21 Δεκεμβρίου, 2016

«Το Ποτάμι λέει όχι στην τροπολογιομανία της Κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ»

Γιώργος Μαυρωτάς

Την αποχώρηση του Ποταμιού από τη συζήτηση και ψήφιση του νομοσχεδίου για τον χωρικό σχεδιασμό, έκανε γνωστή από το βήμα της Βουλής ο ειδικός αγορητής του Ποταμιού Γιώργος Μαυρωτάς, καταγγέλλοντας το όργιο των υπουργικών και βουλευτικών τροπολογιών.

Κατά τη συζήτηση στην ολομέλεια, ο κ. Μαυρωτάς τόνισε ότι το Ποτάμι πάντα κάνει υπεύθυνη και εποικοδομητική αντιπολίτευση και γι' αυτό και σε αυτό το νομοσχέδιο έκανε κριτική και κατέθεσε προτάσεις αρκετές από τις οποίες μάλιστα έγιναν αποδεκτές.

Ωστόσο, όπως σημείωσε, το εν λόγω νομοσχέδιο περνά αναγκαστικά σε 2η μοίρα και ο λόγος είναι ένας: «Οι Τροπολογίες», και συγκεκριμένα οι πολλές, άσχετες και όλες εκπρόθεσμες τροπολογίες. Ο βουλευτής του Ποταμιού τόνισε ότι αυτό πρέπει να σταματήσει καθώς όπως είπε τα νομοσχέδια έχουν γίνει οι ξενιστές των τροπολογιών. Τροπολογίες οι οποίες όπως σχολίασε, γίνονται για να συντηρήσει η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το πελατειακό κράτος και να νομιμοποιήσει το ρουσφέτι. Πρακτική, βέβαια, όπως συμπλήρωσε, η οποία γινόταν και στο παρελθόν επί ΝΔ και επί ΠΑΣΟΚ.

Αναφερόμενος στον αριθμό των τροπολογιών, σημείωσε ότι για ένα νομοσχέδιο 17 άρθρων, έχουν κατατεθεί 19 υπουργικές τροπολογίες και 26 βουλευτικές τροπολογίες, αρκετές από τις οποίες είναι κεκαλυμμένες υπουργικές τροπολογίες που δίνονται να τις καταθέσουν οι βουλευτές της συμπολίτευσης.

Το Ποτάμι, όπως τόνισε, κατήγγειλε πολλές φορές το φαινόμενο της τροπολογιομανίας και πως πρέπει να μπει ένα φρένο σε αυτήν την κατάντια. Συνέχισε λέγοντας ότι επειδή σέβεται τον εαυτό του και το Κοινοβούλιο, αποφασίζει να αποχωρήσει και να μη συμμετέχει στον ευτελισμό των κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Το Ποτάμι με τη στάση του αυτή πρώτο αντιστέκεται εμπράκτως στην παρακμιακή αυτή κατάσταση, η οποία μπορεί να βολεύει τα κόμματα, όχι όμως και τη χώρα.

Δείτε το βίντεο της ομιλίας εδώ:

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας:

Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στο παρόν νομοσχέδιο προσπαθήσαμε να κάνουμε μία εποικοδομητική αντιπολίτευση, κάνοντας κριτική και προτάσεις, σε ένα πολύ σημαντικό νομοσχέδιο όπως είναι αυτό.

Θα ήθελα, μάλιστα, να ευχαριστήσω τον εισηγητή του νομοσχεδίου, τον κ. Δημαρά, γιατί προσπάθησε μέσα σε κλίμα συναίνεσης και ενσωμάτωσε κάποιες από τις παρατηρήσεις μας, όπως προανέφερε, σε συνεννόηση πάντα με τους Υπουργούς.

Ένα πολύ σοβαρό νομοσχέδιο, όμως, όπως αυτό του χωρικού σχεδιασμού περνάει σήμερα αναγκαστικά σε δεύτερη μοίρα. Ο λόγος είναι μία λέξη. Η λέξη «τροπολογίες».

