14 Νοέμβριος, 2019

Το Ποτάμι πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει

Θανάσης Χειμωνάς

Μέσα στον ορυμαγδό της Novartis, των επεισοδίων μέσα και έξω από την ΑΣΟΕΕ και του Λιάγκας-gate περνάει, δυστυχώς, στα ψιλά μια πολύ σημαντική πολιτική εξέλιξη.

Πράγματι, ελάχιστοι γνωρίζουν πως σε λίγες μέρες και πιο συγκεκριμένα την Κυριακή 24 Νοεμβρίου κρίνεται, ενδεχομένως οριστικά, το μέλλον ενός κόμματος που παρότι έχει συμπληρώσει μόλις μια πενταετία ύπαρξης, παρότι δεν κυβέρνησε ποτέ, παρότι δεν συγκέντρωσε καν διψήφιο ποσοστό σε κάποια από τις εκλογικές αναμετρήσεις στις οποίες συμμετείχε άφησε ανεξίτηλη τη στάμπα του στα πολιτικά πράγματα της χώρας και αποτέλεσε μια αληθινή όαση στην πιο σκοτεινή περίοδο της Μεταπολίτευσης. Τη μέρα εκείνη θα διεξαχθεί η συνεδρίαση της ΜΕΣΥΑ (όπως ονομάζεται η Κεντρική Επιτροπή του Ποταμιού) η οποία θα αποφασίσει αν το κόμμα θα συνεχίσει την πορεία του ή αν απλώς θα κατεβάσει ρολά. Η πλειοψηφούσα πρόταση του Πολιτικού Συμβουλίου είναι υπέρ του να μπουν τίτλοι τέλους. Υπέρ μιας «έντιμης» και «αξιοπρεπούς» παραδοχής της ήττας και αποχώρησης από το πολιτικό σκηνικό της χώρας. Η θέση που μειοψήφησε, την οποία εξέφρασα και εγώ, είναι πως το Ποτάμι πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει.

Το βασικό επιχείρημα υπέρ της αναστολής της λειτουργίας του Ποταμιού είναι πως ουσιαστικά δεν έχει ακροατήριο, δεν μπορεί δηλαδή -και ειδικά μετά την αποτυχία στις πρόσφατες εκλογές- να βρει τον ζωτικό πολιτικό χώρο για να σταθεί όρθιο. Με άλλα λόγια, υποστηρίζεται πως το Ποτάμι δεν έχει κοινό για να απευθυνθεί. Δεν έχει ψηφοφόρους. Είναι όμως έτσι; Μήπως τελικά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Έχουμε έναν έλληνα πολίτη που ανήκει στον ευρύτερο Μεσαίο Χώρο. Τον φιλελεύθερο χώρο, τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας ακόμα και εκείνο της Ανανεωτικής Αριστεράς. Έναν πρώην ψηφοφόρο του ΠΑΣΟΚ του Σημίτη αλλά και εκείνου του ΓΑΠ ή του Βενιζέλου, της Δράσης, της ΔΗΜΑΡ όταν ήταν στα ντουζένια της, ακόμα και του Κυριάκου Μητσοτάκη στις εσωκομματικές εκλογές της Νέας Δημοκρατίας (ή πιο σωστά όσων θεωρητικά εκπροσωπούσε ο Κ.Μ. τότε).

Βασικά, έχουμε έναν πρώην ή και εν δυνάμει ψηφοφόρο του Ποταμιού. Αυτός ο τύπος λοιπόν τι επιλογές θα είχε έτσι και αύριο προκηρύσσονταν εκλογές;

Α. Μια κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία που γέρνει όλο και πιο ακροδεξιά, που δεν προχωρά σε καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση, που διορίζει αβέρτα ημέτερους. Με το αφήγημα του «κεντρώου» και «φιλελεύθερου» κόμματος του Κυριάκου Μητσοτάκη να καταρρέει με πάταγο.

Β. Ένα ΣΥΡΙΖΑ που εν μέσω καταστροφής της χώρας λοιδορούσε το «Ακραίο Κέντρο» ώσπου, εσχάτως, ανακάλυψε τη γοητεία του «Μεσαίου Χώρου».

Γ. Ένα ΚΙΝΑΛ απολιθωμένο, χωρίς αφήγημα και προτάσεις που απευθύνεται αποκλειστικά σε υπερήλικες που βουρκώνουν στις θύμισες της Μελίνας και του Πεπονή.

Για να το κάνω πενηνταράκια (που λέει και ο Γεωργίου) με την εξαφάνιση του Ποταμιού ο φιλελεύθερος/ κεντρώος/ σοσιαλδημοκράτης, ο προοδευτικός πολίτης δεν θα έχει κόμμα που θα τον εκφράζει. Άρα είτε θα κληθεί να επιλέξει το λιγότερο τραγικό είτε θα αναγκαστεί να περάσει την ημέρα των εκλογών σπίτι μαζί με αγαπημένα του πρόσωπα. Σταδιακά όλος αυτός ο πολιτικός χώρος που, ας μην ξεχνάμε, κράτησε την Ελλάδα στην Ευρώπη πηγαίνοντας κόντρα σε ακροδεξιές και ψευτοαριστερές φωνές θα σβήσει.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι πως το Ποτάμι πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει. Σήμερα είναι πιο αναγκαίο και χρήσιμο από ποτέ. Ενδεχόμενη εξαφάνισή του θα σημάνει το οριστικό τέλος ενός τεράστιου προοδευτικού πολιτικού χώρου και την άνευ όρων παράδοση των ανθρώπων που τον εκπροσωπούν στα πολιτικά τέρατα που ονομάζονται Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ.

Τα τρία «μεγάλα» κόμματα το λεηλάτησαν. Υπάρχουν όμως ακόμα στις τάξεις του εξαιρετικά στελέχη. Νέοι άνθρωποι με φρέσκες φωνές που χρειάζονται βήμα. Ακόμα και το φαινομενικά μικροσκοπικό 1,5 % των ευρωεκλογών (σε εποχές ακραίας πόλωσης) μπορεί να αποτελέσει μια στερεή βάση για τη συνέχεια. Ο νόμος για την Ιθαγένεια, το Σύμφωνο Συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια, η Συμφωνία των Πρεσπών και τόσα άλλα αποτελούν μια παρακαταθήκη για τη συνέχεια. Ενδεχόμενη οικιοθελής διάλυσή του Ποταμιού δεν θα είναι τίποτα παραπάνω από μια ακόμα νίκη του λαϊκισμού και του εθνικισμού στην έρμη τούτη χώρα.

ΠΗΓΗ: The Caller