23 Νοεμβρίου, 2015

Θλιβερή παράσταση με τα απομεινάρια ενός «μαύρου»

Πόπη Διαμαντάκου

Θ​​λίψη, σύγχυση και απόγνωση για όσους έχουν επίγνωση τι σημαίνει η λειτουργία μιας δημόσιας τηλεόρασης σε ένα σύγχρονο και τεχνολογικά εξελιγμένο περιβάλλον, ήταν το αποτέλεσμα ενός δεκάωρου σχεδόν ανακριτικού ριάλιτι με πρωταγωνιστές τα πρόσωπα που επιλέχτηκαν από τον υπουργό για το Δ.Σ. της ΕΡΤ και φόντο την επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής.

Θλίψη από μια παράσταση δημοκρατίας, όπου το τελετουργικό των ερωταπαντήσεων αποκάλυψε τις βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες για τη λειτουργία μιας τηλεόρασης πέρα από κάθε σύγχρονη αντίληψη.

Σύγχυση από την προσπάθεια να μοιάζουν με «οραματικές» εκθέσεις ιδεών γυμνασιόπαιδων, τις οποίες παρουσίασαν οι υπό κρίση, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, παντελώς άσχετες με τον προγραμματισμό μιας εταιρείας υπό ανασυγκρότηση με εξαιρετικά ακριβή λειτουργία σε μια χώρα που μαστίζεται από οικονομική κρίση.

Ως εκ τούτου, το θέαμα έμοιαζε μάλλον με παντομίμα παρά πρόσφερε την παραμικρή εμπιστοσύνη μιας απρόσκοπτης επαναλειτουργίας της ΕΡΤ. Η επίμονη επανάληψη της δέσμευσης για μια «δημοκρατική λειτουργία», με κομματικές ισορροπίες, όπου ο ρόλος του προέδρου, όπως τον αντιλήφθηκε ο κ. Τσακνής, θα είναι «πυροσβεστικός» δεν αποκάλυπτε παρά το σαθρό, για μια ακόμη φορά, έδαφος στο οποίο επανοικοδομείται η ΕΡΤ. Το έδαφος των παλαιοκομματικών νοοτροπιών, οι οποίες ευθύνονται για την υπονόμευση και εντέλει πλήρη ανυποληψία του οποιουδήποτε δημοσιογραφικού προϊόντος της δημόσιας τηλεόρασης.

Αν η κατάσταση δεν ήταν τόσο τραγική, θα προκαλούσε τη θυμηδία σε όσους γνωρίζουν από τηλεόραση, μια συζήτηση, η οποία λες και διεξαγόταν πολλές δεκαετίες πριν, στην εποχή της αθωότητας και της εγχώριας δημοκρατίας, αλλά και του κόσμου απέναντι στην τηλεόραση. Στις εποχές που χρίζαμε ρομαντισμό, τον ερασιτεχνισμό, δηλαδή την πλήρη απουσία οικονομικών δεδομένων, προϋπολογισμού, αριθμού υπαλλήλων και διαχωρισμού ειδικοτήτων.

Ως εκ τούτου μόνον απόγνωση μπορούσε να προκαλέσει η επανάληψη όλων των αμαρτιών, οι οποίες οδήγησαν στην ανυποληψία την παλιά ΕΡΤ, αναβαπτισμένες στον επαναστατικό οίστρο που προκάλεσε το «μαύρο». Ετσι βρεθήκαμε να μιλάμε για μια τηλεόραση που ούτε υπήρξε ούτε και πρόκειται να υπάρξει στο μέλλον. Και αυτό διότι οι συμβολισμοί, με τους οποίους έχει περιβληθεί η ΕΡΤική επαναλειτουργία, δεν βρίσκονται μόνον πέραν της πικρής ιστορίας της, απόρροια των ίδιων πάντα νοοτροπιών του πολιτικού συστήματος, αλλά και των συναισθηματικών ορίων, τα οποία επιτρέπει η λειτουργία ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού σε συνθήκες σκληρής οικονομικής κρίσης. Αυτό το τελευταίο εξαιρετικά επικίνδυνο, όσο και το μαύρο, να πλήξει τα απομεινάρια μιας δημοκρατικής συνείδησης, παγιδευμένης να πιστεύει ότι μπορεί ποτέ οποιαδήποτε μορφή τηλεόρασης να την δικαιώσει. Δεν υπάρχει αυτό στην ιστορία ενός μέσου, το οποίο στον σχεδόν έναν αιώνα της λειτουργίας του έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να αντανακλά την ποιότητα μιας δημοκρατίας, μπορεί να αποτελεί μέσο προπαγάνδας της μιας ή της άλλης εξουσίας, αλλά το ίδιο υπακούει πάντα σε όρους αγοράς και θεάματος. Με όλους αυτούς τους συμβολισμούς ήταν επόμενο το γεγονός της επανασύστασης της ΕΡΤ να εξελιχθεί σε «δημοκρατικό event».

Ηταν προφανές ότι πολλοί ήθελαν να παρακολουθήσουν αν υπάρξει και μέχρι πού θα φτάσει μια ενδοκυβερνητική σύγκρουση για τα πρόσωπα της ΕΡΤ, μια και η πρόεδρος της Βουλής κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου είχε ήδη εκφράσει τις αντιρρήσεις της για την επιλογή του κ. Λάμπη Ταγματάρχη στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι περίμεναν να ακούσουν ένα σαφές και οργανωμένο σχέδιο από τον ίδιο, για το πώς θα επαναλειτουργήσει. Και με τη σειρά του ο κ. Ταγματάρχης δεν διέψευσε τις προσδοκίες του φιλοθεάμονος κοινού με την εμφανή αγωνία του να δείξει πειθήνιος στις «κόκκινες γραμμές» της προέδρου, παίρνοντας ύφος απολογούμενου, ακόμη και για την πιθανή πρόθεσή του να προβεί σε μελλοντικές αποφάσεις, για τις οποίες εκδήλωνε την αντίθεσή της ήδη η πρόεδρος.

Μόνο που για μια ακόμη φορά το επικοινωνιακό επιβλήθηκε στο δημοκρατικά ουσιώδες. Θρίαμβος της τηλεθέασης; Μπορεί. Αλλά η πλάνη των ποσοστών της είναι ότι δεν αντανακλούν απαραιτήτως αποδοχή, απλώς υποδηλώνουν περιέργεια, επίφοβη να μεταστραφεί σε αποστροφή αν διαψευστούν οι προσωπικές επενδύσεις ενός πολύμορφου κοινού. Και αυτές πώς να τις ικανοποιήσει μια δημοκρατία, η οποία οφείλει να λειτουργεί με όρους θεσμών και όχι τηλεθέασης;

Γι’ αυτό και είναι πάντα πολύτιμη η διεθνής εμπειρία από τις διαφανείς δημοκρατίες μας, σύμφωνα με την οποία οι λαοί έχουν μάθει να «αποκρυπτογραφούν» τη χειραγώγηση από τα μέσα - τηλεοπτικά ή μη. Ως εκ τούτου ακόμη και η καλύτερη πολιτική επικοινωνία στον κόσμο, όσο αποτελεσματική κι αν μοιάζει, στο τέλος στρέφεται εναντίον εκείνων που την ενορχηστρώνουν και καταλήγει απόδειξη της ανειλικρίνειας των πολιτικών.

* Η Πόπη Διαμαντάκου είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου.

Πηγή: Καθημερινή

Σχετικά