1 Φεβρουάριος, 2018

Τι συμβαίνει με τις συντάξεις

Σώτη Τριανταφύλλου

Το βιβλίο του Πλάτωνα Τήνιου «Συντάξεις» τοποθετεί αυτό το ζήτημα που προκαλεί αντιπαραθέσεις –κυρίως μεταξύ ακραίων φιλελευθέρων και λαϊκιστών σοσιαλιστών– σ’ ένα ορθολογικό πλαίσιο

Διαβάζω ένα σύντομο βιβλίο με τίτλο «Συντάξεις» του Πλάτωνα Τήνιου (οικονομολόγος, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς) ο οποίος ειδικεύεται στις συντάξεις, στην κοινωνική πολιτική, στη στέγαση και στις οικονομικές επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού. Προσπαθώ να μάθω τι συμβαίνει με ένα θεμελιώδη θεσμό του κράτους Προνοίας, όχι μόνο επειδή φέτος κλείνω 42 χρόνια εργασίας, χωρίς άδειες, Κυριακές και εορτές, αλλά επειδή ελπίζω να είμαι υγιής και να μη γίνω ποτέ συνταξιούχος· να σας αφήσω χρόνους εν ώρα εργασίας. Πράγμα απίθανο μιας και, στις περισσότερες περιπτώσεις, η τρίτη ηλικία χρειάζεται αυτή την ανταπόδοση, η οποία, σε κανονικές συνθήκες, είναι κάθε άλλο παρά παθητική, κάθε άλλο παρά δαπάνη για το κοινωνικό σύνολο.

Όπως όλοι μας, έχω μια σειρά εμπειρίες και πληροφορίες γύρω από τη συνταξιοδότηση: για παράδειγμα, οι γονείς μου, μετά από 40 χρόνια άσκησης της ιατρικής ανυπομονούσαν να συνταξιοδοτηθούν· ο πατέρας μου λαχταρούσε να γίνει κηπουρός στο προαστιακό και στο εξοχικό του σπίτι· η μητέρα μου είχε κουραστεί να βλέπει πλακίδια στο μικροσκόπιο και παραπονιόταν ότι το ένα της μάτι είχε μεγαλώσει υπερφυσικά. Όταν επιτέλους αποσύρθηκαν από το επάγγελμα, άρχισαν να αποσύρονται από τη ζωή: η κηπουρική απεδείχθη βαρετή –θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουρεύει ξανά και ξανά το γκαζόν με το χορτοκοπτικό– η δε μητέρα μου απομονώθηκε εντελώς από τα εγκόσμια· το τηλέφωνο δεν χτυπούσε σχεδόν ποτέ και οι μέρες ήταν άδειες. Άνθρωποι που κάποτε περιφρονούσαν την τηλεόραση άρχισαν να βλέπουν «Τόλμη και γοητεία», ενώ καθιέρωσαν τη μεσημεριανή σιέστα για να σκοτώνουν την ώρα.

Η δεύτερη εμπειρία που απέκτησα μέσα στα χρόνια είχε σχέση με μια σειρά φίλους μου, που, με παράδοξο τρόπο, εισέπρατταν συντάξεις από αποβιώσαντες γονείς (δημοσίους υπαλλήλους, στρατιωτικούς κτλ) μολονότι ήσαν ακόμα πολύ νέοι, αλλά όχι τόσο ώστε να θεωρούνται φτωχά ορφανά. Σ’ αυτούς προστίθεντο μητέρες με ανήλικα παιδιά που μπορούσαν να συνταξιοδοτηθούν μετά από 15 χρόνια εργασίας, καθώς και μερικές ειδικές κατηγορίες, όπως ο πατέρας μιας φίλης μου που συνταξιοδοτήθηκε σε ηλικία 45 ετών από τον ΟΟΣΕ μετά από κάποιο ατύχημα στο τρένο. Δεν έπαθε τίποτα, πλην όμως τελικά έπαθε, διότι, μετά τη συνταξιοδότηση, καθόταν στο σπίτι και έπληττε θανάσιμα· στο τέλος, έγινε καφενόβιος. Δυο φίλες μου συνταξιοδοτήθηκαν από την Ολυμπιακή σε ηλικία κάτω των 40 με παρόμοιες συνέπειες: πλήξη και απουσία σκοπού στην καθημερινότητα, μετά από σύντομη περίοδο ευφορίας με μαθήματα γυμναστικής, βόλτες για καφέ και ένδοξες στιγμές μητρότητας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ.

* Η Σώτη Τριανταφύλλου είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου