24 Αύγουστος, 2018

Βραζιλία και Λούλα ντα Σίλβα

Σώτη Τριανταφύλλου

Στη φυλακή, αλλά πρώτος στις δημοσκοπήσεις για τις εκλογές του Οκτωβρίου

Την περασμένη εβδομάδα η Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ κάλεσε τη Βραζιλία να επιτρέψει στον πρώην πρόεδρο Λούλα ντα Σίλβα, ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή για διαφθορά και ξέπλυμα χρήματος, να συμμετάσχει στις προεδρικές εκλογές του Οκτωβρίου, δεδομένου ότι δεν έχουν εξεταστεί όλες του οι εφέσεις. Το 2011 «η Βραζιλία», δηλαδή μια ομάδα ανώτερων δικαστικών με επικεφαλής τον Φερνάντο Μόρο, κατηγόρησε τον Λούλα για διασπάθιση δημοσίου χρήματος και παράνομη χρηματοδότηση της εκστρατείας του το 2004 με ποσό γύρω στα 4 εκ. δολάρια. Το 2016, οι κατηγορίες έγιναν βαρύτερες: ο ντο Αμαράλ, γερουσιαστής του Κόμματος των Εργατών (ΡΤ), δηλαδή του κόμματος του Λούλα, τον κατηγόρησε για συμμετοχή στο σκάνδαλο της επιχείρησης πετρελαίου στο οποίο εμπλέκονται 108 Βραζιλιάνοι πολιτικοί. Σ’ αυτή την περίπτωση άλλαξαν χέρια, με έκνομο τρόπο, 2 δισ. δολάρια.

Σε μια χώρα με παράδοση στη διαφθορά, ο μηχανισμός της δικαιοσύνης κινήθηκε εντυπωσιακά γρήγορα. Και άσκησε δίωξη στον Λούλα για χάρες σε μεγάλες οικοδομικές επιχειρήσεις, για αγορά εξοχικής έπαυλης και για ανακαίνιση τριώροφης μεζονέτας με δημόσιο χρήμα (8 εκ. δολάρια περίπου), καθώς και για ξέπλυμα χρήματος, ψευδή στοιχεία κατά την αγορά της μεζονέτας και αδιαφανή χρηματοδότηση του Ινστιτούτου που φέρει το όνομά του. Αν και καταδικάστηκε, ο Λούλα αρνείται τις κατηγορίες και ισχυρίζεται ότι το σύστημα της Δικαιοσύνης ήθελε να τον βγάλει από τη μέση εν όψει των προεδρικών εκλογών του 2018. Παραλλήλως, η Ντίλμα Ρούσεφ, που τον διαδέχτηκε στην προεδρία, κατηγορήθηκε για παρακώλυση της Δικαιοσύνης, ενώ, στη συνέχεια, η εισαγγελία δημοσίευσε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο Λούλα χρησιμοποίησε με το αζημίωτο την επιρροή του υπέρ της κατασκευαστικής επιχείρησης Odebrecht σε συμβόλαια στην Αγκόλα. Εδώ ήταν μπλεγμένος κι ένας ανιψιός του: τα ανίψια δεν λείπουν ποτέ από τις τέτοιες υποθέσεις. Τέλος, πριν από ένα χρόνο ολοκληρώθηκε το κατηγορητήριο το οποίο αφορά όχι μόνο τον Λούλα και τη Ρούσεφ αλλά πολλά στελέχη του ΡΤ, την Εθνική Τράπεζα Ανάπτυξης και το υπουργείο Σχεδιασμού. Το ερώτημα που πλανάται από τότε δεν είναι το αν ο Λούλα τα έκανε αυτά -μάλλον τα έκανε- αλλά το αν πρόκειται να πληρώσει όλα τα σπασμένα της διαφθοράς στη Βραζιλία. Πάντως, δώδεκα στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ πιστεύουν ότι είναι θύμα συνωμοσίας της δεξιάς «και των ελίτ», όπως προσθέτει ο ίδιος, κι ότι οι χειρισμοί του ομοσπονδιακού δικαστή Μόρο είναι απλούστατα πολιτική δίωξη.

