17 Σεπτεμβρίου, 2018

Η Ελλάδα ως καρτ ποστάλ

Χαρίδημος Τσούκας

Από το Καστελλόριζο ο Γιώργος Παπανδρέου και από την Ιθάκη ο Αλέξης Τσίπρας αναπαρήγαγαν το διεθνές στερεότυπο της Ελλάδας – χώρα διακοπών, με φιλικούς ανθρώπους και όμορφα νησιά.

Απρίλιος 2010. Ενας ευσταλής μεσήλικας πρωθυπουργός εκφωνεί διάγγελμα στον ελληνικό λαό. Του λείπει, ως συνήθως, το νεύρο. Το μήνυμά του, ρητορικά κοινότοπο, είναι εξαιρετικά δυσάρεστο. Η χώρα, αναγγέλλει, βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Δεν έχει άλλη επιλογή παρά να προσφύγει στην οικονομική βοήθεια των «μνημονίων». Το φόντο του ομιλητή είναι το όμορφο λιμάνι του ακριτικού Καστελλόριζου. Το υπέροχο γαλάζιο της θάλασσας αστράφτει στον ανοιξιάτικο ήλιο. Τα νησιώτικα αρχοντικά υπογραμμίζουν την παράδοση. Το λιγοστό πράσινο στο βάθος προσθέτει έγχρωμες πινελιές σε ένα πολύχρωμο σκηνικό.

Αύγουστος 2018. Ενας ευπαρουσίαστος, σχετικά νεαρός πρωθυπουργός, εκφωνεί διάγγελμα στον ελληνικό λαό. Με χαρακτηριστική ευφράδεια και δημαγωγία, αναγγέλλει το τέλος των μνημονίων. Η χώρα ελευθερώνεται, λέει. Θα μπορεί, επιτέλους, «να ορίζει αυτή τις τύχες και το μέλλον της». Το φόντο του ομιλητή είναι το λιμάνι της Ιθάκης – καλοκαιρινά χρώματα, όμορφα· η θάλασσα διάστικτη με πλεούμενα· τα τζιτζίκια, ακούραστα, κάνουν αισθητή την παρουσία τους ως υπόκωφος βόμβος. Η εικόνα αποπνέει θερινή ηρεμία και ξεκούραση.

Και οι δύο πρωθυπουργοί επέλεξαν ως φόντο για τα διαγγέλματά τους στιγμιότυπα καρτ ποστάλ. Γραφικά λιμάνια, ηλιόλουστες μέρες, γαλήνια θάλασσα. Αναπαρήγαγαν το διεθνές στερεότυπο της Ελλάδας – χώρα διακοπών, με φιλικούς ανθρώπους και όμορφα νησιά.

Το τουριστικό βλέμμα

Στα συγκεκριμένα διαγγέλματα οι πρωθυπουργοί υιοθετούν το «τουριστικό βλέμμα» – τον τρόπο θέασης που αναδεικνύει τη «μοναδικότητα» επιλεκτικών χαρακτηριστικών ενός τόπου, σε αντίθεση με τα συνηθισμένα χαρακτηριστικά που βιώνουν οι κάτοικοί του. Το τουριστικό βλέμμα είναι μια κατασκευή –συγκροτείται και οργανώνεται από υλικά της περιρρέουσας κουλτούρας και τεχνολογίας– για σκοπούς κατανάλωσης. Στιγμιότυπα όπως ένα παραθαλάσσιο ταβερνάκι, ένα ψαροκάικο, ή μια παρέα φίλων που τρώνε τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους, εκφράζουν, υποτίθεται, την «αυθεντική» Ελλάδα – αυτήν που εναγωνίως αναζητούν οι τουρίστες. Οτι ένας Ελληνας πρωθυπουργός βλέπει τη χώρα του υπό παρόμοιο πρίσμα έχει ενδιαφέρον.

Στην εποχή τής τηλεοπτικά μεσολαβημένης επικοινωνίας, η χώρα μετατρέπεται σε σκηνικό. Δεν αρκεί το φόντο του πρωθυπουργικού γραφείου ή μεγάρου για ένα διάγγελμα, χρειάζεται κάτι «επικοινωνιακά» πιο δυνατό: όχι, βέβαια, ουρές σε συσσίτια της Εκκλησίας, στα νοσοκομεία ή στη ΔΕΗ (αυτά παραείναι δυνατά), αλλά κάτι μη συμβατικό πλην σκηνοθετικά ευχάριστο – κάτι που δεν σχετίζεται με τον πεζό ρόλο ενός λήπτη αποφάσεων. Τι πιο ωραίο φόντο της Ελλάδας από τα νησιά της; (Θα πρόσθετα και τα βουνά της, αλλά το τουριστικό βλέμμα των πρωθυπουργών μας είναι ήδη ετεροκαθορισμένο από τα διεθνή στερεότυπα για την Ελλάδα). Αβίαστα, σχεδόν φυσικά, ο πρωθυπουργός καταλήγει να βλέπει τη χώρα του σαν τουρίστας.

