6 Μαΐου, 2017

Το κράτος της δεξιάς, οι πρασινοφρουροί και οι απόγονοι αγωνιστών

Πάνος Μπιτσαξής

Μετά την πτώση της δικτατορίας, η λέξη «νέο», που εξέφραζε την βαθύτερη ανάγκη νεωτερικότητας, έγινε της μόδας. Όλα ξαφνικά έγιναν νέα. Λες και τίποτα δεν ήθελε να έχει σχέση με το παλιό. Λες και υπήρχε μια ελλοχεύουσα νεωτερική συνωμοσία. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής απεμπόλησε τον ιστορικό τίτλο του κόμματός του «ΕΡΕ» και υιοθέτησε τον τίτλο «Νέα Δημοκρατία». Ό,τι κρατούσε από τα παλιά, κατέρρεε. Η «Ένωση Κέντρου» πρόσθεσε στον τίτλο της το «Νέες Δυνάμεις». Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις. Το νέο σχήμα με τον Ανδρέα Παπανδρέου, το ΠΑΣΟΚ, μπήκε δυναμικά στην πολιτική ζωή. Από την διάσπαση της αριστεράς προέκυπτε και η σύγκρουση μιας άλλης φυτοζωούσας αριστερής νεωτερικότητας, που είχε ως σημαία την ανανέωση, με την παραδοσιακή κομμουνιστική αριστερά, που για έναν αιώνα διατηρεί κατά έναν τρόπο σχεδόν μεταφυσικό το ίδιο περίπου ποσοστό στο εκλογικό σώμα. Η χώρα γέμισε με το προσωνύμιο «νέος». «Νέα Ελλάδα», «νέα εποχή», «ξεκίνημα» ήταν τα πιο συνηθισμένα στερεότυπα στην πρώιμη μεταπολιτευτική πολιτική ρητορική. Οι πάντες διεκδικούσαν την επαγγελία της νεωτερικότητας. Τα στερεότυπα αυτά μας ακολουθούν ακόμα.

Σαράντα τρία χρόνια μετά την μεταπολίτευση, το αίτημα της νεωτερικότητας έρχεται ξανά και ξανά στην πολιτική ρητορική του συνόλου σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων. «Μαζί σου Ανδρέα για μια Ελλάδα νέα», φώναζαν το 1981 τα πλήθη στις πλατείες. Η Νέα Δημοκρατία πάλιωσε κι έδωσε τη θέση της στη νέα Ελλάδα του ΠΑΣΟΚ. Το 1994 άρχισε να εισέρχεται στο πολιτικό λεξιλόγιο μια άλλη εκδοχή της νεωτερικότητας, ο «σημιτικός εκσυγχρονισμός», ο οποίος μας ακολούθησε μέχρι το 2004. Όταν κι αυτός έφαγε τα ψωμιά του, η δυναμική επανεμφάνιση της Νέας Δημοκρατίας με τον Κώστα Καραμανλή έδωσε τη θέση της σε έναν καινούριο μετασχηματισμό της επαγγελίας του νέου, «την επανίδρυση του κράτους μέσω της νέας διακυβέρνησης». Ακολούθησε το «Γιώργο προχώρα άλλαξέ τα όλα». Από τη Νέα Δημοκρατία στη νέα Ελλάδα, στον εκσυγχρονισμό, στην επανίδρυση του κράτους και τη νέα διακυβέρνηση και το άλλαξέ τα όλα. Η κάθε εκδοχή της νεωτερικότητας ακύρωνε με περιφρόνηση και έβαζε στο «χρονοντούλαπο» της ιστορίας την προηγούμενη. Σήμερα ζούμε μια ακόμα επαγγελία νεωτερικότητας, την «Ελπίδα». Όμως «με την πρώτη φορά αριστερά» η «Ελπίδα» ήρθε και παρήλθε γρήγορα και δίνει τη θέση της στην απελπισία. Καταρρέει στον καταιγισμό της επόμενης κατά σειρά νεωτερικής επαγγελίας, τις μεταρρυθμίσεις. Οι σημερινοί μεταρρυθμιστές αντιδιαστέλλουν με πάθος τον εαυτό τους για μια ακόμα φορά από «το παλιό», ακόμα και όταν αυτό εκπορεύεται από το ίδιο πολιτικό υποκείμενο το οποίο εκπροσωπούν. Όμως σαράντα τρία χρόνια είναι πολλά. Η επαγγελία της νεωτερικότητας και κούρασε και κουράστηκε. Οι ιαχές στις πλατείες για την ανάγκη του νέου έχουν κοπάσει. Ένα κύμα δυσπιστίας και μερικές φορές και απόρριψης περιβάλλει τους μεταρρυθμιστές. Αυτό θέλω να πω όταν αναφέρομαι στην κουρασμένη διεκδίκηση της νεωτερικότητας. Η κρίση και το μνημόνιο ακύρωσαν τον νεωτερικό λόγο ως υποβολιμαίο και αναξιόπιστο. Ως πότε; Δεν ξέρω.

