15 Δεκ, 2016

Ποιος προ(σ)καλεί τη βία των οπαδών;

Ποτάμι

Η ομιλία του Γιάννη Πανούση, καθηγητή εγκληματολογίας και πρώην υπουργού, στην εκδήλωση για τον αθλητισμό

Βία και διαπλοκή στον ελληνικό αθλητισμό. Οι λύσεις.

1. Τα σπορ είχαν αναδειχθεί σε δημόσιο θέαμα από τον προηγούμενο αιώνα, αφορούσαν κυρίως τα μεσαία στρώματα και διαμόρφωναν πρότυπα συμπεριφοράς. Επρόκειτο δηλαδή για μια διαδικασία πολιτισμού, κοινωνικότητας και ελεύθερης χρήσης του ελεύθερου χρόνου (καθώς ο μισθωμένος χρόνος ήταν ασφυκτικά ελεγχόμενος).
Οι συνθήκες άλλαξαν. Η παραγωγή αθλητών και η βιομηχανία του αθλητισμού δεν απέφυγαν την, κατά τον Ουμπέρτο Έκο, «αθλητική φλυαρία», η οποία εξυμνεί τη σπατάλη, τον εισοδισμό στον ιδιωτικό βίο, την προβολή ορισμένου life-style, την απομάκρυνση από τη δημόσια σφαίρα και λειτουργία. Το ενημερωτικό «βουητό» των ΜΜΕ, η τηλεοπτική κάμερα ως διαμεσολαβητής του αθλητικού γεγονότος, η γλώσσα των spots έχουν πλήρως επικρατήσει.

2. Η κοινωνιολογία του αθλητισμού είχε αρχικά (και) στη χώρα μας συνδεθεί με την επίδραση του «αθλείσθαι» στην κοινωνικοποίηση των νέων και επικέντρωνε την προσοχή της στις παρεκκλίσεις αυτής της διαδικασίας (βία, χουλιγκανισμός).
Καθώς η πορεία του αθλητισμού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία της κοινωνικής οργάνωσης, το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της σημερινής κοινωνικοοικονομικής δραστηριότητας, δηλ. ο ανταγωνισμός βρίσκει στον αθλητικό χώρο όλες τις δυνατότητες εφαρμογής και εξάπλωσής του.
Η μυθοποίηση (υποκατάστατο των πολέμων) και η εμπορευματοποίηση (κέρδη από τη σχετική εκμετάλλευση) έχουν οδηγήσει σε αλλοτρίωση τόσο την αθλητική ιδέα (νίκη, όχι απλά συμμετοχή), όσο και τον κάθε αθλητή (ορθολογικοποίηση, κρατικοποίηση, τεχνικοποίηση, μηχανοποίηση και όχι φαντασία και αυτοσχεδιασμός).
Ο αγωνιστικός «ηρωϊσμός», η διοχέτευση της ανθρώπινης ενέργειας (και κύρια του σώματος) σε επιθετικότητα, ο εθνικισμός και ο σοβινισμός, η ρωμαϊκή αρενοποίηση των αθλητικών θεαμάτων, η συμβολικότητα της βίας και η βία των συμβόλων, το αθλητικό υπέρ-εγώ, ξεστρατίζουν τελικά τον αθλητισμό (και ιδίως το ποδόσφαιρο) από τις αρχές της οργανωμένης προσπάθειας των νέων και τον θέτουν στην υπηρεσία άλλοτε του Κράτους κι άλλοτε των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων.

3. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 καλλιεργείται από τους αθλητικογράφους μιας «πολεμική ιστορία του αθλητισμού» (επικές αφηγήσεις αγώνων, αγιογραφικές βιογραφίες αθλητών, αθλητική μυθολογία). Και τούτο διότι το τελετουργικό παιχνίδι και η εορταστική ψυχαγωγία, ο εξαθλητισμός (sportization) βασίζονταν στην αξία της «ευγένειας», δηλ. στην κοινή αποδοχή κανόνων που συμβόλιζαν ένα «αθλητικό βάθος» με ανθρωπολοτικά/ πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Τα πράγματα όμως άλλαξαν και πάλι.

