86. Eνιαία ευρωπαϊκή απάντηση στο μεταναστευτικό

  • Η μετανάστευση είναι παγκόσμιο φαινόμενο σε εξέλιξη. Δεν είναι πρόβλημα με αυτόματη και οριστική λύση. Οι απόψεις είτε μηδενικής μετανάστευσης είτε αθρόας αποδοχής μεταναστών κινούνται εκτός πραγματικότητας και αποδομούν τόσο τις χώρες προέλευσης, όσο και τις χώρες διέλευσης και τελικού προορισμού.
  • Το πρόβλημα της μετανάστευσης δεν είναι ελληνικό, είναι ευρωπαϊκό. Ευρωπαϊκή πρέπει να είναι και η διαχείρισή του στη βάση της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών. Η Ελλάδα δεν πρέπει να τιμωρείται για την γεωγραφική της θέση.
  • Η φύλαξη των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ πρέπει να είναι ευθύνη της Ένωσης συνολικά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επιχειρησιακό σχεδιασμό και υλικοτεχνική υποδομή. Η ΕΕ πρέπει να επιβάλει στις ενδιάμεσες χώρες διακίνησης να τηρούν τις δεσμεύσεις τους και να μην αδιαφορούν στο δουλεμπόριο που πραγματοποιείται στα εδάφη τους ακόμη και με την απειλή κυρώσεων.
  • Εντός της Ελλάδας είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός συντονιστικού φορέα για τη μετανάστευση που θα συντονίσει τις κρατικές υπηρεσίες και τα υπουργεία και θα εξοικονομήσει χρήματα.
  • Η εσωτερική μεταναστευτική πολιτική κινείται στους άξονες της:
  • παροχής διεθνούς προστασίας (άσυλο) σε όσους το δικαιούνται,
  • καταπολέμησης της παράνομης μετανάστευσης,
  • προώθησης της νόμιμης μετανάστευσης,
  • ένταξης των μεταναστών στην κοινωνία.

87. Η Ευρώπη είναι ασφαλές καταφύγιο για όσους διώκονται

  • Όσοι έχουν ανάγκη προστασίας, είναι δηλαδή πρόσφυγες και φεύγουν από τις χώρες τους για να γλιτώσουν τη ζωή τους, η Ευρώπη πρέπει να τους παρέχει καταφύγιο. Όχι όμως μόνο η Ελλάδα.
  • Διεκδικούμε αντικατάσταση του Δουβλίνου ΙΙΙ με ένα ουσιαστικό Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου το οποίο θα προβλέπει Κοινή Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ασύλου και διανομή των προσφύγων σε όλα τα Κράτη Μέλη λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες ανάγκες του πρόσφυγα αλλά και τις δυνατότητες ένταξης του κάθε κράτους μέλους
  • Ο υποψήφιος πρόσφυγας δεν κάνει αίτηση μεμονωμένα σε κάποιο κράτος μέλος της ΕΕ μεμονωμένα αλλά απευθείας στην ΕΕ.
  • Πρέπει να διατεθούν ευρωπαϊκά κονδύλια για τη δημιουργία χώρων φιλοξενίας υποψηφίων προσφύγων και την αξιοπρεπή διαβίωσή τους μέχρι να εκδοθεί η απόφαση παροχή ασύλου ή απόρριψης. Είναι απαραίτητο να ενισχυθεί περαιτέρω η ελληνική Υπηρεσία Ασύλου για ταχεία και δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας απονομής ασύλου.
  • Πρέπει να διεκπεραιωθούν ταχύτατα από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης οι δεκάδες χιλιάδες αιτήσεις ασύλου που εκκρεμούν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό εδώ και πολλά χρόνια.
  • Οι αιτούντες άσυλο των οποίων το αίτημα απορρίπτεται πρέπει να επιστρέφουν στην πατρίδα τους με μέριμνα της ΕΕ. Η Ευρώπη πρέπει να χρησιμοποιήσει το ειδικό βάρος που της δίνει η αναπτυξιακή της βοήθεια σε χώρες προέλευσης μεταναστών, για να τις πιέσει να δέχονται πίσω όσους πολίτες τους βρίσκονται παράνομα στην ΕΕ, σύμφωνα και με το διεθνές δίκαιο αλλά και τις συμφωνίες επανεισδοχής που έχουν υπογράψει με την ΕΕ.

