6 Οκτώβριος, 2018

Το Αιγαίο ως ενδιάμεσος χώρος: ανάπτυξη και ευημερία ή αβεβαιότητα και καταστροφή

Σπύρος Δανέλλης

Ο βουλευτής με το Ποτάμι, Σπύρος Δανέλλης μίλησε στο 5ο Διεθνές Διεπιστημονικό Συμπόσιο «Ποιήεσσα» στη Ρόδο για το Αιγαίο ως ενδιάμεσο χώρο.

Ακολουθεί η ομιλία του:

«Το ενδιάμεσο. In-between. Ο μεσολαβητής ανάμεσα σε ταυτότητες. Το φίλτρο που τις συνδέει. Τι είναι το Αιγαίο;Είναι χίλια πράγματα μαζί. Δεν είναι απλώς μια θάλασσα, δεν είναι μόνο ένα σύνολο από πελάγη.

Στο Αιγαίο δεν εμφιλοχωρεί μόνο ένας πολιτισμός, παρά αποτελεί έναν ενδιάμεσο χώρο συνάντησης πολιτισμών και συσσώρευσης του ενός πάνω στον άλλο.

Ένα πραγματικό παλίμψηστο.

Το ταξίδι στο Αιγαίο μπορεί να περιλαμβάνει στάσεις σε μικρά νησιά ή μεγάλα λιμάνια, σε μικρά χωριά που πάγωσαν το χρόνο στη νεολιθική εποχή, αλλά και σε σύγχρονες βιομηχανικές πόλεις.

Σε ένα ταξίδι στο Αιγαίο, μπορεί να συναντήσει κανείς αρχαίες πόλεις που ήκμασαν κατά το παρελθόν και εξακολουθούν να αναπτύσσονται, όπως βέβαια και άλλες που καταποντίστηκαν ή εγκαταλείφθηκαν.

Βλέπει τουριστικά θέρετρα επισκέψιμα από το διεθνές jet set ή γραφικά ψαροχώρια.

Ωστόσο, το Αιγαίο είναι η θάλασσά του πάνω από όλα, αυτή η εκτεταμένη επιφάνεια χρήσιμων μεταφορών.

Τα καράβια του, οι θαλάσσιοι δρόμοι του, τα λιμάνια του, οι εμπορικοί σταθμοί του, οι εμπορικές του πόλεις συνέστησαν και συνιστούν εργαλεία για την παραγωγή πλούτου των μεσογειακών οικονομιών, από πολύ νωρίς.

Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως το Αιγαίο είναι και σταυροδρόμι λαών, επιδρομέων, πειρατών, μεταναστών, προσφύγων ακόμη και Αποστόλων.

Η αέναη μετακίνηση των ανθρώπων στην αναζήτηση του πεπρωμένου τους, ωθούμενοι από την έλλειψη τροφής, την απειλή της ζωής τους ή ακόμη κι από απλή περιέργεια και αναζήτηση γνώσης, είναι εντυπωσιακά καταγεγραμμένη μέσα στην ιστορική μνήμη μας.

Το γενετικό μας υλικό, το συλλογικό μας ασυνείδητο, όπως ακριβώς συμβαίνει στα αποδημητικά πουλιά, φέρει ακόμη ζωντανές τις συγκεκριμένες διαδρομές που ακολούθησε το ανθρώπινο είδος από τις απαρχές του, δηλαδή τους ανθρωπίδες.

Και είναι ενδεικτικό ότι η Λέσβος π.χ. αποτελεί ενδιάμεσο σταθμό τόσο για τους ανθρωπίδες πριν από μισό εκατομμύριο χρόνια, όσο και για τους σημερινούς πρόσφυγες και μετανάστες της Αφρικής και της Ασίας.

Αγαπητές φίλες και φίλοι.

Το Αιγαίο είναι ένα χωνευτήρι: πολιτισμών, θρησκειών, εθνοτήτων, κρατικών οντοτήτων.

