένη αλλαγή παραδείγματος, που επιβάλλει την υιοθέτηση ενός νέου λεξιλογίου.

Λέξεις ή εκφράσεις όπως «ξεπούλημα των ασημικών», «στο σφυρί» ή «πουλήθηκε για ένα κομμάτι ψωμί», όχι μόνο δεν προσφέρουν στον δημόσιο διάλογο, αλλά επιπλέον δεν βοηθούν στο σπάσιμο του ταμπού, που είναι η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

Και αυτό είναι ένα λεξιλόγιο, με το οποίο γαλουχήθηκε η ελληνική κοινωνία, πολλά χρόνια τώρα.

Ένα λεξιλόγιο που την τραυμάτισε βαθιά και τη δίχασε.

Τα ευρήματα της έρευνας της Public Issue με τίτλο «Πόλη - Λιμάνι», που πραγματοποιήθηκε στην πρώτη και τη δεύτερη περιφέρεια Πειραιά είναι ενδεικτικά.

Από τη μια, οι πολίτες, έχουν θετική εικόνα, τόσο για τον ΟΛΠ, όσο και για την Cosco.

Πιστεύουν πως η ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ θα έχει θετικές συνέπειες σε κρίσιμους τομείς, όπως στην ενίσχυση της διεθνούς θέσης του λιμανιού, στα έργα υποδομής, στην δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, στην βελτίωση των υπηρεσιών προς επιβάτες και χρήστες, και κυρίως στην ανάπτυξη της περιοχής.

Ωστόσο από την άλλη, μόνον το 37% της πειραϊκής κοινής γνώμης συντάσσεται με την ιδιωτικοποίηση του λιμανιού, ενώ το 46% διαφωνεί (!).

Πρόκειται για μια βαθιά εσωτερική αντίφαση της πειραιώτικης κοινωνίας, για την οποία δεν ευθύνεται η ίδια.

Ο δημόσιος πολιτικός λόγος υπήρξε βαθιά διχαστικός και οι ευθύνες βαραίνουν σε μεγάλο βαθμό την τότε αντιπολίτευση και σημερινή κυβέρνηση.

Πολλοί επένδυσαν και τόκισαν, κτίζοντας σε αυτόν το διχασμό.

Σήμερα, θα ήταν σαν να κλέβαμε παγκάρι με το να παραθέτουμε δηλώσεις, συνθήματα, αντιδράσεις, μεταβολές απόψεων, στροφές 180 μοιρών, που χαρακτήρισαν την προσέγγιση αυτού του θέματος από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ, από τότε που ήταν στην αντιπολίτευση μέχρι και τώρα βεβαίως τον τελευταίο 1, 5 χρόνο που κυβερνά.

Δεν πρέπει να τα ξεχνάμε, μήπως μέσω της αυτογνωσίας βγούμε σοφότεροι.

Όμως δεν θα είχε νόημα να συνεχίσουμε σε αυτό τον δρόμο.

Η δημαγωγική αντιπολίτευση, όχι μόνο δεν βοηθά, αλλά υπονομεύει.

Και φυσικά κάποιες φορές αυτό-υπονομεύεται, όπως στην περίπτωσή σας, που βρεθήκατε δεσμευμένοι, μέσα στα ίδια σας τα «όχι», αντί να έχετε συμβάλλει κριτικά αλλά δημιουργικά στο ζητούμενο.

Που δεν είναι άλλο από την διασφάλιση του δημοκρατικού συμφέροντος και την ορθολογική και επωφελή διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, με κανόνες, με όρους και ρυθμίσεις, αλλά και τη μετέπειτα επίβλεψη της υλοποίησης αυτών των όρων.

Έτσι μόνο, ο δημόσιος πλούτος θα μπορούσε να καταστεί εργαλείο, για την δημιουργία προϋποθέσεων ανάπτυξης.

Μόλις σήμερα μπορούμε να πούμε με ψυχραιμία πως δεν μιλάμε για πώληση του λιμένα του Πειραιά, αλλά για πώληση των μετοχών της εταιρίας που έχει αναλάβει τη διαχείριση των υποδομών λιμένα, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Και αυτό δεν είναι αυτονόητο για τους πολλούς.

Όπως δεν είναι αυτονόητο για όλους, πως την επιχειρηματική δραστηριότητα την ασκούν επιχειρηματίες και επενδυτές που δημιουργούν υπεραξίες και όχι ένα υπερτροφικό κράτος, το οποίο επιπροσθέτως είναι δέσμιο των πελατειασμών και των συντεχνιασμών.

Σε αυτήν την λογική συναινούμε στο παρόν νομοσχέδιο.

Κυρίες και κύριοι.

Ο χρόνος είναι χρήμα.

Η αποκρατικοποίηση του ΟΛΠ διήρκεσε για περισσότερο από 2 χρόνια - αυτή καθεαυτή η διαδικασία.

Αν δε, συνυπολογιστούν και οι λοιπές καθυστερήσεις μέχρι να προκηρυχτεί ο διαγωνισμός - πέντε από το 2011 μέχρι σήμερα - αν είχαμε μια στοιχειώδη συναίνεση, με άλλους όρους θα συζητούσαμε σήμερα, και άλλα θα είχαμε κερδίσει για την χώρα.

