23 Φεβρουαρίου, 2017

Το μυστικό της κοστολόγησης των ρουσφετιών

Παναγιώτης Καρκατσούλης

Επτά χρόνια μετά την είσοδο της Ελλάδας στο σπιράλ της πρωτοφανούς κρίσης, όλο και περισσότεροι Έλληνες καταλαβαίνουν ότι ένας σημαντικός παράγοντας που συνέβαλε στη δημιουργία της ήταν η κακή διαχείριση (των δημόσιων οικονομικών) του κράτους. Ειδικότερα, τα ελλείμματα είχαν μια σημαντική συμβολή σ’ αυτό, αφού τα συνακόλουθα χρέη που δημιουργούνταν για την κάλυψή τους, οδήγησαν στην κρίση δανεισμού και τα συμπαρομαρτούντα μνημόνια.

Για κάποιον που διέθετε κοινή λογική ήταν προφανές ότι ένα έλλειμμα εδημιουργείτο κάθε φορά που δεν μπορούσαμε να εκτιμήσουμε μια δαπάνη –κι’ αυτή, κατά το κοινώς λεγόμενο, ξέφευγε. Όταν, για παράδειγμα, δημιουργούσαμε πολύ περισσότερες θέσεις, απ’ όσες χρειαζόμασταν (και που ο προϋπολογισμός μπορούσε να υποστηρίξει) στο δημόσιο, προκειμένου να καλυφθούν πελατειακές ανάγκες, το κόστος μισθοδοσίας ανέβαινε υπερβολικά. Μαζί με την έλλειψη οργάνωσης, τις επικαλύψεις, την ανυπαρξία δικτυώσεων και συνεργειών, το κόστος λειτουργίας εκτινασσόταν και η έλευση των ελλειμμάτων ήταν προεξοφλημένη.

Τα ελλείμματα -όπως και οι λόγοι που τα προκαλούσαν- ήταν εμφανή κατά τη δημιουργία τους, αλλά επικρατούσε η αντίληψη ότι μπορούν να «κουκουλώνονται» λόγω του μεγάλου πολιτικού κόστους που είχε η αντιμετώπισή τους, από την μια, και του εύκολου δανεισμού, από την άλλη.

Δυστυχώς, παρά τα όσα συνέβησαν, η διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δείχνει όχι μόνο να μην έχει μάθει κάτι από τα προηγούμενα παθήματα αλλά, τουναντίον, κάνει ότι μπορεί για να δημιουργήσει νέα ελλείμματα. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί για να το «πετύχει» είναι μια κάκιστη πρακτική του παρελθόντος.

Κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (εφεξής, ΓΛΚ) συνοδεύει, αφ’ ενός, με μια έκθεση δαπάνης τις επιπτώσεις που εκτιμά ότι μπορεί να έχει ένα νομοσχέδιο στον κρατικό προϋπολογισμό και είναι υπεύθυνο για την έγκριση/απόρριψη δαπάνης στην οποία προβαίνουν φορείς του δημοσίου που χρηματοδοτούνται/επιδοτούνται από τον προϋπολογισμό.

Όσον αφορά τη συνταγματική υποχρέωση του νομοθέτη να συνοδεύει, υποχρεωτικά, τις ρυθμίσεις που προτείνει με την έκθεση δαπάνης, αυτή, εάν δεν προσκομιστεί καθιστά την συζήτηση του νομοσχεδίου αδύνατη. Ο «πονηρός πολιτευτής» βρήκε, όμως, μια βαλκανική δίοδο, προκειμένου να παρακάμψει την απαγόρευση: Μπορεί μεν να προσκομίζει την έκθεση αλλά η ίδια η έκθεση να μην λέει απολύτως τίποτα (!). Πως γίνεται αυτό; Μα, μη προσκομίζοντας στοιχεία στο ΓΛΚ που θα του επέτρεπαν να προβεί σε εκτίμηση. Το ΓΛΚ υπολογίζει μια δαπάνη με βάση πραγματικά περιστατικά. Στην περίπτωση ενός συλλογικού οργάνου, κριτήρια μπορεί να είναι ο αριθμός των μελών του και οι φορές που αυτό θα συνεδριάσει. Σημειωτέον, ότι το ΓΛΚ δεν υπεισέρχεται στην ουσία της δαπάνης, εάν δηλαδή, αυτή είναι χρήσιμη ή άχρηστη. Δεν αξιολογείται, δηλαδή, εάν τα λεφτά που δίνονται, πιάνουν τόπο («value for money»).

