10 Οκτώβριος, 2019

Το θάρρος που μας λείπει

Σώτη Τριανταφύλλου

H Γαλλία μού προκαλεί ανησυχία. Μιλάμε πολύ για την αγοραστική δύναμη και για το περιβάλλον, αλλά μιλάμε ελάχιστα, και χαμηλόφωνα, για την πολιτιστική αθλιότητα· για την ασχήμια που χυμάει πάνω μας δεν μιλάμε ποτέ.

Την περασμένη εβδομάδα, ένας υπάλληλος της αστυνομίας, γνωστός στις μυστικές υπηρεσίες για τη σαλαφιστική του πίστη (είχε ασπαστεί το ισλάμ το 2008, σε ηλικία 31 ετών), σκότωσε με μαχαίρι τρεις αστυνομικούς. Το 2015, ο Μικαέλ Αρπόν είχε εκφραστεί ανοιχτά υπέρ των επιθέσεων στο Charlie Hebdo –προπάντων το δικαίωμα της γνώμης– ενώ, όπως όλοι οι φανατικοί μουσουλμάνοι, δεν απευθυνόταν ποτέ σε γυναίκες και, στη διάρκεια της εργασίας του στα κεντρικά της παρισινής αστυνομίας, έκανε διαλείμματα για να προσευχηθεί. Ωστόσο, είχε πρόσβαση σε πληροφορίες: εργαζόταν στην επεξεργασία ηλεκτρονικών δεδομένων. Η είδηση για το τριπλό φονικό δεν πήρε τις διαστάσεις που έπαιρναν μέχρι πρότινος τέτοιες πράξεις: έχουμε συνηθίσει· τον περασμένο μήνα απεφεύχθη αιματοχυσία στη μικρή πόλη Κολμάρ· ένας λόγος παραπάνω για να μην πολυσυζητάμε τι συνέβη· δεν σκοτώθηκε κανείς. Την ήδη υπάρχουσα τυφλότητα ενισχύουν δημοσιογράφοι και επαγγελματίες «καθησυχαστές»: την ενημέρωση του κοινού αντικαθιστούν παιδαριώδεις ερμηνείες – το πρόσφατο επεισόδιο στη νομαρχία αποδόθηκε σε «μια στιγμή παραφροσύνης» του Μικαέλ Αρπόν και «πιθανώς στην επιρροή βίαιων βιντεοπαιχνιδιών».

Εδώ και τρεις δεκαετίες τουλάχιστον, ο κόσμος φαίνεται να χωρίζεται σε όσους αποδέχονται ως αναπόδραστη μοίρα τη δημογραφική και πολιτιστική παρακμή της Ευρώπης (οι οποίοι, παραδόξως, θεωρούν τον εαυτό τους «προοδευτικό») και σε όσους πασχίζουν να ανακόψουν αυτή την πορεία που δίνει εντύπωση εκτροχιασμένου τρένου (οι οποίοι θεωρούνται συντηρητικοί ή αντιδραστικοί). Η κατάσταση περιπλέκεται εφόσον η αριστερά, που αγωνίστηκε για τον χωρισμό εκκλησίας-κράτους προσδοκώντας το τέλος της θεοκρατίας, γίνεται ο θεματοφύλακας των χειρότερων θρησκειών. Παραλλήλως, ενώ δεν χάνει ευκαιρία να αναδεικνύει τα κοινωνικά προβλήματα –τα οποία αποδίδει στον καπιταλισμό– δεν αναγνωρίζει κανένα πρόβλημα με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Να, απλώς, μερικά «εύθραυστα άτομα» επηρεάζονται από τα βιντεοπαιχνίδια…

Όπως έχω ξαναγράψει, το μείζον πρόβλημα δεν είναι τα αιματηρά επεισόδια αν και συμβαίνουν με αμείωτη συχνότητα. Το μείζον πρόβλημα είναι τριπλό: η τεράστια αύξηση των μη-ενταγμένων μουσουλμάνων στον γενικό πληθυσμό, η de facto κατάρρευση της πολιτικής τής κοσμικότητας και η συνεχιζόμενη κοινωνική πίεση «Μη μιλάτε, μην ακούτε, διαλυθείτε ησύχως». Έτσι, οι ειδήσεις θάβονται (κανείς, λόγου χάρη, δεν θυμάται ότι στις 31 Αυγούστου ένας Αφγανός τραυμάτισε οκτώ άτομα και σκότωσε ένα, επειδή «δεν διάβαζαν το Κοράνι»), ενώ η κατάσταση στα σχολεία, στις δημόσιες υπηρεσίες και στις συνοικίες θεωρείται ανεξέλεγκτη. Let it be. Το τρένο έχει εκτροχιαστεί: όπως έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, επανάσταση είναι να τραβάς το φρένο της τρελής αμαξοστοιχίας. Όμως, η «επανάσταση» σήμερα επικεντρώνεται σε κοινωνικά μικροπειράματα, όπως, την υποβοηθούμενη τεκνοποιία και το αν θα την καλύπτει το σύστημα υγείας.

