9 Φεβρουαρίου, 2018

Τα λάθη της κυβέρνησης Μητσοτάκη επί του Μακεδονικού Ζητήματος το 1991-1993

Παύλος Σιλβιστόπουλος

Το Μακεδονικό ζήτημα είναι μέρος του ευρύτερου Ανατολικού ζητήματος που αφορούσε τη διανομή των εδαφών της Βαλκανικής χερσονήσου μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το πρόβλημα ουσιαστικά εντοπίζεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα όταν η Ελλάδα, η Σερβία και η Βουλγαρία προσπάθησαν να αποκτήσουν τον πολιτικό έλεγχο της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας. Το 1912 υπεγράφησαν μυστικές συμφωνίες για τον διαχωρισμό της Μακεδονίας μεταξύ Σερβίας και Βουλγαρίας αλλά και της τελευταίας με την Ελλάδα. Τον Οκτώβριο του 1912 ωστόσο ξεσπά ο Α´ Βαλκανικός πόλεμος μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας από τη μία, και της γηρασμένης Οθωμανικής αυτοκρατορίας από την άλλη. Οι Οθωμανοί χάνουν όλο το κομμάτι της ευρωπαϊκής Τουρκίας εκτός από την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρα της (Συνθήκη Λονδίνου, 30 Μαΐου 1913). Οι τρεις βαλκανικές χώρες δεν μπορούν να συμφωνήσουν στη μοιρασιά των κερδισμένων εδαφών.

Ο Β´ Βαλκανικός πόλεμος είναι γεγονός, η Ελλάδα και η Σερβία συμμαχούν κατά της Βουλγαρίας η οποία επιτίθεται στους αντιπάλους της τον Ιούνιο του 1913. Ο πόλεμος τελειώνει με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου στις 10 Αυγούστου 1913, όπου και αποφασίζεται η τριμερής κατάτμηση της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας (δεν γίνεται πουθενά λόγος για αυτονομία) μεταξύ Ελλάδας (51,57%) , Σερβίας (38,32%) και Βουλγαρίας (10,11%) Αυτά ισχύουν, με μικρές διαφοροποιήσεις, μέχρι και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991.

Στην Ελλάδα ο Πρωθυπουργός Μητσοτάκης έχει ορίσει ήδη την κυβέρνησή του από τον Απρίλη του 1990. Υπουργός Εξωτερικών ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί τις σχέσεις της χώρας με τα νεοσύστατα κράτη. Οι μέχρι τότε σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία χαρακτηρίζονταν ως σταθερές και η κυρίαρχη αντίληψη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ήταν η διατήρηση του status quo. Λογική, πλέον, η ανησυχία της κυβέρνησης για την ενδεχόμενη δημιουργία ενός νέου κράτους στα βόρεια σύνορα της με την ονομασία “Μακεδονία”.

Στις 27 Αυγούστου ο Σαμαράς στέλνει στους Ευρωπαίους ομολόγους του μια επιστολή με τίτλο “Memorandum on Yugoslav Macedonia”. Σε αυτήν αναφέρει ότι ενδεχόμενη ίδρυση μακεδονικού κράτους ενδέχεται να αναζωπυρώσει παλαιότερες διαφωνίες μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων για το Μακεδονικό Ζήτημα και ότι οι Έλληνες διαφωνούν κάθετα με την χρήση του όρου “Μακεδονία” προκειμένου να αποκτήσει εθνική ταυτότητα ο Σλαβικός λαός. Σε αυτήν την επιστολή ο Σαμαράς προβλέπει ότι το νέο κράτος δεν θα είναι βιώσιμο και ότι ούτε η Σερβία, ούτε η Βουλγαρία θα ανεχθούν ένα τέτοιο κράτος ανάμεσά τους.

Ο Έλληνας ΥΠΕΞ χρησιμοποιώντας ιστορικά επιχειρήματα προσπάθησε να αποδείξει ότι ο όρος “Μακεδονία” ήταν ελληνικής προέλευσης και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από άλλους λαούς. Βέβαια, η Ελλάδα δεν αντέδρασε ποτέ στο παρελθόν όταν ο Τίτο μετονόμασε την παλιά επαρχία του Βαρδάρη σε “Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας”, ούτε όταν, ανεπίσημα, οι Βούλγαροι ονόμασαν την περιοχή του Πιρίν ως “Μακεδονία του Πιρίν”. Ο Σαμαράς φαίνεται ότι δεν πέτυχε και πολλά με αυτήν την επιστολή γιατί δεν είχε καταλάβει ότι τα ιστορικά επιχειρήματα δεν πιάνουν τόπο στον κόσμο της διπλωματίας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, άλλωστε, είχε πει ότι “ η Ευρώπη δεν λαμβάνει υπόψη τους ιστορικούς ισχυρισμούς”.

Στις 16 Δεκεμβρίου του 1991 το Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών της Ευρώπης εξέδωσε την παρακάτω απόφαση η οποία υπερεκτιμήθηκε απο τον Σαμαρά. “ The EU and its member-states demand from one Yugoslav Republic to commit itself, prior to its recognition, to provide constitutional and political guarantees which will safeguard that it has no territorial claims against a neighbour and European member country and that it will not use hostile propaganda, including the use of a name that implies territorial claims”.