Πριν από μια δεκαετία επιχειρήθηκε, για τελευταία φορά, να υπάρξει μια δομική αλλαγή στον τρόπο κατάρτισης του προϋπολογισμού, ούτως ώστε αυτός να συνδεθεί με τα πραγματικά αποτελέσματα των πολιτικών. Η αποτυχία ήταν παταγώδης και η νίκη του πελατειακού κράτους σαφής. Οι προϋπολογισμοί, αντί να εξορθολογιστούν, μεταβλήθηκαν σε σουρωτήρια ποικίλων όσων εξόδων που δεν ισοσταθμίζονταν από έσοδα. Την ίδια περίοδο οι περισσότερες χώρες της ΕΕ υιοθετούσαν και πειραματίζονταν με αγγλοσαξωνικά μοντέλα προϋπολογισμών στηριγμένων στα αποτελέσματα, καθιστώντας τον προϋπολογισμό κεντρικό εργαλείο της διοικητικής μεταρρύθμισης και της ανάπτυξης. Η επιγενόμενη κρίση ανέβαλε, επ’ αόριστον, την σημαντική αυτή μεταρρύθμιση στη χώρα μας.

Και μετά, ήρθαν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ... Ανακαλύπτοντας την κακή πρακτική της μη χορήγησης στοιχείων στο ΓΛΚ, είδαν την ευκαιρία να «πουλήσουν αέρα» στους πολίτες αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στον προϋπολογισμό. Έτσι, λοιπόν, άρχισε να εμφανίζεται, σταθερά, στις εκθέσεις του ΓΛΚ η έκφραση ότι «δεν μπορεί να προβεί σε εκτίμηση δαπάνης, επειδή δεν του παρασχέθηκαν στοιχεία από τις αρμόδιες υπηρεσίες και τους υπουργούς». Για του λόγου το αληθές:

  • Στον ν. 4452/2017 με τίτλο «ρύθμιση θεμάτων του κρατικού πιστοποιητικού γλωσσομάθειας, της εθνικής βιβλιοθήκης της Ελλάδας και άλλες διατάξεις» προβλέπεται ότι θα υπάρξει δαπάνη σίτισης, περίθαλψης, χορήγησης συγγραμμάτων από την διεύρυνση των κατηγοριών των υποψηφίων που θα εισέλθουν στα ΑΕΙ/ΤΕΙ με τις «ειδικές κατηγορίες» (πάσχοντες από ασθένειες, αλλοδαποί/αλλογενείς, υποψήφιοι εσπερινών ΕΠΑΛ, κλπ). Αυτή η δαπάνη δεν μπορεί να εκτιμηθεί από το ΓΛΚ, διότι η κυβέρνηση δεν μπορεί/θέλει να δεσμευτεί πόσοι θα είναι αυτοί οι υποψήφιοι.
  • Το ίδιο ισχύει και για τις δαπάνες λειτουργίας που θα προκύψουν από τα αφειδώς δημιουργούμενα νέα τμήματα στα πανεπιστήμια (Ιωαννίνων, Πειραιώς, Αιγαίου, κλπ) με το άρθρο 26 του ίδιου νόμου (ν. 4452/2017).
  • Στον ν. 4414/2016 που διαλαμβάνει το «νέο καθεστώς στήριξης των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές» προβλέπεται δαπάνη από την επιχορήγηση των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ να συμμετέχουν ως επιβλέποντες φορείς στα προγράμματα για την προώθηση της απασχόλησης. Αυτή η δαπάνη, πάλι, δεν μπορεί να υπολογιστεί, γιατί η κυβέρνηση δεν δίνει έναν περιοριστικό αριθμό.
  • Στον ν. 4387/2016 δημιουργείται ένα «εθνικό συμβούλιο κοινωνικής ασφάλειας» για το οποίο δεν υπάρχει εκτίμηση ούτε της αμοιβής των μελών του ούτε και του επιμισθίου το οποίο, πλουσιοπάροχα, η κυβέρνηση αποφάσισε να χορηγήσει στους μεταφερόμενους υπαλλήλους από τις γενικές γραμματείες δημοσιονομικής πολιτικής και πληροφοριακών συστημάτων.
  • Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τα μέλη του νεοσύστατου οργανισμού διαχείρισης ακινήτων γαιών και εξοπλισμών στο ν. 4384/2016.
    Εν συνόλω, από τους 90 νόμους που ψήφισε η εθνολαϊκιστική κυβέρνηση το 2016, μόνον οι 24 συνοδεύονται από έκθεση δαπάνης με πραγματική εκτίμηση της δαπάνης που προκαλείται. Είτε αυτό συμβαίνει από άγνοια, ανικανότητα ή πρόθεση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο κακό. Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ μας γυρίζουν στις πιο σκοτεινές μέρες του πελατειακού κράτους!

    * Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.

    Πηγή: Liberal.gr