Και για να είμαι πιο συγκεκριμένος, άσχετες και εκπρόθεσμες τροπολογίες.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα στο σημερινό νομοσχέδιο ξεπερνάει κάθε όριο. Έχουμε δεκαεννέα υπουργικές και είκοσι πέντε βουλευτικές τροπολογίες μέχρι στιγμής. Είναι το νέο ρεκόρ, γιατί μέχρι τώρα το ρεκόρ το είχε το Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών με είκοσι εννέα στο σύνολο τροπολογίες. Λάβετε υπ’ όψιν ότι κάποιες από τις βουλευτικές τροπολογίες είναι ουσιαστικά υπουργικές τροπολογίες, οι οποίες δίνονται στους Βουλευτές, για να υποβληθούν.

Έχουμε πει με κάθε τρόπο και σε κάθε νομοσχέδιο ότι αυτό πρέπει να σταματήσει, το έχει πει και ο Πρόεδρος της Βουλής και όλο, όμως, και χειροτερεύει η κατάσταση. Τι έγινε; Είναι η ανεπάρκεια της διοίκησης ή μας έχει βολέψει το σύστημα ότι μπορούμε ανά πάσα στιγμή να καταθέσουμε μια τροπολογία και να λύσουμε το θέμα;

Τα νομοσχέδια έχουν καταντήσει τελικά οι ξενιστές των τροπολογιών, έχουν γίνει, δηλαδή, ο φορέας, το υπόστρωμα, για να περάσουν οι τροπολογίες, που εν πολλοίς είναι ρουσφετολογικές. Βρήκαμε, δηλαδή, παπά, το νομοσχέδιο, να θάψουμε πέντε–έξι, να εντάξουμε καμιά σαρανταριά, όπως είναι σήμερα σαράντα τέσσερις συγκεκριμένα τροπολογίες. Μετά δεν πρέπει να διαμαρτυρόμαστε για την ποιότητα της πολιτικής ζωής όταν εμείς οι ίδιοι δεν σεβόμαστε τις νομοθετικές διαδικασίες. Νομοθετούμε, λοιπόν, διά τροπολογιών.

Και ειλικρινά δεν βλέπετε τον ελέφαντα που υπάρχει μέσα στο δωμάτιο και κανένας δεν μιλάει γι’ αυτόν; Ποιος είναι; Είναι το πελατειακό σύστημα, που συντηρείται διά των τροπολογιών. Να αποφευχθεί, δηλαδή, η διαβούλευση, να περάσουν λάθρα, ώστε να μην προλάβει να πέσει πολύ κράξιμο, να γίνουν νόμος, να νομιμοποιήσουμε το ρουσφέτι. Είναι διακομματική πρακτική, δεν είναι τωρινή ανακάλυψη, βέβαια, ίσχυε και στο παρελθόν επί διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας.

Αλλά, κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ, εσείς δεν ήσασταν, που κατηγορούσατε τις προηγούμενες κυβερνήσεις για τον τρόπο που νομοθετούσαν; Και πολύ καλά κάνατε. Τώρα τι άλλαξε και από απαράδεκτος εκείνος ο τρόπος νομοθέτησης έχει γίνει αναγκαίος;

Πότε θα βάλουμε φρένο σε αυτήν την κατάντια; Γατί περί κατάντιας πρόκειται. Όποιος θυμηθεί κάτι, όποιος θέλει ένα ρουσφέτι και έχει την άκρη σε έναν Υπουργό ή σε έναν Βουλευτή το φέρνει ως τροπολογία. Τον Κανονισμό τον έχουμε κάνει κουρελόχαρτο και περνάνε εκπρόθεσμες, ακοστολόγητες, άσχετες τροπολογίες, οι οποίες έρχονται ατάκτως ερριμμένες. Έχουμε καταντήσει να είμαστε η χώρα του κατ’ εξαίρεση και του επείγοντος. Δεν μπορούμε να προγραμματίζουμε ή έχουμε βολευτεί σε αυτό το καθεστώς, και η διοίκηση, αλλά και τα κόμματα, και λέμε «έλα εντάξει θα κάνουμε μια τροπολογία και έληξε το θέμα»;