Η κυβέρνηση Εμανουέλ Μακρόν - Εντουάρ Φιλίπ δεν έχει ξεκάθαρη θέση για τίποτα, διότι δεν της επιτρέπεται να έχει. Πιέζεται από ένα status quο κατά τo οποίo η συμφωνία σε κάτι με τη δεξιά μπορεί να προκαλέσει λαϊκή εξέγερση. Το πρόβλημα με τους λαούς είναι ότι ακόμα κι αν αρέσκονται στις επαναστάσεις, όπως οι Γάλλοι, δεν αντέχουν τις αλλαγές. Σ’ αυτή την αντίφαση οφείλεται ο οστρακισμός των διαφωνούντων μέσω της ταύτισής τους με τα καθάρματα της ιστορίας: σήμερα όποιος βλέπει την πολιτιστική αθλιότητα κινδυνεύει να ταυτιστεί με τα φασιστόμουτρα που, μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, ήταν εναντίον των μεικτών γάμων και ζητούσαν να φύγουν από την Ευρώπη οι ρασταφάριανς.

Πιστεύω ότι έχουμε χάσει το αίσθημα της μαχόμενης δημοκρατίας. Η τρομοκρατική επίθεση στο Chalrie Hebdo πριν από τέσσερα χρόνια έκανε τους Γάλλους πιο δειλούς· ανέντιμους «συνεργάτες» μιας διαλυτικής εσωτερικής δύναμης. Κανείς δεν διανοείται πια να δημοσιεύσει καρικατούρες του Μωάμεθ ή κάτι παρόμοιο. (Εξάλλου, βρίσκεται σε εξέλιξη η ψήφιση νόμου που απαγορεύει τη βλασφημία). Εκτός του ότι οι «διαφωνούντες» θεωρούνται, με διάφορους τρόπους, φταίχτες –ισλαμοφοβικοί, εκπρόσωποι της επάρατης «λευκής» πατριαρχικής Γαλλίας, ή ακόμα και «ζόμπι του Καθολικισμού»– τα στόματα έχουν κλείσει. Και επειδή οι Γάλλοι φοβούνται, προβάλλουν την ανάγκη του «vivre ensemble» (να ζήσουμε μαζί) ως μια μορφή διαπολιτισμικής συντροφικότητας: όμως η συντροφικοποίηση, για να το πω έτσι, είναι η αδελφότητα από την ανάποδη· είναι η διαδικασία της βύθισης στο πλήθος όπου ο καθένας δεν μπορεί να σκεφτεί μόνος του.

Το πνεύμα της αγέλης που καθιστά μερικές θρησκείες πιο σκοταδιστικές από άλλες χαρακτηρίζει όλους εκείνους που επιτηρούν σήμερα τον περίγυρό τους προκειμένου να κάνουμε «το καλό» όπως αυτό έχει επισήμως οριστεί. Όποιος δεν κάνει αυτό το συγκεκριμένο καλό υποχρεώνεται σε βίαιη αναμόρφωσή του, όπως ο Άλεξ στο «Κουρδιστό πορτοκάλι». Έτσι, αν και όλο και περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν τι συμβαίνει με το ισλάμ στα σχολεία, στον κρατικό μηχανισμό, στον δημόσιο χώρο, στα ΜΜΕ, φοβούνται τον στιγματισμό του ρατσισμού και της ισλαμοφοβίας· τους λείπει το θάρρος.

Στη Γαλλία έχουμε μακρά ιστορία στιγματισμού: κάποτε ο μοναρχικός Σαρλ Μωρράς αποκαλούσε τους υποστηρικτές του κοσμικού κράτους «laïcards», τώρα η αριστερά τους αποκαλεί «ισλαμοφοβικούς». Η διαφορά είναι ότι από τους laïcards του μεσοπολέμου δεν έλειπε τo θάρρος. Σήμερα η έλλειψη θάρρους περνιέται για ανθρωπισμός και αριστεροσύνη. 

ΠΗΓΗ: Athens Voice