88. Καταπολεμώντας την παράνομη μετανάστευση, προστατεύουμε και τους μετανάστες και τη χώρα μας

  • Η ανεξέλεγκτη έξοδος από τη χώρα καταγωγής, η περιπλάνηση και η παράνομη είσοδος είναι επικίνδυνη για τον ίδιο τον μετανάστη και επιζήμια για τη χώρα προορισμού, μόνιμου ή προσωρινού, όπως η Ελλάδα.
  • Η Ελλάδα, ακολουθώντας το παράδειγμα της Ιταλίας του Ρέντζι, σε συντονισμό με την Ιταλία και άλλους εταίρους θα πρέπει να απαιτήσει την ουσιαστικότερη συμβολή της Frontex στον έλεγχο των ευρωπαϊκών εξωτερικών συνόρων. Μόνο για τα θαλάσσια σύνορα της Ελλάδας ξοδεύονται πάνω από 5 εκατομμύρια το μήνα από εθνικά κονδύλια, όσα περίπου συνεισφέρει η Frontex σε ένα χρόνο.
  • Η ΕΕ πρέπει, ακολουθώντας το παράδειγμα της Αυστραλίας και άλλων χωρών, να πραγματοποιήσει εκστρατείες πληροφόρησης και ευαισθητοποίησης πολιτών τρίτων χωρών για τους κινδύνους του ταξιδιού και την πραγματικές προοπτικές στη χώρα υποδοχής. Ο στόχος να τους αποτρέψουν πριν από τη μετακίνησή τους και να τους προστατεύσουν από τις ψεύτικες υποσχέσεις των διακινητών και δουλεμπόρων.
  • Οι ποινές για τους δουλεμπόρους και τους διακινητές πρέπει να είναι εξοντωτικές. Η πρότασή μας είναι τα δέκα χρόνια, που αποτελούν τη σημερινή ανώτατη ποινή, να γίνουν ισόβια.
  • Απατείται έλεγχος και καταγραφή των μεταναστών που βρίσκονται χωρίς νόμιμο λόγο στη χώρα, είτε διότι εισήλθαν παράνομα, είτε διότι έληξε ο νόμιμος λόγος εισόδου.
  • Χρειαζόμαστε περισσότερα και καλύτερα κέντρα υποδοχής μη νόμιμων μεταναστών. Η κυβέρνηση έχει αποτύχει να απορροφήσει τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια και να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις της έναντι της ΕΕ. Υπάρχουν ακόμη και ευρωπαϊκές χώρες που δέχονται να συγχρηματοδοτήσουν τέτοιες υποδομές (Η Νορβηγία και το Ηνωμένο Βασίλειο).
  • Η επιστροφή των μεταναστών στις χώρες διέλευσης και προέλευσης μέσω διαδικασιών εκούσιας ή αναγκαστικής επανεισδοχής, επιστροφής ή απέλασης γίνεται ήδη σε συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς (ΔΟΜ, Ύπατη Αρμοστεία) αλλά χρειάζεται συντονισμένη πίεση από την ΕΕ για να υποχρεωθούν οι τρίτες χώρες να δεχθούν πίσω τους πολίτες τους, όπως τους υποχρεώνει το διεθνές δίκαιο, εφόσον δεν τους έχει αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα.