Και ας έχουμε συνηθίσει μέσα από την κατ’ επανάληψη θέαση πολιτικών χαρτών της Ελλάδας, που συναντούμε σε παιδικά δωμάτια, σχολικές αίθουσες, δημόσιες υπηρεσίες κ.α., να μας βλέπουμε ως μόνους μας στον κόσμο.

Ο υπόλοιπος χάρτης πέριξ της Ελλάδας, αποτελεί μια terra incognita.

Μια άγνωστη γη επιβεβλημένη από τις ανάγκες της ανάγνωσης της ιστορίας μέσα από το πρίσμα του μοντερνισμού, ο οποίος όμως είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον εθνικισμό.

Επιχειρείται, λοιπόν, τα γειτονικά μας παράλια να εξοβελιστούν από την ιστορική, γεωγραφική, πολιτισμική συνέχεια του ενδιάμεσου χώρου που συνιστά το Αιγαίο.

Και αποφεύγουμε να παρατηρήσουμε ακόμη και το προφανές: πως οι πρωτεύουσες των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου είναι στραμμένες, όχι προς τον ελλαδικό χώρο, αλλά προς την Ανατολή, την οποία οι καθημερινές συναλλαγές τους καθιστούσαν άμεση ενδοχώρα τους.

Και όχι τυχαία.

Μια αλληλουχία αυτοκρατοριών και επαυξημένων κρατικών οντοτήτων: η οθωμανική αυτοκρατορία ως διάδοχος κατάσταση της Βυζαντινής, που και αυτή με την σειρά της διαδέχθηκε την ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, που ακολούθησε στην θέση της κλασσικής ελληνικής και μετέπειτα ελληνιστικής οικουμένης της αρχαιότητας, θεωρούσαν το Αιγαίο όχι σύνορο, αλλά κέντρο και πέρασμα γύρω από το οποίο αναπτυσσόταν.

Και βέβαια η γραμμική παράθεσή των αυτοκρατοριών που δέσποσαν στον αιγαιϊκό χώρο δεν σημαίνει αυτόματα και ενοποίηση του χώρου του Αιγαίου.

Κύκλοι ανάπτυξης και ευημερίας του αρχιπελάγους κατά την ακμή των εν λόγω αυτοκρατοριών διαδέχονταν άλλους κύκλους αβεβαιότητας και καταστροφής κατά τη διάρκεια των περιόδων των μεταξύ τους μεσοβασιλειών.

Ωστόσο, οι «ιεροί πόλεμοι της Μεσογείου», κύριο θέατρο των οποίων υπήρξε και το Αιγαίο, υπήρξαν σύμφωνα με τον Έρικ Κρίστιανσεν μια «θλιβερή σπατάλη χρόνου, χρήματος και ανθρώπων».

Μια σειρά εξεχόντων ιστορικών όπως ο Άρνολντ Τόυνμπι, αλλά και ο «κοντινός» σε εμάς Ρουμάνος Νικολάι Γιόργκα ισχυρίστηκαν ότι ο πραγματικός διάδοχος του «οικουμενικού κράτους» της βυζαντινής ορθοδοξίας ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο Γιόργκα ιδίως υποστήριξε ότι είχε υπάρξει ένα «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο», που επέζησε υπό την εξουσία των σουλτάνων.

Η κατάδειξη όμως αυτή των ενδεχόμενων συγγενειών χριστιανισμού και ισλάμ δε φάνηκε να βρίσκει πρόθυμους ακροατές.

Στα Βαλκάνια τα ζητήματα της συνέχειας, της ρήξης και της ιστορικής κληρονομιάς είναι αδύνατον να παρακαμφθούν γιατί η «ευρωπαϊκή σκοπιά» έχει διαμορφώσει πολλούς από τους προβληματισμούς των μελετητών και της κοινής γνώμης των βαλκανικών χωρών.

Εάν θεωρήσουμε πως ο οθωμανικός πολιτισμός σε όλη την περίοδο της άνθησής του έχει κάτι να μας δείξει σήμερα, είναι πως αυτός ο ενδιάμεσος χώρος του Αιγαίου δεν είναι ένας χώρος διαχωρισμού και εντάσεων, αλλά ένας χώρος που δρα ως καταλύτης ώσμωσης.

