6 Αύγουστος, 2019

Το Μαξίμου

Πάνος Μπιτσαξής
  • Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου το μακρινό πια 1985, έχοντας το όραμα της προσωπικής αιωνιότητας, αφαίρεσε και τα τελευταία ίχνη «εξουσίας» και αρμοδιότητας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας το πολίτευμά μας μεταβλήθηκε σ’ αυτό που η πράξη έχει ονομάσει «Πρωθυπουργοκεντρική Δημοκρατία». Δεν έλαβε καν υπ’ όψη του ότι οι περιορισμένες, έτσι κι αλλιώς, εξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας ουδέποτε είχαν ασκηθεί. Παρέμεναν ως εφεδρεία τυχόν εκτάκτων περιστάσεων. Η μεταβολή περιβλήθηκε με τον αυτονόητο ιδεολογικοπολιτικό μανδύα. Υποτίθεται ότι κατοχυρώθηκε το τεκμήριο της λαϊκής κυριαρχίας. Ότι αποφεύχθηκε οριστικά ο συγκρουσιακός διπολισμός της πολιτειακής δομής της χώρας. Παράλληλα, και το πληρώσαμε ακριβά, ο Προεδρικός Θώκος, με την αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που χρειαζόταν ο εκάστοτε επίδοξος μνηστήρας της, λες και έπαιρνε την εκδίκησή του για τον συνταγματικό περιορισμό του σε ρόλο καθαρά εθιμοτυπικό. Έγινε σε δυο τουλάχιστον περιστάσεις συνθήκη διαταραχής της πολιτικής σταθερότητας κυοφορώντας αιφνίδιες και άκαιρες πολιτικές εξελίξεις. Όμως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, παρά τις προθέσεις του 1985, διατήρησε ρόλο ουσίας, άτυπο μεν, αλλά σε ειδικές περιστάσεις καίριο. Αυτό το ξέρουμε όλοι. Πολλά καταλυτικής σημασίας για την πορεία της χώρας συνέβησαν, εκτός των προβολέων της άμεσης δημοσιότητας, στη βαριά και ανιαρή αίθουσα του Προεδρικού Μεγάρου. Ιδίως το τραγικό και τραγελαφικό καλοκαίρι του 2015. Θυμάμαι και ένα προσωπικό στιγμιότυπο. Η κρίση είχε φτάσει στη κορύφωσή της, είχε ορκισθεί η Κυβέρνηση Πικραμένου η υποχρηματοδότηση του αθλητισμού ήταν στο απόγειό της και ήταν νομοτελειακό ότι ένας προς έναν οι αθλητικοί χώροι θα έκλειναν. Απελπισμένος, φέρων ακόμα την ιδιότητα του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού, μη ξέροντας τι να κάνω, σε συνθήκες γενικής κυβερνητικής διάλυσης, ζήτησα ένα ραντεβού από τον Κάρολο Παπούλια τότε Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, ο οποίος είχε διατελέσει αθλητής. «Κάντε κάτι κ. Πρόεδρε» του είπα «γιατί το σύστημα είναι υπό κατάρρευση». Με κοίταξε περίλυπος και μου απάντησε «τι να σου κάνω παιδί μου, πικραμένος λαός, Πικραμένος Πρωθυπουργός».
  •  Το πρωθυπουργικοκεντρικό σύστημα σημαίνει ότι ο Πρωθυπουργός συγκεντρώνει την μέγιστη θεσμική δύναμη. Είναι παντοδύναμος. Μπορεί να κάνει ή να μην κάνει οτιδήποτε αποφασίσει. Τα θεσμικά αντίβαρα στην αχανή αυτή παντοδυναμία είναι ελάχιστα και ισχνά. Όμως, και το διαπιστώσαμε οδυνηρά, η παντοδυναμία μετατρέπεται σε αδυναμία. Ο Πρωθυπουργός δεν προλαβαίνει ή δεν ξέρει ή δεν τον αφήνουν να μάθει ή δεν έχει τους κατάλληλους ανθρώπους για «να κάνει τη δουλειά του». Η υπεροχή του γίνεται μειονεξία. Η πολυνομία, η διάχυση αρμοδιοτήτων άναρχα και χωρίς ειρμό, οι διαχρονικές παθογένειες του Ελληνικού Κράτους μετέτρεψαν την Διοίκηση του Κράτους σε χαλαρή συνομοσπονδία αυτόνομων φορέων. Διοικητικό σύστημα που «χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα» ουδείς γνωρίζει ποιός είναι αρμόδιος και για ποιό πράγμα. Ο παντοδύναμος Πρωθυπουργός μεταβάλλεται σε απλό και ενίοτε αμήχανο παρατηρητή των εξελίξεων. Ο συντονισμός είναι αδύνατος. Ποιός να συντονίσει ποιόν ανάμεσα σε περίκλειστα συστήματα που δεν έχουν τρόπο να επικοινωνούν ή η επικοινωνία τους είναι ευκαιριακή, ατελέσφορη και δεν υπακούει ούτε σε στοιχειώδη σχεδιασμό. Αν προστεθεί η διαχρονική φαυλότητα του πολιτικού συστήματος, η διαφθορά, η αλόγιστη σπατάλη πόρων και ανθρώπινου δυναμικού σκιαγραφείται σε γενικές γραμμές η κλιμάκωση και διαπλοκή των αιτίων που οδήγησαν τη χώρα σε κατάρρευση.