• Η επαγγελία του νέου δεν ήταν πάντα κενή περιεχομένου. Πρέπει να είμαστε δίκαιοι με την ιστορία μας. Η προδικτατορική Ελλάδα έδωσε την θέση της σε μια Ελλάδα στην οποία έγιναν μεταρρυθμίσεις συγκλονιστικού βάθους και έκτασης τόσο από τις κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας όσο και από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Υπήρξε, όμως, μια παράμετρος κρίσιμη που έμελε να γίνει η θρυαλλίδα της κατάρρευσης. Το κράτος. Η αντίληψη ότι η εκάστοτε κυβέρνηση έχει το μονοπώλιο του κράτους, ότι το κράτος είναι η μακρά χείρ του κυβερνώντος κόμματος, η αντίληψη του κομματικού κράτους κυριάρχησε σχεδόν απόλυτα. Λέω σχεδόν απόλυτα γιατί το «σχεδόν» ακούει σε ένα όνομα, Σάκης Πεπονής. Ήταν ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε και επέβαλε, παρακάμπτοντας τεράστιες αντιστάσεις, το ΑΣΕΠ. Το ΑΣΕΠ ήταν ο μοναδικός φραγμός της αυθαιρεσίας. Η αυθαιρεσία, όμως, ήταν και είναι τόσο βαθιά ριζωμένη, η φαυλότητα τόσο στερεοποιημένη στο πολιτικό σύστημα, έτσι ώστε το φράγμα δεν ήταν πάντα αποτελεσματικό. Άνοιγαν τρύπες, γινόντουσαν by pass, ακόμα και ανοιχτές παρανομίες. Λίγο – λίγο το κράτος μεταβλήθηκε σε Λεβιάθαν δυσλειτουργίας και διαφθοράς. Το κράτος αποτέλεσε, ας μην γελιόμαστε, την αιτία της κρίσης. Το κράτος την προκάλεσε. Στην Ελλάδα δεν κατέρρευσε ο ιδιωτικός τομέας. Δεν κατέρρευσαν οι τράπεζες. Ναυάγησε το κράτος. Αυτή είναι η μονοσήμαντη ιδιαιτερότητα της ελληνικής κρίσης.

Η μορφή που έχει σήμερα το κράτος είναι η παθογένεια των παθογενειών. Χωρίς την αντιμετώπισή της, η παθογένεια αυτή θα είναι η ενεργός αιτία μιας εσαεί ανακυκλούμενης κρίσης, που δεν θα βρει ποτέ ούτε πλοίο ούτε οδό.

Μέχρι το 1981 ζήσαμε το κράτος της δεξιάς, όπως κληροδοτήθηκε μετά τον εμφύλιο και την δικτατορία. Αν δεν ήσουν δεξιός, αν δεν είχες ακραιφνή και υγιή πολιτικά φρονήματα, δεν έμπαινες στον κρατικό μηχανισμό ούτε από το παράθυρο. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Δεν έπρεπε να είσαι απλά δεξιός. Έπρεπε να ανήκεις στον κομματικό στρατό ή τη βουλευτική πελατεία των διαφόρων βαρώνων της μικροκομματικής φαυλότητας.

Το άγος του κράτους της δεξιάς δεν οδήγησε στην συνειδητοποίηση της ανάγκης ενός δημοκρατικού κράτους. Η «αλλαγή» ερμηνεύθηκε από πολλούς ως αφετηρία εισόδου στο κράτος πάλι με κριτήρια πελατειακά των ως τότε «αδικημένων». Το κράτος της δεξιάς έδωσε τη θέση του στους «πρασινοφρουρούς».

Το 1983, δεν θα πω το όνομά του, ένας από τους πλέον σημαίνοντες μεταρρυθμιστές υπουργούς του ΠΑΣΟΚ στο χώρο της υγείας, ζει ακόμα, μου είχε πει επί λέξει. «Αν κάποιος δεν έχει πράσινη ταυτότητα, δεν μπαίνει στο κράτος. Μόνο όταν περάσουν 40 χρόνια για να ισοφαρίσουμε τη δεξιά». Η νομιμοποιητική βάση του πελατειασμού είχε βρεθεί. Ήταν η «αποκαθήλωση» του κράτους της δεξιάς. Επειδή δε δεν μπορούσε, λόγω της μονιμότητας, να απολυθεί κανένας, ιδρύθηκαν αναρίθμητοι οργανισμοί, συνήφθησαν αναρίθμητες συμβάσεις έργου, αορίστου χρόνου, ακόμα και ημερήσιες συμβάσεις υπήρξαν, που οδηγούσαν στη μονιμοποίηση, προκειμένου να «αποκαθηλωθεί» το κράτος της δεξιάς.

Τα ίδια έγιναν όταν η Νέα Δημοκρατία πήρε τη ρεβάνς.

Από ένα σημείο και μετά, όταν τα πολιτικά ήθη είχαν ημερέψει, οι διορισμοί και η διόγκωση του κράτους δεν είχε πια πολιτική αφετηρία αλλά αμιγή πελατειακή λογική.

Περίσσεψαν, όμως, και άλλοι «αδικημένοι». Αυτοί διορίζονται σήμερα από την κυβέρνηση της «πρώτη φορά» αριστεράς. Τώρα ζούμε την «δικαίωση» «των απογόνων των αγωνιστών» και την ανάγκη αποκαθήλωσης τόσο του κράτους της δεξιάς όσο και του κράτους του ΠΑΣΟΚ.

Το κράτος απέκτησε σταδιακά χρόνιο δομικό πρόβλημα. Πρόβλημα που αρμοδένει, επιτείνει και αναπαράγει και άλλες σύμφυτες παθογένειες, για τις οποίες θα μιλήσουμε στο μέλλον. Το δομικό πρόβλημα του κράτους είναι η εστία και η μήτρα της διαφθοράς. Από πάνω μέχρι κάτω.

Η ιστορία συνεχίζεται.

Πηγή: iporta.gr

* Ο Πάνος Μπιτσαξής είναι τομεάρχης Αθλητισμού και Νέας Γενιάς του Ποταμιού