4. Στον παγκοσμιοποιημένο σήμερα χώρο και τυποποιημένο χρόνο, ο αθλητισμός δεν έχει ακόμα κατορθώσει να απαλλαγεί από τις μυθολογίες του.
Ο μύθος της υπεροχής, ο μύθος της κυριακάτικης ισότητας, η ομάδα ως θρησκεία, το αθλητικό υπερ-εγώ.
Ο ρόλος των αθλητικογράφων στο σημείο αυτό είναι κρίσιμος. Πρέπει να προβάλλουν επίμονα την ανάγκη εφαρμογής των κανόνων του παιχνιδιού, να αναδεικνύουν την αλληλεπίδραση (συμβολική ή πραγματική) των αθλητών με τους (τηλε)θεατές, να υπογραμμίζουν την επιρροή των ΜΜΕ στην εκφραστική βία των νέων.
Πίσω από τις περιγραφές υπάρχουν «μοντέλα συμπεριφοράς» και κρύβονται (ή υπνώττουν) «αξίες». Το αθλητικό ρεπορτάζ πρέπει να επικεντρώνεται στη δεξιότητα, την έμπνευση, τη φαντασία, τον αυτοσχεδιασμό προσφέροντας «θέαμα με το κομμάτι» ή «πληρωμή για κάθε παιχνίδι».
Η κοινωνία της πληρωμής (pay society) [που για πολλούς υποκρύπτει την «πληρωμή για συμμετοχή στην κοινωνία» (pay- per- society)] φαίνεται να οδηγεί και στα «ΜΜΕ των πληρωμών» (και όχι των πληροφοριών).
Η οικονομία και η μιντιοκρατία «πιέζουν» τον αθλητισμό να πάρει άλλη μορφή.

5. Αν το κεντρικό θέ(α)μα των σπορ είναι «η πάλη με τον αντίπαλο» αυτή η επιθετικότητα μπορεί εύκολα να μεταφερθεί από το γήπεδο στις εξέδρες και να γίνει βία.
Η ταύτιση (κοινωνική, πολιτισμική) των οπαδών με την ομάδα και τους παίκτες (αρρενωπότητα, συντροφικότητα, τοπικισμός) συχνά οδηγεί σε μη-ελεγχόμενα ξεσπάσματα καταστροφών –στη βάση όχι ενός φιλειρηνικού ανταγωνισμού αλλά ενός οιονεί– μιλιταριστικού πολέμου.
Η σύμπτωση και συνένωση παιδιών που θέλουν να νοιώσουν (ή να γίνουν) άντρες, αποκλεισμένων που πιστεύουν ότι έτσι αποκτούν «πρόσωπο», εχθρών του συστήματος που έτσι εκδικούνται, πάσης φύσεως εγκληματοειδών, φανατικών ατόμων με ακραίες πολιτικές ή κοινωνικές αντιλήψεις, συγκροτούν ένα εκρηκτικό μίγμα.

6. Μολονότι ο όρος «σπορ» (sport) προέρχεται από την παληά γαλλική λέξη desport που σημαίνει ευχαρίστηση, διασκέδαση, μολονότι «φίλαθλος» θεωρείται αυτός που αγαπάει τον αθλητισμό, αυτός που συμβαδίζει με τις αρχές και τα ιδεώδη του αθλητισμού, ενώ «οπαδός» αυτός που υποστηρίζει/ ακολουθεί πρόσωπα, ιδέες, ομάδες, ο φανατικός και με πάθος που υπερβαίνει τη λογική υπέρμαχος, οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι τόσο σταθερές και ευδιάκριτες.
Η έννοια του «οπαδού» και του «θεατή» ενυπάρχουν στον όρο «φίλαθλος» αλλά και η έννοια του απλού «θιασώτη» συναντιέται στον «οπαδό».
Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι οι κάθε είδους «χούλιγκανς» δεν είναι φίλαθλοι αλλά «κακοί και επικίνδυνοι οπαδοί», ότι δηλαδή εκτονώνονται πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, αχαλίνωτα.
Το πλήθος όμως, ως συνάντηση μεγάλων μαζών αλλά και ταυτισμένων ατόμων, δεν κινείται με βάση τη λογική και το μέτρο. Ούτε ο φίλαθλος ούτε ο οπαδός είναι παθητικοί θεατές. Είτε χρησιμοποιούν την εκ–φραστική βία (από λέξεις –συνθήματα μέχρι συμπλοκές) για να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, είτε χρησιμοποιούνται από τους αρχηγούς/ παράγοντες/ ιθύνοντες για να προκαλέσουν αυτό που μετά όλοι –υποκριτικά– καταγγέλουν, στην ουσία θέτουν το πάθος, το φανατισμό, τη συλλογική διαμαρτυρία τους στην υπηρεσία «της μάχης της εξέδρας».