Οι ενδιαφερόμενοι χρειάστηκε να περιμένουν δυο ολόκληρα χρόνια για να κλείσει το ζήτημα του περιβόητου φιλικού διακανονισμού.

Σκεφτείτε να μην θέλαμε φιλικό διακανονισμό…

Αν υπήρχαν υγιείς προϋποθέσεις διεξαγωγής ενός υπεύθυνου πολιτικού διαλόγου, μεταξύ των πολιτικών κομμάτων της χώρας, μπορεί να είχαμε υιοθετήσει ένα άλλο μοντέλο αποκρατικοποίησης και συνεπακόλουθης ανάπτυξης του λιμανιού.

Κύριε Υπουργέ,

Αυτό το οποίο μας ξενίζει και μας δημιουργεί προβληματισμούς για το ορθολογικό των επιλογών σας, είναι το Άρθρο 11 για την μετάταξη του προσωπικού.

Το εν λόγω άρθρο δημιουργεί το παράδοξο: μια αποκρατικοποίηση να αυξάνει τον Δημόσιο τομέα.

Και όλα αυτά, χωρίς κανέναν προγραμματισμό και χωρίς ουσιαστική εκτίμηση από το ΓΛΚ.

Το ζήτημα της προστασίας του πλεονάζοντος προσωπικού σε κάθε ιδιωτικοποίηση αποτελεί κεντρικής σημασίας ζήτημα, για την εκάστοτε κυβέρνηση.

Η πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, βρίθει ασύμφορων, ανορθολογικών και άδικων για τον φορολογούμενο πολίτη τέτοιων παραδειγμάτων.

Οι εθελούσιες έξοδοι προσωπικού, με τις παχυλές συντάξεις από τον ΟΤΕ και την Ολυμπιακή, αλλά και η κάκιστη διαχείριση προσωπικού, τόσο στο κλείσιμο, όσο και στο άνοιγμα της ΕΡΤ αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

Στην χώρα μας δεν έχει γίνει καμία σοβαρή συζήτηση για τη μέριμνα που πρέπει να λαμβάνεται σε τέτοιες περιπτώσεις.

Και στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται πως ουσιαστικά το σύνολο σχεδόν του τιμήματος της ιδιωτικοποίησης, αντί να καλύψει πραγματικές ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου, μέσα σε ένα ορίζοντα δεκαπενταετίας, εξανεμίζεται στις μισθολογικές ανάγκες, που θα προκύψουν από την διαδικασία μετάταξης των σημερινών εργαζομένων στο Δημόσιο.

Επίσης, πρέπει να απαντηθεί το ζήτημα που έχει τεθεί, αναφορικά με το πλαφόν των μετατάξεων, όπως και ο προγραμματισμός των αναγκών των υπηρεσιών που θα υποδεχθούν το προσωπικό του ΟΛΠ και του ΟΛΘ.

Αποτελεί η ρύθμιση αυτή, ένα είδος «μπούσουλα», για μετατάξεις εργαζομένων και από τις υπόλοιπες υπό αποκρατικοποίηση δημόσιες επιχειρήσεις, όπως π.χ. η ΤΡΑΙΝΟΣΕ ή όσες ενταχθούν στο νέο υπερ-Ταμείο, δηλαδή οι αστικές συγκοινωνίες, ο ΟΣΕ, τα ΕΛΤΑ, κ.α.;

Τι ακριβώς κόστος συνεπάγεται κάτι τέτοιο;

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η οικονομία μας αντιμετωπίζει την δέσμευση επίτευξης ενός υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος το 2018, αν και βρίσκεται σε εντεινόμενη ύφεση, εδώ και ένα χρόνο.

Η πραγματική οικονομία πλήττεται από απανωτά λουκέτα που έχουν πάρει τη μορφή χιονοστιβάδας.

Αυτό σας υποχρεώνει, από τη μια να μειώνετε τις δημόσιες δαπάνες, όπως βλέπουμε άλλωστε σήμερα με το κόψιμο του ΕΚΑΣ σε 150.000 μικροσυνταξιούχους των 600 και των 700 ευρώ, ενώ θα έπρεπε να σας οδηγεί στην επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων και στη δημιουργία ενός φιλο-επενδυτικού κλίματος.

Με εμμονές και παρελκυστικές τακτικές, σαμποτάρετε ακόμη και έτοιμες ιδιωτικοποιήσεις.

Δεν κατανοείτε πως η ευρωπαϊκή πραγματικότητα αλλάζει ραγδαία;

Κατά την μετά BREXIT εποχή, στον ευρωπαϊκό χάρτη έτσι όπως διαμορφώνεται, πέρα από τα μεγάλα προβλήματα που αναμφίβολα δημιουργούνται, θα έπρεπε να επεξεργάζεστε τις ευκαιρίες που ανοίγονται.

Δεν θα έπρεπε να εξαντλήσουμε την δυνατότητα να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις, ώστε ο Πειραιάς να υποδεχθεί το ευρωπαϊκό ναυτιλιακό City, που ξαφνικά βρέθηκε εκτός Ευρώπης;

Αλλά δυστυχώς, μια τέτοια συζήτηση με αυτό το κλίμα φαίνεται πως παραμένει στο χώρο της ουτοπίας.

Ευχαριστώ.

Σχετικά