Ο Λούλα παραμένει δημοφιλής στη Βραζιλία και ίσως πάρει άδεια να συμμετάσχει στην προεκλογική εκστρατεία μέσα από το κελί του. Υπάρχει λόγος για τη δημοτικότητά του, η οποία δεν ερμηνεύεται ούτε μόνο μέσω του λαϊκισμού του, ούτε επειδή είναι, ήταν, «παιδί του λαού»: αποτελεί πιο σύνθετο φαινόμενο ιδιαίτερα αν τον δούμε μέσα στο εξίσου σύνθετο πλαίσιο της Βραζιλίας, μιας εξαιρετικά πλούσιας χώρας με τις οξύτερες ανισότητες στον κόσμο. Να, πώς έχει, πάνω-κάτω, η κατάσταση:

Στις δεκαετίες 1980-1990, αν και η Βραζιλία πέρασε από τη δικτατορία στη δημοκρατία, αν και ο «κεντρώος» πρόεδρος Φερνάντο Ενρίκε Καρντόσο έκανε τολμηρές μεταρρυθμίσεις συγκρατώντας τον υπερπληθωρισμό, οι εξαθλιωμένες μάζες της Βραζιλίας παρέμειναν παγιδευμένες είτε στην αγροτική ένδεια, είτε στις παραγκουπόλεις, ενώ λίγοι τυχεροί πετούσαν με ελικόπτερα πάνω από τις ακυβέρνητες αστικές συσπειρώσεις της χώρας. Στην αρχή του 21ου αιώνα, το 1/3 του πληθυσμού φυτοζωούσε κάτω από το όριο της φτώχειας (εισόδημα λιγότερο από 2 δολάρια την ημέρα), ενώ το 15% ήταν άποροι (λιγότερο από 1,25 δολάρια την ημέρα). Το 2011 η οικονομία, χάρη στις μεταρρυθμίσεις του Καρντόσο και την προεδρία του Λούλα στη συνέχεια, είχε ρυθμό ανάπτυξης γύρω στο 4% ετησίως (όχι άσχημα), ανεργία διψήφια αλλά στο χαμηλότερο επίπεδο στην ιστορία της χώρας, ενώ σχεδόν 40 εκατομμύρια Βραζιλιάνοι είχαν γλυτώσει από την ακραία φτώχεια: το μέσο οικιακό εισόδημα αυξήθηκε κατά 27%. Έτσι, το 2012, ο Λούλα αποχώρησε από την προεδρία με ποσοστό δημοφιλίας 87%. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα διαδρομή· μου φαίνεται κρίμα, που, μ' ένα συνδυασμό προσωπικής ευθύνης και πολιτικού μίσους, ο Λούλα ντα Σίλβα έχει εξοστρακιστεί.

Μέχρι την εκλογή του το 2002, είχε θέσει τρεις φορές υποψηφιότητα για πρόεδρος- και είχε χάσει. Αν και δεν είχε υπάρξει μαρξιστής (αντίθετα με πολλούς στο ΡΤ), ζητούσε εθνικοποιήσεις βιομηχανιών και διαγραφή του χρέους της χώρας με αποτέλεσμα οι εύπορες τάξεις και το διεθνές κεφάλαιο να φοβούνται ότι, αν εκλεγόταν, θα μετέτρεπε τη Βραζιλία σε μια υπερμεγέθη Κούβα. Και μολονότι, ο Λούλα απαντούσε «η Βραζιλία έχει αλλάξει, το Κόμμα των Εργατών έχει αλλάξει, έχω αλλάξει κι εγώ», η Goldman Sachs δημοσίευσε ένα «λουλάμετρο» που κατέγραφε τους κινδύνους για τους επενδυτές σε περίπτωση νίκης του PT. Ακόμη και ο διεστραμμένα αριστερόστροφος Τζορτζ Σόρος προειδοποιούσε ότι η εκλογή του θα έφερνε χάος. Νευρικές ξένες τράπεζες άρχισαν να κόβουν τις πιστώσεις και η εύθραυστη οικονομία της Βραζιλίας, που μόλις άρχισε να ανακάμπτει, έκανε βουτιά με τον χρηματιστηριακό δείκτη να μειώνεται κατά 30%. Διάφοροι επενδυτές ξεπούλησαν τις βραζιλιάνικες μετοχές τους με dumping αφαιρώντας από τη χώρα κεφάλαια ύψους 12 δισ. δολαρίων μέσα σε λίγους μήνες. Στο τέλος του 2002, η αξία του πραγματικού συναλλάγματος της Βραζιλίας είχε μειωθεί κατά 40% έναντι του δολαρίου φτάνοντας ιστορικό χαμηλό. Πλην όμως, ο Λούλα κέρδισε τις εκλογές. Και παρότι ανέλαβε καθήκοντα με την «επανάσταση» στο μυαλό του, ήδη στον πρώτο χρόνο της θητείας του και μετά από τις περιοδείες του σε κάθε ξεχασμένη γωνιά της Βραζιλίας (με τις λεγόμενες caravanas da cidadania [καραβάνια των πολιτών]) ο δημεγέρτης μεταμορφώθηκε σε συμφιλιωτή. Αφαίρεσε από το λεξιλόγιό του τη διαγραφή του χρέους και την αναδιανομή του πλούτου, χτενίστηκε, άρχισε να φοράει κοστούμι και μετατοπίστηκε προς το κέντρο, προς το όραμα μιας δημοκρατίας με κανόνες: «σφιχτή» δημοσιονομική και νομισματική πολιτική (όπως την είχε εφαρμόσει ο Καρντόσο) και προπάντων μια φιλόδοξη εκστρατεία κοινωνικής πρόνοιας με σύνθημα Fome Zero (Πείνα Μηδέν) που περιείχε πάνω από σαράντα προγράμματα τα οποία αποτελούσαν ευθύνη είκοσι υπουργείων.