7. Πιστοί ή έμπιστοι, οι οπαδοί υποστηρίζουν πιο δυναμικά την ομάδα τους, εντασσόμενοι σε «θύρες», συλλόγους, σωματεία κ.λπ. ή υποστηρίζουν τα συμφέροντα των προέδρων, μετόχων, μεγαλοπαραγόντων που θέλουν να αποσβέσουν τα επενδυθέντα κεφάλαια ή να πετύχουν άλλους οικονομικούς/ πολιτικούς στόχους.
Ο εκχυδαϊσμός της βίας και η ανωνυμία του οπαδού (που «χάνεται» μέσα στο πλήθος) διαμορφώνουν ένα κλίμα φόβου και κινδύνου, το οποίο αναπαράγουν και καλλιεργούν τα ΜΜΕ, ιδίως, αν διασαλεύεται η δημόσια τάξη.
Από την αρχική μη-συνοχή («σύνδρομο Βεδουίνων») έχουμε πλέον περάσει στην κοινή δράση αλλά και στην εκ των προτέρων στρατηγική και σχεδίαση.
Ο «καλός πόλεμος με τη νόμιμη βία» μοιάζει να δικαιολογεί την επιθετική τελετουργία και ιεραρχία, την εθνοτική αλληλεγγύη, την κοινωνική ιδεολογία. Ο ιερός πόλεμος των διαφόρων φυλών του ποδοσφαίρου αντικατοπτρίζει ένα βίαιο περιεχόμενο ζωής αλλά και μια εκμετάλλευση αυτής της κοινωνικής μονομαχίας.
Η κουλτούρα της βίας των οπαδών είναι διάχυτη σε όλη την ελληνική κοινωνία. Από τις πολιτικές ή θρησκευτικές συγκεντρώσεις μέχρι τις διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις, καταλήψεις.
Στο γήπεδο, τον κατεξοχήν «χώρο της βίας», αλλά και στις κερκίδες που θεωρούνται το άδυτο των φανατικών οπαδών, αναπτύσσεται μια συμπεριφορά που συνδέεται με τα δρώμενα στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Ο οπαδός δέχεται και στέλνει μηνύματα που υπερβαίνουν το προσωπικό του status, την υπεράσπιση της ομάδας ή της εδαφικότητας (συνοικία, γειτονιά, περιοχή).
Ας μην ξεχνάμε ότι παλαιότερα παίκτες και οπαδοί προέρχονταν από την ίδια (εργατική) τάξη, εμφορούνταν από τις ίδιες αξίες και η οποιαδήποτε ήττα ή μεροληπτική απόφαση εκλαμβάνετο ως ταξική διάκριση από τη μεριά των κυρίαρχων του κοινωνικού παιχνιδιού. Η κοινωνική ταυτότητα και ο κοινωνικός ανταγωνισμός συνιστούσαν πάντοτε μέρος της επιλογής ενός ανθρώπου να γίνει οπαδός της α΄ ή της β΄ ομάδας. Η ταύτιση του οπαδού με την ομάδα σήμαινε και ταύτιση της μοίρας του με τη μοίρα της ομάδας.

