20 Σεπτεμβρίου, 2014

Τουρισμός

του Δημήτρη Ποταμιάνου

Τα καλά νέα πρώτα. Όλο και περισσότεροι σοβαροί μελετητές καταπιάνονται τελευταίως με τα θέματα του Ελληνικού Τουρισμού. Μοιάζει ν’ απαλλασσόμαστε επί τέλους από το κόμπλεξ των “γκαρσονιών της Ευρώπης”. Ιδού όμως και τα όχι και τόσο ευχάριστα: Έλλειψη προβληματισμού για τη βασική οικονομολογική παραδοχή πως το κακό χρήμα διώχνει το καλό. Βομβαρδιστήκαμε φέτος το καλοκαίρι από θριαμβευτικές ανακοινώσεις για τα πολλαπλασιαζόμενα νούμερα του εισερχόμενου καλοκαιρινού τουρισμού. (Κι από δίπλα βέβαια πάντα το αλυσιτελές ευχολόγιο για επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, την ποιοτική αναβάθμιση του προΪόντος, τις εναλλακτικές μορφές του και ούτω καθεξής .) Κοντά λοιπόν στους κομπασμούς και τις θριαμβολογίες μας, αναρωτηθήκαμε άραγε ποτέ ποιό είναι το κόστος της υποδοχής στα λιμάνια μας των μαστοδόντων- κρουαζιεροπλοίων με πάνω από τρεισήμισυ χιλιάδες επιβάτες το καθένα; (Γλίσχρα επί πλέον τα λιμανιάτικά μας, σε σύγκριση με το τι χρεώνουν οι περισσότερες άλλες βόρειες και μεσογειακές χώρες.) Ή των όλο και πιο πυκνών ναυλωμένων πτήσεων (charter), που επιδεικτικά πλέον αγνοούν το ακριβό όντως αεροδρόμιο της Αθήνας, και προσγειώνονται στα προβληματικά εν πολλοίς και ως επί το πλείστον μπιρ παρά αεροδρόμια των δημοφιλέστερων νησιών μας; Πόσο εύκολα μπορεί, τέλος, να αντέξει ο σχετικά εύπορος «μεσαίος» περιηγητής την επιβεβλημένη εκ των πραγμάτων «συνύπαρξη» με όλους εκείνους που αγοράζουν ευτελή all inclusive πακέτα διακοπών (κατ’ εξοχήν all inclusive, σημειωτέον, και το πακέτο του κρουαζιερόπλοιου), προκειμένου να ξεσαλώσουν για λίγες μέρες στα πιο επίλεκτα μέρη μας; Μάλλον όχι πολύ, και προφανώς δεν πείθονται οι περιζήτητοι αυτοί επισκέπτες πως ο τόπος έχει να προσφέρει πολλά και «εκτός εποχής».Μακριά νυχτωμένοι, εν τέλει, βρισκόμαστε εν σχέσει με το μοντέλο του ήπιου (επικούρειου) τουρισμού που ταιριάζει στη χώρα μας.

διαβάστε επίσης