89. Νόμιμη μετανάστευση σημαίνει νόμιμη εργασία

  • Δεχόμαστε τόσους νόμιμους μετανάστες όσους μπορούμε να θρέψουμε. Καταγράφουμε διαρκώς τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς εργασίας σε εξειδικευμένο/ανειδίκευτο προσωπικό ώστε να βρίσκουμε που υπάρχει ανάγκη.
  • Οι μετανάστες έρχονται νόμιμα είτε σε διμερές πλαίσιο είτε μέσα από συμφωνίες της ΕΕ με τρίτες χώρες με μέτρα μετάκλησης και κυκλικής ή εποχικής μετανάστευσης, όπως προβλέπουν οι πολιτικές της ΕΕ.
  • Οι νόμιμοι μετανάστες έχουν χαρτιά, ασφάλεια εργασίας και περίθαλψη και δεν πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης. Επιστρέφουν στη χώρα τους, όταν τελειώσει η δουλειά τους εφόσον είναι εποχική.
  • Αυστηροί έλεγχοι της αγοράς εργασίας για την καταπολέμηση της μαύρης εργασίας των μεταναστών. Οι μετανάστες πρέπει να διευκολύνονται να καταγγέλουν τα κυκλώματα μαύρης εργασίας και οι αρχές πρέπει να τους προστατεύουν αποτελεσματικά από φαινόμενα βίας και αυθαιρεσίας.

90. Ένταξη: Οι μετανάστες είναι μέρος της κοινωνίας μας.

  • Στόχος είναι η οικονομική, κοινωνική και πολιτική ένταξη και ενσωμάτωση των μεταναστών. Η ουσιαστική ενσωμάτωση των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία περνά μέσα από την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και την εξοικείωση με τις βασικές αρχές και αξίες του ελληνικού και δυτικού πολιτισμού.
  • Μέτρα κοινωνικής πολιτικής που αφορούν την υγεία, την ασφάλιση και τη στέγαση των μεταναστών. Η πρόσβαση στην περίθαλψη και την παιδεία πρέπει να είναι για μετανάστες και πρόσφυγες εξασφαλισμένη.
  • Πρέπει να υπάρχει πολιτική κοινωνικής ένταξης των μεταναστών και προσφύγων σε όλες τις πόλεις ανάλογα με τον πληθυσμό και τις τοπικές ιδιαιτερότητες της κοινωνίας. Θα κατασκευαστούν, για παράδειγμα, μικρές ανοικτές δομές φιλοξενίας για τους πρόσφυγες και τους νόμιμους μετανάστες σε διάφορες περιοχές και πόλεις για να μην επιβαρύνεται μόνο μία γειτονιά. Υπάρχουν ευρωπαϊκά κονδύλια για το σκοπό αυτό, που χάνονται επειδή τα υπουργεία δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.
  • Η τοπική αυτοδιοίκηση πρέπει να ελέγχει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν οι μετανάστες στις γειτονιές και να αποτρέπει την διαβίωση τους σε τριτοκοσμικές συνθήκες (χιλιάδες μετανάστες στοιβαγμένοι στα υπόγεια πολυκατοικιών).
  • Οι μετανάστες που θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα πρέπει να μαθαίνουν  την ελληνική γλώσσα σε δημόσια σχολεία και να αποδέχονται τις οικουμενικές αξίες και τα θεμελιώδη δικαιώματα που διέπουν την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
  • Η φοίτηση των ενηλίκων σε δημόσιες μονάδες εκμάθησης ελληνικής γλώσσας και η σχολική εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών, είναι προϋπόθεση για τη νομιμοποίηση και την παραμονή στη χώρα όλης της οικογένειας.
  • Τo Ποτάμι υποστηρίζει ξεκάθαρα ότι τα παιδιά των μεταναστών που ζουν και μεγαλώνουν στην Ελλάδα, μπορούν να πάρουν, εάν το επιθυμούν, την ελληνική υπηκοότητα. Αυτό θα γίνεται με την εξέταση συγκεκριμένων ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων. Ουσιαστική προϋπόθεση αποτελεί η εξατομικευμένη κρίση. Τυπική προϋπόθεση αποτελεί η παρακολούθηση εννιαετούς εκπαίδευσης σε ελληνικό σχολείο ή η συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους εφόσον έχουν φοιτήσει επί έξι χρόνια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ανεξάρτητα από τη χώρα γέννησής τους.