  •  Τα παραπάνω φαινόμενα επιδεινώθηκαν σε ακραίο βαθμό με τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Δεν είναι αντικείμενο αυτού του άρθρου η λεπτομερής επέκταση σε πράγματα τοις πάσι γνωστά. Το Μάτι, η Μάνδρα είναι η κορυφή μόνο του παγόβουνου της ανοργανωσιάς, της απόλυτης αδυναμίας του κράτους να ανταποκριθεί σε βασικές αποστολές. Πρόκειται για παραδείγματα που συγκεντρώνουν τη προσοχή εξαιτίας της τραγικής εκατόμβης των θυμάτων. Ανάμεσά τους μωρά παιδιά. Ανάμεσά τους η παιδική μου φίλη Χρύσα Σπηλιώτη που βρήκε τραγικό θάνατο στις φλόγες. Ευρύτερα όμως όπου κι αν ακουμπήσεις την κρατική μηχανή η λειτουργική αδυναμία των υπηρεσιών του κράτους βοά. Το κράτος είναι ανίκανο και για τα πιο απλά πράγματα. Δεν μπορεί, ας πούμε, για να αναφερθώ και στον δικό μου επαγγελματικό χώρο να διατηρήσει καθαρές τις τουαλέτες των Δικαστηρίων που αποτελούν όνειδος και υγειονομική βόμβα. Δεν μπορεί μέσα σε διάστημα δυο ετών να αντικαταστήσει τα τζάμια στο Εφετείο Αθηνών που θρυμματίστηκαν από μια ηλίθια αναρχική ενέργεια ενός γκουπούσκουλου. Το πρόβλημα, πιστεύω μετά πάθους, του Ελληνικού κρατικού μηχανισμού δεν είναι τα πρόσωπα. Πολλοί, χωρίς γνώση και πείρα, αποδίδουν τα δεινά αορίστως στους «τεμπέληδες» δημοσίους υπαλλήλους. Μέγα λάθος. Το κράτος είναι στελεχωμένο από πολλούς άξιους και επαρκείς δημόσιους λειτουργούς που σέβονται την αποστολή τους και τιμούν το ψωμί που τρώνε από το υστέρημα των φορολογουμένων Ελλήνων. Το πρόβλημα του κράτους είναι δομικό. Οργανωτικό δηλαδή, για να το πω απλά. Πώς να αποδώσει ο υπάλληλος και πώς να εκδηλώσει τις ικανότητές του μέσα σε χαώδεις, λαβυρινθώδεις και τελικά περιττές κρατικές δομές; Το λέω μετά λόγου γνώσεως σε όσους άκριτα θεωρούν, βλακωδώς, ότι αν γίνουν κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες απολύσεις το πρόβλημα θα λυθεί. Πρόκειται για μια από τις πολλές κρατούσες αυταπάτες. Γι’ αυτό και επισημαίνω συχνά ότι εκτός από τις αριστερές αυταπάτες που μας ταλαιπώρησαν τα τελευταία πέντε χρόνια υπάρχουν και άλλες δεξιές που δεν είναι καθόλου καλύτερες. Μερικά παραδείγματα : Όπου στην κρατική δομή υπάρχει ιεραρχία, πειθαρχία, ευταξία και παράδοση, οι υπηρεσίες προς τον πολίτη είναι από επαρκείς έως άριστες. Το φιλότιμο βρίσκει έδαφος να ανθίσει παρά την απανθρωπιά της μη επιβράβευσης από το απρόσωπο Δημόσιο. Ας δει κάποιος τις νύχτες στα επείγοντα περιστατικά των ετοιμόρροπων Νοσοκομείων, νέους γιατρούς και νοσηλευτές να δίνουνκαι να κερδίζουν τη μάχη της ζωής μοχθώντας και φθάνοντας στα όριά τους. Ας δει τις «αεροβουτιές» των κοκκινοκίτρινων πεπαλαιωμένων κουβάδων που κατ’ ευφημισμό αποκαλούνται πυροσβεστικά αεροπλάνα όταν οι πιλότοι με 8 μποφόρ και με προσωπικό ρίσκο ζωής κατεβαίνουν χαμηλά, μες τους καπνούς, για να σώσουν το σπίτι του ανώνυμου συμπολίτη. Δεν είναι τα πρόσωπα. Είναι οι δομές. Αν δεν αλλάξεις τις δομές το μόνο το οποίο κάνεις είναι «μια τρύπα στο νερό».
