17 Σεπτεμβρίου, 2015

Το ιδεολογικό στίγμα του Ποταμιού

Νικήτας Κωνσταντινίδης

Το Ποτάμι είναι ένα κόμμα που αποτελείται κατά βάση από «ερασιτέχνες» της πολιτικής, ανθρώπους που σκέφτονται και πράττουν έξω από παρωχημένα στεγανά και ιδεολογικές αγκυλώσεις, που αφουγκράζονται τα φλέγοντα προβλήματα του παρόντος και τις προκλήσεις του μέλλοντος, που κοιτάζουν έξω από τα στενά όρια του εγχώριου πολιτικού συστήματος.

Ως ενεργοί πολίτες μιας ανοιχτής κοινωνίας σε κρίση οφείλουμε να συνδιαλεγόμαστε με τους διεθνείς εταίρους μας, να συνθέτουμε και να παράγουμε νέες προτάσεις πολιτικής χωρίς να αναμασάμε ξεπερασμένες πρακτικές του παρελθόντος, και τέλος να επενδύουμε στην αποτελεσματικότητα των θεσμικών παρεμβάσεων με μόνο κριτήριο το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον.

Παρόλο που τα περιθώρια πολιτικών ελιγμών και άσκησης υψηλής πολιτικής έχουν στενέψει, η χώρα μας έχει μεγάλη ανάγκη από ανθρώπους που προάγουν τον εμπεριστατωμένο διάλογο και προβληματισμό πάνω σε πιο στέρες και ορθολογικές βάσεις. Ο κόσμος πλέον έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι τα ζητήματα υψηλής πολιτικής έχουν ξεφύγει από τα εγχώρια πολιτικά σύνορα - καθώς απορρέουν από την απαρέγκλιτη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη - , ενώ πλέον τα θέματα της καθημερινότητας εμπίπτουν καθαρά στο τοπικό επίπεδο.

Σ' ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον αλληλεξάρτησης, η αλήθεια είναι ότι το πρότερο σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο έχει χάσει το στίγμα του. Είναι πλέον κατάδηλη η ανάγκη για επαναδιαπραγμάτευση του κοινωνικού συμβολαίου κι επικαιροποίηση της σχέσης κοινωνίας κράτους στα πλαίσια πάντα της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το πολωτικό κλίμα των τελευταίων χρόνων αντικατοπτρίζει την έντονη αγανάκτηση του κόσμου επί του χειρισμού μίας σειράς θεμάτων, όπως είναι το χρέος, η ανεργία, η μεταναστευτική πολιτική, τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μονομερώς από μία μικρή χώρα σαν την Ελλάδα.

Αυτές βέβαια οι ανισορροπίες κι οι κλυδωνισμοί χαρακτηρίζουν το σύνολο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Οι προοδευτικές δυνάμεις τις χώρας επομένως θα μπορέσουν να αντιστρέψουν αυτό το βαθύ αίσθημα απογοήτευσης μόνο μέσα από τον ειλικρινή εγχώριο διάλογο και την ενεργή συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Και όχι μέσω της αυτοθυματοποίησης και της πόλωσης τις οποίες τροφοδότησαν οι πολιτικές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Δεν πιστεύουμε στις τακτικές της φτωχοποίησης, της θυματοποίησης και της άκρας πολιτικοποίησης.

Η ανάγκη για πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις είναι αναντίρρητη τόσο σε εγχώριο όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εκεί που πρέπει να επέλθει ευρύτερη συναίνεση είναι ως προς την ομαλή και κλιμακωτή αλληλουχία των μεταρρυθμίσεων ούτως ώστε να παραχθούν τα ανάλογα δημόσια και ανταποδοτικά οφέλη σε μεσοπρόθεσμο διάστημα κι έτσι να δεθούν οι διάφοροι κοινωνικοί εταίροι στο μεταρρυθμιστικό άρμα . Πρέπει επιτέλους η πολιτική τάξη να δώσει φωνή σε μία σιωπηλή πλειοψηφία, τα συμφέροντα της οποίας καταστρατηγούνται από τις κοντόφθαλμες πρακτικές μειοψηφικών ομάδων κι ειδικών συμφερόντων. Τέλος, πρέπει να δημιουργηθούν οι κατάλληλες θεσμικές ρήτρες που θα εξασφαλίζουν το μη αναστρέψιμο των μεταρρυθμίσεων. Το μεταρρυθμιστικό αυτό πρόγραμμα μπορεί να πετύχει μόνο αν βασιστεί σε ένα κοινό όραμα για την Ελλάδα και γίνει κτήμα της εγχώριας πολιτικής τάξης και κοινωνίας πολιτών και όχι όταν επιβάλλεται αυτούσιο από εξωγενείς παράγοντες όπως η Τρόικα. Οι χώρα πρέπει να ανακτήσει τα ενδογενή της κίνητρα και την ορμή για αλλαγή.

