16 Αυγούστου, 2017

Η νιότη ως φετίχ

Γιάννης Κωνσταντινίδης

Ο Αλέξης Τσίπρας κερδίζει εκλογές, ή τουλάχιστον προεκλογικά debates, ως «το παιδί της διπλανής πόρτας». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπόσχεται ηλικιακή ανανέωση των εκλογικών λιστών του κόμματος και τοποθετεί στην κορυφή της ομάδας επικοινωνίας του με τον τύπο δύο 35ρηδες. Ο Σταύρος Θεοδωράκης προτρέπει «να αφήσουμε κενές θέσεις στην πρώτη γραμμή για νέα πρόσωπα». Οι νεολαίοι της προηγούμενης δεκαετίας στο ΠΑΣΟΚ θέτουν σήμερα ζήτημα ηγεσίας και προσδοκούν ηλικιακή ανατροπή. Όλοι κυνηγούν φετιχιστικά τη νιότη. Και έχουν κάθε λόγο να το κάνουν. Η νιότη ενός πολιτικού εκλαμβάνεται από τον μέσο Έλληνα ψηφοφόρο ως ατράνταχτο πλεονέκτημα. Ίσως γιατί η απουσία της εμπειρίας ενός νέου πολιτικού εγγυάται τη ρήξη με το απογοητευτικό παρελθόν. Η σκέψη είναι απλή, όμως κινδυνεύει να είναι και απλοϊκή.

Πολλοί είναι εκείνοι που απορρίπτουν εξ αρχής μια τέτοια σκέψη ως απλοϊκή. Η επικριτική ματιά των μιντιακών και ακαδημαϊκών ελίτ στον τρόπο διαμόρφωσης των προτιμήσεις των εκλογικών ακροατηρίων ανά τον κόσμο θέτει στο επίκεντρο την υψηλή σημασία που οι εκλογείς αποδίδουν στις ιδιότητες των προσώπων. Και μάλιστα στις έξω-πολιτικές ιδιότητες των προσώπων, όπως για παράδειγμα στην επαγγελματική πορεία ή, ακόμα περισσότερο, στην ηλικία τους. Η ελκυστικότητα νέων –και ακόμα περισσότερο και πετυχημένων– εκλαμβάνεται από τις παραπάνω ελίτ ως ένδειξη ανωριμότητας των μαζών που τελικά μετατρέπουν τη βασική λειτουργία μιας δημοκρατίας, την αντιπροσώπευση, σε έναν ανόητο διαγωνισμό ομορφιάς. Είναι αλήθεια βάσιμη αυτή η κριτική;

Προφανώς η επιλογή του καταλληλότερου ή της καταλληλότερης για τη διαχείριση των δημόσιων πολιτικών στη βάση του κριτηρίου της ηλικίας ή της εξωτερικής εμφάνισης είναι μία ρηχή επιλογή. Εξίσου ισοπεδωτική είναι όμως και η απόρριψη νέων ή εμφανίσιμων υποψηφίων στη βάση του επιχειρήματος ότι δε διαθέτουν τις απαιτούμενες για τη διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων δεξιότητες. Εξίσου ρηχό είναι το επιχείρημα ότι η λάμψη συσχετίζεται αρνητικά με την πυκνότητα του πολιτικού λόγου των υποψηφίων, όπως άλλωστε αποδεικνύουν τα παραδείγματα των «σαραντάρηδων της δεκαετίας του 1990» Μπιλ Κλίντον και Τόνι Μπλερ, οι οποίοι επιχείρησαν πολύ συνειδητά την προώθηση της εναλλακτικής ιδεολογικής πλατφόρμας του Τρίτου Δρόμου. Εσχάτως, σε αντικείμενα της επικριτικής αυτής διάθεσης έχουν αναδειχθεί οι ηγέτες του Καναδά και της Γαλλίας, Τζάστιν Τριντό και Εμμανουέλ Μακρόν, οι οποίοι κατηγορούνται για απουσία ιδεολογικού στίγματος παρά τις σαφέστατες τοποθετήσεις τους, για παράδειγμα, σε ζητήματα ατομικών ελευθεριών. Η πολιτική τους εικόνα εμφανώς αδικείται και αιτία της αδικίας αυτής είναι η νιότη τους.

Έχουν συνεπώς άδικο οι ελίτ που υποτιμούν τις προτιμήσεις των εκλογικών ακροατηρίων για τους νέους και λαμπερούς πολιτικούς; Συχνά ναι. Αυτό ωστόσο δε σημαίνει ότι η σκέψη πως «η απουσία της εμπειρίας ενός νέου πολιτικού εγγυάται τη ρήξη με το απογοητευτικό παρελθόν» δεν κινδυνεύει να είναι μια απλοϊκή σκέψη. Στην προσπάθειά τους να τονίσουν τη διαφορετικότητά τους με το παρελθόν, οι νέοι στην ηλικία πολιτικοί οδηγούνται στην αποστέωση του πολιτικού τους λόγου και στην υπερβολική προβολή της προσωπικής τους ζωής και καθημερινότητας, οι οποίες και χρησιμοποιούνται ως ένα μέσο ισοστάθμισης της επιφανειακής πολιτικής τους παρουσίας. Μια τέτοια στρατηγική τους εξασφαλίζει τη χρήσιμη για πρωτοεμφανιζόμενους πολιτικούς ορατότητα και, σε επόμενο χρόνο, και την εξίσου χρήσιμη για μια χώρα που αποζητά γενναίες και ρηξικέλευθες πολιτικές αποφάσεις αποδοχή μεγάλων τμημάτων της κοινής γνώμης. Όμως μια τέτοια στρατηγική στερεί από τον νέο πολιτικό την ευκαιρία να παράγει σκέψεις και λύσεις, έστω και παράλληλα με την καλλιέργεια ενός προφίλ συμβολικής ρήξης με τα πολιτικά πρόσωπα και τη νοοτροπία του παρελθόντος. Οι συμβολισμοί έχουν την αξία τους, όμως η σκέψη ότι μόνο με αυτούς θα λυθούν τα προβλήματα της χώρας είναι μια απλοϊκή σκέψη.

Το χειρότερο είναι ότι οι ιστορίες της ανάδειξης στην πολιτική νέων προσώπων μοιάζουν να είναι συχνά ιστορίες «χαμένων ευκαιριών». Κάποια από αυτά διαθέτουν ως εικόνες τη δυνατότητα να προσελκύσουν σε ένα ουσιαστικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων μεγάλα τμήματα του ακροατηρίου. Αυτό το εξασφαλίζει σε άλλους το λαμπρό όνομα του πατέρα τους, σε άλλους οι καλές σπουδές τους, σε άλλους η φυσική ευγένειά τους και ίσως σε κάποιον όλα αυτά μαζί. Για έναν τέτοιο νέο πολιτικό θα ήταν διπλό κρίμα η κατασπατάληση της δυνατότητάς του αυτής σε μια στρατηγική υπέρ-προβολής της προσωπικής του ζωής και του ουδετεροποιημένου λόγου σε βάρος της παραγωγής ενός συγκροτημένου και ιδεολογικοποιημένου σχεδίου δράσης.

* Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Π² – Πρόοδος στην Πράξη

Πηγή: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