23 Μάρτιος, 2019

Το «μένος» εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ

Σώτη Τριανταφύλλου

Όσοι συμπολίτες μας βλέπουν με επιείκεια τον ΣΥΡΙΖΑ αναρωτιούνται για τις αιτίες του «μένους» που μερικοί από μας εκδηλώνουν εναντίον του: μήπως η ένταση του αντιπολιτευτικού λόγου οφείλεται σε «εντεταλμένη υπηρεσία» όπως ισχυρίζεται ο κ. Πολάκης; Μήπως νεοφιλελεύθερα κέντρα έχουν προσλάβει πληρωμένους κοντυλοφόρους; Οι πολίτες που υποστηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ, διακρίνονται, νομίζω, σε τρεις κατηγορίες: στους εκ παραδόσεως αριστερούς που βλέπουν τους ιδεολογικούς τους εχθρούς σαν βδελυρά έντομα· σ' εκείνους που, μέσω της ιστορικής αφήγησης της αριστεράς, έχουν πεισθεί ότι ενσαρκώνει την καλοσύνη, άρα, παρά τα ελαττώματα των εκπροσώπων της, νιώθουν ότι έχουν ηθική υποχρέωση να την υπερασπίζονται· και τέλος, σε όσους, αν και αμφισβητούν την αριστερή ορθοφροσύνη του ΣΥΡΙΖΑ, προβάλλουν το επιχείρημα ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις «δεν ήταν καλύτερες».

Πράγματι, η γελοιότητα και η φαυλότητα του παρόντος εμφανίζονται με ζωηρότερα χρώματα από ό,τι εκείνες του παρελθόντος. Έτσι κι αλλιώς, η σύγκριση της σημερινής κυβέρνησης με προηγούμενες είναι άτοπη- οι συνθήκες διέφεραν· διέφεραν και οι ίδιοι οι Έλληνες. Εννοείται πως, αν είχαμε χρηστή διοίκηση στο παρελθόν δεν θα είχαμε φτάσει εδώ που φτάσαμε. Σ' αυτό συμφωνούμε σχεδόν όλοι.

Ποια είναι λοιπόν τα στοιχεία του ΣΥΡΙΖΑ που προκαλούν «μένος»; Βάζω εισαγωγικά διότι δεν συμφωνώ ότι πρόκειται για μένος. Οι αντιδράσεις, δεδομένων των συνθηκών, είναι μάλλον ήπιες. Αν μια δεξιά κυβέρνηση εφάρμοζε την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, θα δεινοπαθούσε.

Το πρώτο στοιχείο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ συμπεριφέρεται σαν μια παρέα μεθυσμένων ακριβώς όπως όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Η συμπεριφορά του μεθυσμένου δεν έχει άμεση σχέση με την πολιτική του αυτή καθεαυτή- έχει σχέση με το ύφος άσκησης της πολιτικής· με το ήθος· με το συμπεριφορικό παράδειγμα που διαχέεται στους πολίτες προκαλώντας τρομερή οπισθοδρόμηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει αυτογνωσία, ούτε είναι σε θέση να εκτιμήσει τις αντικειμενικές συνθήκες· η αυτοπεποίθησή του μοιάζει με του μεθυσμένου που πιστεύει ότι μπορεί να πετάξει, οδηγεί αλλοπρόσαλλα παραβιάζοντας το όριο ταχύτητας και αντιδρά με υπερβολική επιθετικότητα όταν τον σταματά η τροχαία και τον υποβάλλει σε αλκοτέστ.

Πολλά στελέχη του, πέραν της τυφλότητας που δημιουργεί η υπεραπλουστευμένη μαρξική ανάλυση, δεν ήξεραν, και πιθανότατα δεν ξέρουν ακόμα, πώς λειτουργεί η οικονομία, το πολίτευμα, οι θεσμοί, το διεθνές γεωπολιτικό σύστημα. Ήθελαν να ανατρέψουν κάτι που δεν καταλάβαιναν. Το επιχείρημα «και οι προηγούμενοι ήταν άσχετοι» ίσως περιέχει κάποια αλήθεια και ίσως αποκαλύπτει το πώς προχωρούμε στα τυφλά, όμως δεν απαλλάσσει τον ΣΥΡΙΖΑ από τις επικρίσεις για τη συμπεριφορά του μεθυσμένου. Τα χαρακτηριστικά του μεθυσμένου -αμετροέπεια, εξωφρενικές και αντιφατικές δηλώσεις, αυθαιρεσία, αμνησία- εντείνονται από το δεύτερο στοιχείο, το ηθικό πλεονέκτημα, για το οποίο έχουν ήδη γραφτεί πολλά. Επαναλαμβάνω εδώ ότι, ενώ το ηθικό πλεονέκτημα βασίζεται σε μύθους, μια και μοναδική αλήθεια -η πολιτική του κράτους της δεξιάς μετά τον εμφύλιο πόλεμο- μοιάζει να το ενισχύει και το ανανεώνει. Μέσα από ένα μηχανισμό διαρκούς υπενθύμισης, η αριστερά εκμεταλλεύτηκε εκείνη τη μικρόψυχη, διχαστική και μυωπική πολιτική για να δημιουργήσει το πάνθεον των ηρώων της (μερικούς από τους οποίους έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα η ίδια) και να αναδειχθεί ως η θρησκεία στην οποία αναδείχτηκε. Χωρίς να δείχνει καμιά μεταμέλεια για τον εμφύλιο πόλεμο, επιβάλλει το ιστορικό της αφήγημα το οποίο αποτελεί το Κατεστημένο στην παιδεία και στην καθημερινότητα (κατά την οποία κυβερνητικά στελέχη παρίστανται σε γιορτές μίσους, τραγουδάνε αντάρτικα και αναρτούν στα γραφεία τους εικόνες αριστερών ηρώων).