Από μια άποψη είναι. Μετέχει, άραγε, στην κοινή εμπειρία; Πότε νοσηλεύθηκε, αυτός ή η οικογένειά του, σε δημόσιο νοσοκομείο; Πότε έστειλε τα παιδιά του σε δημόσιο σχολείο; Πότε αναρωτήθηκε πώς θα βγει ο μήνας; Η επαφή του με τον πολίτη διαμεσολαβείται κυρίως από δημοσκοπήσεις, τηλεοπτικές εκπομπές, και σκηνοθετημένες συγκεντρώσεις. Η βιωματική γνώση του είναι περιορισμένη. Οταν οι αγωνίες του πολίτη αντιπροσωπεύονται από δημοσκοπικά ευρήματα, γιατί να μην αντιπροσωπεύεται ολόκληρη η χώρα από ένα τουριστικό σκηνικό;

Τα ΜΜΕ, ευεπίφορα σε «εικόνες», προσχωρούν στον κατασκευασμένο συμβολισμό που προβάλλει ο ομιλητής. Με φόντο την Ιθάκη, ο Τσίπρας εκφράζει σημειολογικά, υποτίθεται, το τέλος της μνημονιακής Οδύσσειας. Τα ΜΜΕ μετατρέπονται σε πρόθυμους προπαγανδιστές της επικοινωνιακής κατασκευής – τους παρέχεται δωρεάν «εικόνα».

Τεχνητοί συμβολισμοί

Το πρόβλημα είναι ότι, στο μέτρο που συνιστούν μιντιακές κατασκευές, οι συμβολισμοί αυτοί είναι αβαθείς – έχουν εντυπωσιοθηρική-μνημονική αλλά όχι εμπνευστική-κινητοποιητική ισχύ. Στην κοινή συνείδηση τα πρωθυπουργικά διαγγέλματα καταγράφονται ως «Καστελλόριζο» ή «Ιθάκη» (αποκτούν, δηλαδή, μνημονική αξία), αλλά ποιος εμπνέεται από αυτά; Εφόσον οι σκηνοθετημένοι συμβολισμοί υπηρετούν πρωτίστως τις μιντιακές ανάγκες του ομιλητή, αγρεύοντας εντυπώσεις, δεν συντονίζονται με τη βαθύτερη κοινή εμπειρία – δεν λειτουργούν ως αυθεντικά σύμβολα.

Ο Ουμπέρτο Εκο και ο Χρήστος Γιανναράς μας θυμίζουν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, ότι η λέξη σύμβολο (συν+βάλλω) σημαίνει συντονίζω, εναρμονίζω. Το συμβάλλειν, γράφει ο Εκο, παραπέμπει σε κάτι που δεν είναι εμφανές αλλά υποδηλώνεται. «Οταν [οι λέξεις] συν-βάλλουν, βάζουν μαζί, συντονίζουν τις επιμέρους ατομικές εμπειρίες και προκαλούν συν-εννόηση», παρατηρεί ο Γιανναράς. Τα μέλη μιας γλωσσικής κοινότητας συν-εννοούνται όταν χρησιμοποιούν π.χ. τη λέξη πατρίδα. Οταν, όμως, τα σύμβολα είναι απλώς μιντιακές κατασκευές, η συν-εννόηση καταρρέει, το υποδηλούμενο δεν κινητοποιεί.

Στην αποπτωχευμένη Ελλάδα της διαρκούς λιτότητας, η σκηνοθετημένη «Οδύσσεια» παραπέμπει σε τουριστική ατραξιόν, όχι σε συλλογική συν-εννόηση. Ο θεατής του διαγγέλματος Τσίπρα δύσκολα εναρμονίζεται με τον εκφωνητή: η «Ιθάκη» ως σύμβολο τερματισμού της μνημονιακής περιπέτειας δεν παραπέμπει σε κοινές εμπειρίες· η βασανιστική λιτότητα για τα περισσότερα νοικοκυριά δεν έχει τέλος.

Ο μιντιακά κατασκευασμένος συμβολισμός μπορεί να γοητεύει αλλά δεν εμπνέει· ενδέχεται να ελκύει αλλά δεν συν-κινεί. Αυτό που εμπνέει-κινητοποιεί είναι η συμβολική πράξη με την οποία ο ομιλητής, ενώ σηματοδοτεί κοινές εμπειρίες, διακινδυνεύει κάτι πολύτιμο γι’ αυτόν, καλώντας, ταυτοχρόνως, τους αποδέκτες του να διακινδυνεύσουν κάτι κι αυτοί. Οταν ο Τσόρτσιλ υπόσχεται στον βρετανικό λαό «αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα», συμβολίζει την κοινή μοίρα. Συντονίζεται με την κοινή εμπειρία, εκφράζοντας την τρωτότητα όλων. Η υπόσχεση της θυσίας αφορά τόσο τους πολίτες (να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους), όσο και τον ίδιο (αυτομειούμενος, διακινδυνεύει την πειθώ του).

Οταν ο ηγέτης βλέπει τη χώρα του σαν καρτ ποστάλ, κενολογεί σε ένα τουριστικοποιημένο σκηνικό. Μιλά γιατί κάτι πρέπει να πει. Οταν ο ηγέτης, συντονιζόμενος με την κοινή εμπειρία, διακινδυνεύει κάτι, μετατρέπεται ο ίδιος σε σύμβολο – εμπνέει. Μιλά γιατί κάτι έχει να πει. Στην πρώτη περίπτωση η γλώσσα φενακίζει. Στη δεύτερη απο-καλύπτει.

* Ο Χαρίδημος Τσούκας είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου και καθηγητής στα πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick

Πηγή: kathimerini.gr