Και αυτό γιατί εξέφραζε ένα δημογραφικό γεγονός κρατικής οντότητας, κατοικημένης εξίσου από χριστιανούς και μουσουλμάνους, πραγματοποιώντας ένα μοναδικό φαινόμενο ισορροπίας και σύνθεσης από όπου ξεπήδησε μια πρωτότυπη κοινωνία, που δεν υπήρξε ούτε καθαυτό χριστιανική, ούτε καθαυτό μουσουλμανική, αλλά οθωμανική.

Και αυτό το παράδειγμα με την εξαίρεση του Βυζαντίου, ακολουθήθηκε από τις περισσότερες προγενέστερες αυτοκρατορίες που δέσποσαν στην περιοχή.

Ωστόσο, όλα αυτά φαντάζουν στην καλύτερη περίπτωση εξιδανικεύσεις του παρελθόντος στα αυτιά του μέσου Έλληνα και στην χειρότερη εξόφθαλμη προδοσία ενός «ένδοξου» παρελθόντος.

Η οθωμανική περίοδος, όπως και σε ορισμένους κύκλους και η βυζαντινή, αποτελούν απλώς μια «μουντζούρα» στη συλλογική μνήμη του έθνους.

Είναι λογικό, καθώς διαχρονικά μας χαρακτηρίζει μια αδυναμία ρεαλιστικής και αντικειμενικής διάγνωσης του τι πάει λάθος στη χώρα.

Όπως λέει κι ο Μουζέλης, διαχρονικά αρνούμαστε να συνδέσουμε την οποιαδήποτε εθνική κρίση με τις καθημερινές πρακτικές μας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τις οικονομικές μας υποχρεώσεις προς το κράτος, αλλά και το πως συνδιαλλασσόμαστε ως πολίτες με τους πολιτικούς.

Αυτή ακριβώς η διαχρονική άρνηση αυτοπαρατήρησής μας, μας οδηγεί στο να βλέπουμε μονίμως ως εχθρούς τους ξένους, να βλέπουμε με ισχυρούς παραμορφωτικούς φακούς την ίδια μας την ιστορία, την ιστορία του τόπου γύρω από τον οποίο κατοικούμε.

Αυτός ο ατελής μηχανισμός ανάλυσης οδηγεί σε μια φαντασιακή μετάθεση του κάθε προβλήματος.

Το πρόβλημα δεν το έχουμε εμείς εδώ, αλλά είναι πέρα και έξω από εμάς.

Είναι των άλλων.

Αποτέλεσμα;

Εξωπραγματικές αναλύσεις σχετικά με την εσωτερική ή την εξωτερική μας κατάσταση.

Οι κοινωνικοί επιστήμονες αυτό το φαινόμενο το χαρακτηρίζουν ως reactive nationalism, ωστόσο στα ελληνικά αποδίδεται καλύτερα με ψυχαναλυτικό όρο: αμυντικός εθνικισμός.

Από τη στιγμή που οι πολίτες δεν έχουν καθαρή εικόνα της εθνικής ταυτότητας και υπόστασης, από την στιγμή που αρνούνται να συνδέσουν τις δικές τους δράσεις και αντιλήψεις με την πραγματικότητα, αναπόφευκτα ερχόμαστε σε μια κατάσταση όπου η φόρμα κυριαρχεί της ουσίας.

Τυπικό παράδειγμα φορμαλιστικής προσέγγισης αποτελεί και το περιβόητο Μακεδονικό.

Ο φορμαλισμός στην χώρα μας έχει διογκωθεί για μια σειρά από ιδιαίτερους λόγους:

Η αρχαία ελληνική κληρονομιά, που οδήγησε στην άκριτη αρχαιολατρεία, η αναγκαστική πρόσκρουση της ελληνικής κοινωνίας με το μη αφομοιωμένο μοντερνισμό στις απαρχές της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, αλλά και ύστερα.