Το τρίτο στοιχείο, που συνδέεται με τα άλλα δύο, είναι η αναισθησία: τέτοια έλλειψη πολιτικής και προσωπικής ευθιξίας εντάσσεται πια στο πεδίο της ψυχιατρικής. Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ μισεί όσους δεν αποδέχονται την πολιτεία του, του λείπει το φιλότιμο, η απλή αρετή που μας κάνει να προσπαθούμε όλο και περισσότερο, να παραδεχόμαστε τα λάθη μας και να αποσυρόμαστε όταν η ανεπάρκειά μας προκαλεί βλάβες. Δεν αναφέρομαι στις ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ στις πυρκαγιές, ούτε πιστεύω ότι τα προβλήματα της πολιτικής λύνονται στα δικαστήρια- αναφέρομαι σε πλήθος λιγότερο εντυπωσιακών περιστάσεων στις οποίες κυβερνητικά στελέχη θα έπρεπε να μας ζητήσουν συγνώμη και να παραιτηθούν. Σίγουρα, στην Ελλάδα είμαστε χοντρόπετσοι: το πάχος του δέρματος είναι χαρακτηριστικό της εξέλιξης των ειδών.

Ένα ακόμα στοιχείο είναι η καθήλωση στις μυθολογίες της δεκαετίας του 1960. Ο ΣΥΡΙΖΑ συντίθεται από πολύ συντηρητικούς ανθρώπους που ονομάζουν «ρομαντισμό» την προσκόλλησή τους σε ξοφλημένες ιδεολογίες και τη φοβία τους για τη νεωτερικότητα. (Υπενθυμίζω ότι ο ρομαντισμός ήταν, εν γένει, συντηρητικό, εθνικιστικό και ανορθολογικό κίνημα). Ταυτοχρόνως, καθώς είναι προσηλωμένοι είτε στην εγκληματική δόξα του ΚΚΕ, είτε στη δήθεν κομμουνιστική πραότητα του ΚΚΕ Εσωτερικού, είτε στον τριτοκοσμικό σοσιαλισμό του ΠΑΣΟΚ, είτε στο ελευθεριακό πνεύμα (Μάης '68 κτλ), συμπαθούν την αριστερή τρομοκρατία και κολακεύουν τη νεολαία (που είναι ευεπηρέαστη και κολακεύεται εύκολα). Σ' αυτή τη νοοτροπία εντάσσεται η πολιτική τους στην παιδεία: η απόρριψη της αριστείας, της αυθεντίας και της πειθαρχίας, η τεχνοφοβία (οι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ νοσταλγούν τον μαυροπίνακα), η δαιμονοποίηση της σύνδεσης της παιδείας με τον κόσμο της εργασίας.

Προπάντων, ο ΣΥΡΙΖΑ αποφασίζει μέσω ανορθολογικών εκτιμήσεων συσσωρεύοντας πλάνες: καχυποψία έναντι της ΕΕ, αλληλεγγύη για υβριδικά καθεστώτα του Τρίτου Κόσμου, εξιδανίκευση της συμβολής των μεταναστών στην οικονομία και στην κοινωνία (με παράλληλη κακομεταχείρισή τους), έμμονη ιδέα περί ανακατανομής του ήδη υπάρχοντος εισοδήματος χωρίς έγνοια για τη μεγέθυνσή του. Το «μένος» δεν οφείλεται μόνο στη λανθασμένη πολιτική· οφείλεται στο χάσμα της πρόσληψης της πραγματικότητας: ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επιλεκτική μνήμη και επιλεκτική ηθική· οι παρανομίες των «δικών του» (στους οποίους περιλαμβάνονται αριστεριστές, αναρχικοί, κοινωνικό περιθώριο) όχι μόνο δικαιολογούνται αλλά εγκωμιάζονται ως θάρρος, ως αντίσταση στον άτιμο ντουνιά.

Το «μένος» είναι απάντηση στα θλιβερά πάθη: στον φθόνο, στην εκδικητικότητα, στον φανατισμό. Αν έλειπαν τα εισαγωγικά, θα ήταν θλιβερό πάθος της αντιπολίτευσης.

*Η Σώτη Τριανταφύλλου είναι μέλος της επιτροπής διαλόγου

Πηγή: Τα Νέα

Σχετικά