  •  Υποτίθεται ότι η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είχε από καιρό έτοιμη την απάντηση. Περνάει, άμεσα, από τη Βουλή νομοσχέδιο υπό τον βαρύγδουπο τίτλο «Επιτελικό Κράτος». Δεν απαξιώνω καθόλου τις προθέσεις. Είναι άριστες. Γίνεται πράγματι προσπάθεια χαλιναγώγησης του διοικητικού χάους και κατάκτησης, όχι ανάκτησης, της κυρίαρχης θεσμικής δυνατότητας του Πρωθυπουργού να συντονίσει τη κρατική μηχανή. Αξιόλογα πρόσωπα, όπως ο Σκέρτζος, ο Γεραπετρίτης, ο Θεοδωρικάκος, ο Πιερρακάκης έχουν αναλάβει το εγχείρημα. Είναι ένα βήμα εμπρός. Ιδιαίτερα, η είσοδος της «ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ» στη Κυβέρνηση είναι πράξη ελπιδοφόρος. Όμως, οι δομές συντονισμού που επιλέχθηκαν, και θα το δείξει σύντομα η πράξη, είναι βαριές. Δυσκίνητες. Οι αληθινές δομικές μεταβολές προς το παρόν δεν φαίνονται. Δεν γνωρίζω καν αν είναι στις προθέσεις της Κυβέρνησης να τις κάνει λόγω του πολιτικού κόστους. Έγκαιρα και με θετική διάθεση επισημαίνω ότι ο νεοείσακτος συντονισμός ενδέχεται να υποβαθμιστεί σε «περιτύλιγμα με φιόγκο» αν δεν ακολουθήσουν βαθιές και δύσκολες μεταρρυθμίσεις.
  •  Υπάρχουν δύο τρόποι να εκτιμήσει κάποιος «το πρώτο βήμα». Ο αισιόδοξος, αναφέρεται στη διατύπωση του Μάρκο Πόλο «και το πιο μακρινό ταξίδι αρχίζει από το πρώτο βήμα». Αρκεί να έχεις τη συνείδηση ότι το ταξίδι είναι μακρινό. Ο απαισιόδοξος τρόπος είναι η διατύπωση του Λένιν «ένα βήμα εμπρός, δυο βήματα πίσω». Κακά τα ψέματα. Ένα κράτος το οποίο έχει 1.600 περίπου Νομικά Πρόσωπα, τα περισσότερα των οποίων είναι περιττά, δεν μπορεί να συντονιστεί με κανένα νομοσχέδιο. Είναι σαν να προσπαθείς να λύσεις το γόρδιο δεσμό. Ματαιοπονείς. Οι γόρδιοι δεσμοί δεν λύνονται, κόβονται.
  •  Το Μαξίμου. Η Ελληνική Γλώσσα και η λεξιπλασία επιτυγχάνουν, συχνά, με πυκνότητα να καταγράψουν μια πραγματική κατάσταση η οποία δεν έχει την κατάλληλη λέξη για να την αποδώσει. Όπως είναι θεσμοθετημένο το πρωθυπουργικοκεντρικό σύστημα το ερώτημα δεν είναι κυρίως ποιός είναι ο Πρωθυπουργός, αλλά ποιό είναι και πώς οργανώνεται το σύστημα που τον υποστηρίζει. Αυτό είναι το Μαξίμου. Αν το Μαξίμου λειτουργεί, λειτουργεί και η χώρα. Αν δυσλειτουργεί, με μια ιατρική παράφραση, η χώρα μοιάζει με οργανισμό που πάσχει από καρδιακή και αναπνευστική ανεπάρκεια. Εκεί κρίνεται το παιχνίδι. Στο Μαξίμου. Η ζωή θα δείξει.

    ΠΗΓΗ: metarithmisi.liberal.gr