Δεν πρέπει ωστόσο να σκεφτόμαστε τα χαρακτηριστικά του ελληνικού εθνικισμού, δηλαδή του αμυντικού εθνικισμού ντετερμινιστικά.

Αντιθέτως, πρέπει να τα εκλάβουμε ως τάσεις που μπορούν να αμβλυνθούν ή να εξουδετερωθούν πλήρως, όταν υπάρχουν πεφωτισμένες ηγεσίες οι οποίες διέπονται από ρεαλισμό και αντικειμενικότητα στις αναλύσεις τους, αλλά και ταυτόχρονα διαθέτουν το θάρρος να μην χαϊδεύουν αυτιά, υιοθετώντας εθνικιστικές υστερίες.

Όλα αυτά βέβαια μέσα από ανοιχτές, δημοκρατικές διαδικασίες.

Υπό το πρίσμα αυτό, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις για όλον το υπόλοιπο κόσμο ενέχουν στοιχεία μιας περίεργης ψυχολογικής εμπλοκής.

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι τόσο οι Έλληνες, όσο και οι γείτονες είναι απολύτως ταυτισμένοι με τις δοξασίες της εθνικής τους ιστορίας και εξέλιξης, με αποτέλεσμα να παραμένουν σταθερά απομακρυσμένοι από τα σύγχρονα προβλήματα που απασχολούν τις δυτικές κοινωνίες.

Η αναβίωση του οθωμανικού μεγαλοϊδεατισμού, η ιδιομορφία του απρόβλεπτου, αυταρχικού, αναθεωρητή ηγέτη της αυξάνουν την ένταση, όπως και τον κίνδυνο διολίσθησης εκ νέου στην βαλκανοποίηση, την βία και τον πόλεμο.

Η συστηματική προώθηση της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο, όπως και η συνεχιζόμενη ισχύς του casus belli, δεν συνάδουν με το ευρωπαϊκό μοντέλο διακρατικών σχέσεων, ούτε φυσικά προάγουν τις διμερείς σχέσεις και την παγίωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Ας θυμηθούμε ορισμένα πράγματα εν τάχει.

Το νέο Δίκαιο θαλάσσης επέτρεψε την επέκταση των χωρικών μας υδάτων σε 12ν.μ.

Αν και η ελληνική κυβέρνηση δήλωσε ότι διατηρεί το δικαίωμα και άφηνε ανοιχτό το αν και πότε θα το ασκήσει, οι τουρκικές ανησυχίες οδήγησαν στη δήλωση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης το 1995, ότι η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων αποτελεί casus belli.

Η δήλωση αυτή σκιάζει ακόμη τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η έκταση που πήρε η διαφορά ως προς την κυριαρχία στα Ίμια το 1996, όπου για πρώτη φορά η Τουρκία προέβη σε ανοιχτή αμφισβήτηση της κυριαρχίας επί ελληνικού εδάφους, έδειξε το βαθμό της αμοιβαίας δυσπιστίας, την έλλειψη μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων και την απουσία τακτικών επαφών μεταξύ των δύο χωρών σε διάφορα επίπεδα.

Επέτρεψε δε στην Άγκυρα να προσθέσει στην ατζέντα μια νέα αμφισβήτηση: Την τουρκική θεωρία των «γκρίζων ζωνών», όπου σύμφωνα με αυτή θα πρέπει εκ νέου να συζητηθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς, όποιου νησιού – νησίδας – βραχονησίδας δεν έχει δοθεί ρητώς στην Ελλάδα από διεθνείς συνθήκες.

Αυτός ο επικίνδυνος αναθεωρητισμός από πλευράς της Τουρκίας δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον ισορροπιών τρόμου.

Ένα νέο περιβάλλον αβεβαιότητας, σπατάλης πόρων – ανθρώπων και ενδεχόμενης καταστροφής.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, είναι δύσκολο να ακολουθήσουμε τις νέες, προωθημένες ευρωπαϊκές πολιτικές που επιχειρούν να «αγκαλιάσουν» όλες τις θαλάσσιες ανθρώπινες δραστηριότητες σε μια συνεκτική πολιτική, με σκοπό την αειφόρο ανάπτυξη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας πολιτικής, η γαλάζια ανάπτυξη.