8. Η διάκριση supporters και partisans ή οπαδών (φανατικών), υποστηρικτών (φιλήσυχων υπέρ της ομάδας), θεατών (απρόσωπων χειροκροτητών) και χούλιγκανς (έξαλλων) μπορεί να συνδέεται με τη «συλλογικοποίηση» ή την «αποσυλλογικοποίηση», μπορεί να συνιστά εναλλακτική/ συμβολική μορφή κοινωνικής/ πολιτικής διαμαρτυρίας, αλλά ταυτόχρονα συνδέεται με τη μετεξέλιξη του αθλητικού γίγνεσθαι.
Οι ομάδες έχουν πλέον «χρηματιστηριακή αξία», δεν διοικούνται δημοκρατικά αλλά «προεδρικά», διακινούνται –μέσω αυτών– κεφάλαια άγνωστης προέλευσης κ.λπ. Συνέπειες αυτής της αλλαγής είναι καταρχήν δύο: ή οι οπαδοί εκτοπίζονται από τα γήπεδα και αντικαθίστανται από τους μετόχους, συνδρομητές ή οι οπαδοί επιφορτίζονται με το ρόλο του «πολιορκητικού κριού» για τη διάνοιξη άλλων –άσχετων με τον αθλητισμό– αγορών.

9. Από τη στιγμή που οι οπαδοί έγιναν –άθελά τους ή όχι– «μέρος του θεάματος» (και της συναφούς «θεατρικότητας») είναι σχεδόν νομοτελειακό να υιοθετήσουν μορφές τελετουργικής βίας. Ιδίως στο ποδόσφαιρο που αποτελεί το κατεξοχήν σπορ ατμόσφαιρας πιστεύει κανείς ότι αν τα γήπεδα ήσαν άδεια και δεν γινόταν χαλασμός θα γέμιζαν ή θα αναμεταδίδονταν οι αγώνες; Πιστεύει κανείς ότι αν οι ποδοσφαιριστές δεν δεχόντουσαν να γίνουν «άνθρωποι – σάντουιτς» (αφού ντύνονται με διαφημίσεις) ή πως αν ο αθλητικός ανταγωνισμός δεν απέδιδε «επενδυτικά» (μέσω των ρεκόρ και των σκορ) ότι «οι όσο παθιασμένοι οπαδοί» θα μπορούσαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους; Ο εξαγριωμένος οπαδός είναι αναπόσπαστο μέρος της αύξησης της τηλεθέασης, δηλ. εκτός από πελάτης/ καταναλωτής δέχεται να γίνει και κακός κομπάρσος ενός σκηνοθετημένου θεάματος.

10. Ο χούλιγκαν είναι «ένας παίκτης που δεν παίζει» αλλά που συνήθως χάνει διότι έχει εξουσιοδοτήσει άλλους να παίζουν γι’ αυτόν. Τον συμπαρασύρει το γενικό ανομικό κλίμα και με τη σειρά του κι αυτός συμπαρασύρει ό,τι βρει μπροστά του. Δέχεται την ετικέτα και το στίγμα διότι νομίζει πως έτσι «ανήκει κάπου», σε μια «οικογένεια», σε μια «θρησκεία».
Αν όμως αυτά ίσχυαν πριν από ορισμένες δεκαετίες σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν γεννάει ο οπαδός τη βία. Η «Βία» (τηλεοπτική, πολιτική, κοινωνική, οικονομική) καλεί τον οπαδό να παίξει σωστά το ρόλο του, ώστε να λειτουργήσει όπως έχει προγραμματίσει το σύστημα. Όσο για τον αγνό φίλαθλο, αυτός, αν πράγματι υπάρχει, βιώνει ένα πολυσήμαντο δίλημμα: ή να μείνει σπίτι του και να βλέπει –πληρώνοντας– από συνδρομητική τηλεόραση τους αγώνες ή να «κατέβει στο γήπεδο» (με ό,τι αυτή η φράση σημαίνει).

Η κοινωνία των αποκλεισμών, των πληρωμών και των ομογενοποιημένων αυτοματισμών δεν έχει χώρο για φιλάθλους. Ή είσαι με τους νικητές (έστω και θεατής) ή δεν είσαι με κανέναν, δηλαδή δεν είσαι τίποτα (ούτε καν οπαδός).