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς γιατί φτάσαμε ως εδώ. Το πρώτο βήμα, λοιπόν, για να ανακτήσει το πολιτικό σύστημα την αξιοπιστία του είναι να δεσμευτούμε ότι δεν θα νομοθετούμε στο πόδι. Ζητάμε μεταρρυθμίσεις για την κοινωνία από τους πολίτες. Είμαστε, όμως, διατεθειμένοι να κάνουμε εμείς μεταρρυθμίσεις στον εαυτό μας, για την Βουλή, να ξεβολευτούμε δηλαδή;

Και καλά, θα πει κάποιος, δεν υπάρχουν περιπτώσεις όπου είναι αναγκαία, απαραίτητη μια τροπολογία; Υπάρχουν, αλλά να δούμε τις συνθήκες. Η χώρα, που έβγαλε «το μέτρον άριστο», είναι και η πρωταθλήτρια στην καταστρατήγησή του. Δεν μπορεί σε ένα νομοσχέδιο δεκαεπτά άρθρων –είναι αυτό εδώ το νομοσχέδιο- να έχουμε σαράντα πέντε τροπολογίες, που είναι αυτές εδώ, οι οποίες είναι άσχετες, είναι εκπρόθεσμες, κάποιες είναι βουλευτικές, κάποιες είναι υπουργικές, ακόμα και οι βουλευτικές, όμως, είναι ουσιαστικά υπουργικές.

Δεν θα κλείσω μόνο με την κριτική, αλλά θα πάω και σε κάποιες προτάσεις. Ως πρώτο βήμα, να πούμε τέρμα στις άσχετες και εκπρόθεσμες τροπολογίες για αρχή. Οι κανονικές τροπολογίες, όταν έρχονται, κοστολογημένες βέβαια, να ψηφίζονται μόνο με αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων των Βουλευτών ή του 50% των κομμάτων, ώστε να τεκμηριώνεται διακομματικά η αναγκαιότητά τους. Έτσι ελπίζω να μπει ένα φρένο και να γίνεται καλύτερη επεξεργασία.

Το φαινόμενο, λοιπόν, της τροπολογιομανίας είναι ο καρκίνος του νομοθετικού μας έργου. Εμείς το καταγγείλαμε μια, το καταγγείλαμε δύο, τώρα πια δεν πάει άλλο. Όλο καταδικάζουμε, αλλά δεν γίνεται τίποτα.

Είχαμε, λοιπόν, όλη την καλή διάθεση να ψηφίσουμε το παρόν νομοσχέδιο –το είχα πει και χθες στον κ. Δημαρά-, όμως αυτήν τη φορά δεν θα πάρουμε μέρος σε αυτόν τον ευτελισμό των κοινοβουλευτικών διαδικασιών.

Θα αποχωρήσουμε από την ψηφοφορία του νομοσχεδίου, θα αποχωρήσουμε από το θέατρο του παραλόγου, που δίνει την εικόνα ενός αχταρμά και δεν αρμόζει στην Ελληνική Βουλή. Και αποχωρούμε, στέλνοντας ένα «sos» προς την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία, μήπως και σταματήσει αυτός ο κατήφορος. Νομίζω ότι έτσι προσφέρουμε και ένα έργο στους Υπουργούς, στους εκάστοτε Υπουργούς, να το επικαλούνται, όταν δέχονται πιέσεις για σωρεία τροπολογιών είτε από Βουλευτές, είτε από άλλα Υπουργεία. Κάποιος, κάποτε, πρέπει να κάνει την αρχή, να αντισταθεί σε μια παρακμιακή κατάσταση που μπορεί να βολεύει όλα τα κόμματα του Κοινοβουλίου και τα Υπουργεία, αλλά δυστυχώς δεν βολεύει τη χώρα.

Ευχαριστώ πολύ.