Μια οραματική, φιλόδοξη και ρεαλιστική πρόταση, με αιχμή τους πέντε βασικούς τομείς της θαλάσσιας οικονομίας (θαλάσσιος και παράκτιος τουρισμός, αλιεία και ιχθυοκαλλιέργειες, γαλάζια ενέργεια, θαλάσσια βιοτεχνολογία και θαλάσσια εξόρυξη).

Μια πολιτική που στοχεύει στην αναζήτηση της ανταγωνιστικότητας στη θάλασσα και υπόσχεται μέχρι το 2020 100 δις. ευρώ οικονομική μεγέθυνση των θαλάσσιων κλάδων και δημιουργία 1,6 εκ νέες θέσεις εργασίας.

Μια πολιτική που θα είναι ιδιαίτερα επωφελής, φυσικά, για τις παράκτιες περιοχές

Για να επωφεληθούμε όμως από αυτήν, όπως και από άλλες τέτοιου είδους ευκαιρίες, ζητείται επιτακτικότερα από ποτέ, αμοιβαίος επαναπροσδιορισμός των σχέσεων μας με τη χώρα με την οποία αναπόφευκτα μοιραζόμαστε τις ακτές του ίδιου αρχιπελάγους.

Την χώρα, με την οποία μοιραζόμαστε τον ίδιο ενδιάμεσο χώρο.

Αγαπητές φίλες και φίλοι.

Διαβάζοντας την ιστορία, βλέπουμε πως όποτε στο διάβα του χρόνου, το Αιγαίο λειτούργησε ως ενδιάμεσος χώρος, οι λαοί περπάτησαν σε δρόμους ευημερίας και πλούτου.

Μετά το γκρέμισμα διαδοχικών αυτοκρατοριών που αναπτύχθηκαν πάνω και γύρω από τον ενδιάμεσο χώρο του Αιγαίου μια διαδικασία τουλάχιστον δύο χιλιετιών, ένα οικονομικό, πολιτικό και στρατηγικό κενό ζητά να καλυφθεί.

Η πληγή που χαράχτηκε στο Αιγαίο μεταξύ μοντέρνου ελλαδικού χώρου και Μικράς Ασίας, είναι δύσκολο να επουλωθεί.

Μόλις επτά χρόνια μετά την μικρασιατική καταστροφή οι οραματιστές πολιτικοί, πρώην πρωτεργάτες του ελληνικού και τουρκικού εθνικισμού, Βενιζέλος και Ατατούρκ κατάλαβαν το λάθος τους και προσπάθησαν να επανορθώσουν.

Επιχείρησαν να αναστηλώσουν μια κρατική οντότητα στο πλαίσιο του ενδιάμεσου χώρου του Αιγαίου με τη μορφή ελληνοτουρκικής συνομοσπονδίας.

Δυστυχώς, απέτυχαν κι ας είχαν το απαιτούμενο ειδικό πολιτικό βάρος.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η μεγαλόψυχη πρόταση υποψηφιότητας του Κεμάλ Ατατούρκ για Νόμπελ Ειρήνης από την πλευρά του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Γιατί οι μεγάλοι πολιτικοί έχουν το θάρρος να εκπλήσσουν.

Έχουν το θάρρος να αλλάζουν ακόμη και βασικά στοιχεία της πολιτικής τους, αν κρίνουν πως αυτά δεν εξυπηρετούν πλέον το έθνος.

Ο αμυντισμός, η μονομερώς διαβασμένη εθνική ιστορία δηλώνουν φοβικότητα και ως εκ τούτου καθηλώνουν στο παρελθόν.

Η αλλαγή παραδείγματος που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη ως χώρα, απαιτεί νέες αναγνώσεις της πραγματικότητας, με ρεαλισμό, αντικειμενικότητα και νέο όραμα.

Τα παλιά απέτυχαν, μας καθήλωσαν και εξακολουθούν να μας καθηλώνουν.

Ευχαριστώ.»