Στον κέντρο της εκστρατείας βρισκόταν το πρόγραμμα Bolsa Família (οικογενειακό επίδομα), ένα εργαλείο εναντίον της φτώχειας: διανομή χρημάτων στους φτωχούς, πλην όμως όχι χωρίς ανταλλάγματα. Το να μπεις στο πρόγραμμα ήταν εύκολο, το να παραμείνεις σ' αυτό χρειαζόταν προσπάθεια: το παιδί σου, αν ήταν μεταξύ 6-15 ετών, έπρεπε να πηγαίνει στο σχολείο και να έχει εμβολιαστεί· οι μητέρες και τα παιδιά έπρεπε να υποβάλλονται σε ετήσιες γενικές ιατρικές εξετάσεις· οι έγκυες γυναίκες σε προγεννητικό έλεγχο· ο θηλασμός των βρεφών ήταν επίσης προϋπόθεση για το επίδομα.

Μόλις το πρόγραμμα εφαρμόστηκε τον Οκτώβριο του 2003, ορισμένοι οικονομολόγοι άρχισαν να φωνάζουν ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να επενδύει σε υποδομές, όπως σχολεία, αντί να πληρώνει τον κόσμο να φοιτά σ’ αυτά. Άλλοι έλεγαν ότι η κυβέρνηση δεν έχει δικαίωμα να υπαγορεύει στους γονείς τι να κάνουν με ή για τα παιδιά τους. Συντηρητικοί σχολιαστές προειδοποιούσαν ότι τα χρηματικά επιδόματα θα δημιουργούσαν παθητική εξάρτηση από την πρόνοια, κάτι που είναι γνωστό στα πορτογαλικά ως assistencialismo. (Για τον κίνδυνο αυτό προειδοποιούσε ο Μίλτον Φρίντμαν από την εποχή της προεδρίας Λύντον Τζόνσον και του προγράμματος Great Society). Αλλά, σε πείσμα των φωνασκιών της αντιπολίτευσης, η Bolsa Família έσωσε συνολικά 36 εκατομμύρια ανθρώπους από τη φτώχεια διδάσκοντάς τους, μέσω των προϋποθέσεων, τι πρέπει να κάνουν και τι όχι σε μια σύγχρονη δημοκρατία. Σήμερα, η οικονομία της Βραζιλίας παραπαίει, χάρη όμως σ’ αυτό το μαξιλαράκι της Bolsa Família, οι φτωχοί δεν υποφέρουν όπως υπέφεραν στις προηγούμενες οικονομικές κρίσεις.

Ο Λούλα αντιμετώπισε ανελέητες αντιδράσεις. Το 2005 και το 2006 αποκαλύφθηκαν διάφορες μαϊμουδιές (άσχετες με αυτές που  βγήκαν στο φως το 2011) με αποτέλεσμα την αναγκαστική παραίτηση πολλών συμβούλων του. Αλλά επανεξελέγη. Κι αν τον θετικό αντίκτυπο της Bolsa Família δεν υπονόμευε το αναχρονιστικό φορολογικό σύστημα της Βραζιλίας, το οποίο στηρίζεται υπερβολικά στους καταναλωτικούς δασμούς καταβροχθίζοντας μέχρι και 55% των χρημάτων της Bolsa Família, ίσως οι ανισότητες να είχαν μειωθεί τόσο ώστε η δίωξή του να είχε γίνει αδύνατη. Αν και η Bolsa Família (την οποία δεν μπορώ να εξηγήσω αναλυτικά σε ένα σύντομο άρθρο) δεν ήταν το μοναδικό επίτευγμα του Λούλα, έγινε αντικείμενο μίμησης: ξεκίνησε δοκιμαστικά στo Μπρονξ της Νέας Υόρκης (επί δημαρχίας Μπλούμπεργκ) και στο Μέμφις του Τενεσή όπου ονομάζεται Family Rewards 2.0, και είναι ακριβώς αυτό: ανταμοιβή στον φτωχό πολίτη όταν στέλνει το παιδί του στο σχολείο, όπως οφείλει, κι όταν μένει μακριά από παρανομίες.

Δεν ξέρω αν ο 72χρονος πια Λούλα μπορεί να κάνει ακόμα κάτι καλό για τη Βραζιλία. Αυτό που ξέρω με κάποια βεβαιότητα είναι ότι τιμωρείται για τα καλά που έχει ήδη κάνει.

*H Σώτη Τριανταφύλλου είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου

Πηγή: AthensVoice