Ο τελικός προορισμός της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι συγκεκριμένος και αναπόφευκτος δεδομένης της αναπόδραστης λογικής της παγκοσμιοποίησης και της αλληλεξάρτησης. Η θέση μας στην Εωρωζώνη και στο όλο ευρωπαϊκό εγχείρημα είναι και πρέπει να γίνουν αμετάκλητα. Το ζητούμενο είναι το πώς θα φτάσουμε σε αυτό το τελικό στάδιο με τέτοιο τρόπο ώστε να αμβλύνονται οι κοινωνικές αντιδράσεις, να γίνονται πιο δημοκρατικές οι κεντρικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, να εξισορροπούνται τα συμφέροντα κρατών και κοινωνικών ομάδων και να αντιμετωπίζονται τα προβλήματα σε ευρωπαϊκό, εθνικό και τοπικό επίπεδο. Σε αυτή τη φάση και σαν επακόλουθο της κρίσης χρέους, η Ευρώπη πρέπει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην ενοποίησης της αγοράς εργασίας, στη δημιουργία ενός κοινού ταμείου ανεργίας και στην εγγύηση ενός ελάχιστου εισοδήματος.

Η βασική λοιπόν κοινή συνισταμένη των ανθρώπων του Ποταμιού είναι η απαρέγκλιτη συμμετοχή της χώρας στο ευρωπαϊκό πολιτικό γίγνεσθαι. Δε νοείται Ευρώπη χωρίς την Ελλάδα όπως βέβαια και το αντίστροφο. Η απερχόμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μας έφερε ένα βήμα από το γκρεμό της διεθνούς απομόνωσης, σαν αποτέλεσμα μιας ιδεοληπτικής προσέγγισης διαμαρτυρίας και μίας αμφίσημης θέσης απέναντι στην παγκοσμιοποίηση. Εμείς πιστεύουμε σε μία ενωμένη Ευρώπη, ανταγωνιστική στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, με κοινές δράσεις κοινωνικής ωφέλειας, με πραγματική οικονομική σύγκλιση, με ένα σταθερό, ασφαλές και φιλόξενο κοινωνικό κράτος, αλλά και με μία κοινωνική και πολιτισμική ποικιλομορφία. Πλέον μόνο σε υπερεθνικό επίπεδο μπορούν να αντιμετωπιστούν τα μεγάλα ζητήματα (όπως το χρέος, το μεταναστευτικό, το περιβάλλον, κλπ.), να δαμαστούν οι δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης και να πραγματωθούν οι προσήκουσες ιδεολογικές ζυμώσεις.

Μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα πρέπει να αγκαλιάσει την παγκοσμιοποίηση, να προσαρμοστεί στη νέα τάξη πραγμάτων και να βρει τη θέση της στην παγκόσμια οικονομία. Τα τελευταία χρόνια έχουμε αναλωθεί σε στείρες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών, ευρωπαϊστών, ευρωσκεπτικιστών και ευρωφοβικών, χωρίς να ασχολούμαστε με τα απτά προβλήματα της καθημερινότητας. Η πολυπλοκότητα της παγκόσμιας οικονομίας δεν επιτρέπει εύκολες λύσεις και ιδεοληψίες, καθώς η ζωή μας χρειάζεται έξυπνες και εφαρμόσιμες ιδέες. Η εποχή της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα μέχρι και τώρα έπασχε από πλεόνασμα πολιτικής ως politics και έλλειμμα πολιτικής ως policy. Το Ποτάμι έχει ένα προοδευτικό πρόγραμμα, ρεαλιστικό και εφαρμόσιμο, που αντιβαίνει στον παρωχημένο αυτό τρόπο πολιτικής και ως εκ τούτου ενοχλεί πολλά από τα μέλη της καθεστηκυίας πολιτικής τάξης.

Ως κοινωνία λοιπόν και ως οικονομία, οφείλουμε σε εμάς και τα παιδιά μας να αλλάξουμε. Άλλωστε, στη νέα τάξη πραγμάτων και στην αρένα της παγκοσμιοποίησης επιβιώνει και ανθεί όχι ο πιο δυνατός αλλά ο πιο ευπροσάρμοστος. Επιτέλους ας προσαρμοστούμε!