Η ανυπομονησία του Σαμαρά να φέρει στην Ελλάδα τα καλά νέα της υποτιθέμενης νίκης του στο Συμβούλιο τον οδήγησε σε παρερμηνεία της απόφασης. Η απαγόρευση χρήσης ενός ονόματος που υποδηλώνει εδαφικές βλέψεις δεν σήμαινε ότι αποκλείονταν η λέξη Μακεδονία. Ένας έμπειρος υπουργός θα υποψιάζονταν ότι τα κράτη μέλη ήταν ένα βήμα πριν την αναγνώριση. Σταδιακά το παιχνίδι από πολιτικό μετατράπηκε σε νομικό. Συστάθηκε η επιτροπή Badinter (στην οποία ο Σαμαράς απέτυχε να ορίσει έλληνα δικαστή) η οποία κλήθηκε να ορίσει τα κριτήρια για την αναγνώριση των δημοκρατιών της διαλυμένης πλέον Γιουγκοσλαβίας.

Η γνωμοδότηση της επιτροπής (11 Ιανουαρίου 1992) κατέστησε σαφές ότι “ Τhe republic of Macedonia has disavowed any territorial claim, of any kind, in its explicit and binding declarations which are in accordance with the international law. The use of the term “Macedonia” therefore, does not imply any territorial claim against any other state”. Το μήνυμα ήταν σαφές, ο όρος Μακεδονία δεν υποδηλώνει εδαφικές διεκδικήσεις, τουλάχιστον σε νομικό επίπεδο. Επιπροσθέτως αμέσως μετά η Βουλγαρία και η Τουρκία αναγνωρίζουν το κρατίδιο με το όνομα “Μακεδονία”, 15 Ιανουαρίου και 5 Φεβρουαρίου αντίστοιχα.

Στις 14 Φεβρουαρίου διοργανώνεται μεγάλο συλλαλητήριο και ο Σαμαράς εμφανίζεται ως ο ηγέτης του εθνικού παραληρήματος. Το χάσμα μεταξύ του πρωθυπουργού Μητσοτάκη και του υπουργού Εξωτερικών είναι πλέον εμφανές, αλλά ο πρώτος με πλειοψηφία μόλις δυο βουλευτών δεν επιθυμεί σφοδρή σύγκρουση.

Κατά τη διάρκεια της Πορτογαλικής προεδρίας, ο Joao Pineiro προτείνει το γνωστό “ πακέτο Πινέιρο” υπό τη μορφή “take it or leave it”. Στο τραπέζι η σύνθετη ονομασία “New Macedonia”. Στις 13 Απριλίου 1992, υπό την προεδρία του Κ. Καραμανλή το Συμβούλιο Αρχηγών απορρίπτει την πρόταση. Στη συνέχεια ο Σαμαράς παραιτείται και αναλαμβάνει υπουργός των εξωτερικών ο ίδιος ο πρωθυπουργός προειδοποιώντας ότι οι επιπτώσεις της απόρριψης του πακέτου Πινέιρο θα είναι καταστροφικές για την Ελλάδα. Ξεκινάει ο ίδιος ένα γύρο επαφών στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με σκοπό να πείσει τους ομολόγους του να εξαιρέσουν το όνομα Μακεδονία από την επίσημη ονομασία του νεοσύστατου κράτους. Στη Σύνοδο της Λισαβόνας στις 27 Ιουνίου του 1992 εκδίδεται η εξής απόφαση: “ The European council expresses its readiness to recognize the former Yugoslav Repuclic, within its existing borders and under a name which does not include the term “Macedonia””. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που μια απόφαση ήταν ξεκάθαρα υπέρ της ελληνικής πλευράς. Ήταν μια προσωπική νίκη του Κ. Μητσοτάκη η οποία δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα στον Γκλιγκόροφ. Βέβαια, μετά το αρχικό σοκ στα Σκόπια υπήρξε ανακούφιση καθώς στις 6 Αυγούστου η Ρωσία αναγνώρισε το νεοσύστατο κράτος με το όνομα “Δημοκρατία της Μακεδονίας”.

Εκείνη την περίοδο η Ελλάδα κατηγορήθηκε για το σπάσιμο του εμπάργκο κατά της Σερβίας και του Μόντενεγκρο. Η ελληνική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι τα Σκόπια είναι αυτά που έχουν παραβιάσει το εμπάργκο βρίσκοντας έτσι την ευκαιρία να ασκήσει η ίδια εμπάργκο στο κρατίδιο (21 Αυγούστου 1992).

Με την καλυτέρευση της διαπραγματευτικής θέσης της Ελλάδας, μετά την απομάκρυνση Σαμαρά, και λίγες μέρες πριν τη σύνοδο κορυφής του Εδιμβούργου, η έκθεση O’Neill επιβεβαίωσε την πρόθεση της γείτονας χώρας να αλλάξει το όνομα της σε Republic of Macedonia (Skopje) για τις διεθνείς της σχέσεις, να ολοκληρώσει μια συμφωνία με την Ελλάδα σχετικά με το απαραβίαστο των υφιστάμενων συνόρων, να συμβάλει στις σχέσεις καλής γειτνίασης με την Ελλάδα και τέλος να τροποποιήσει το άρθρο 49 του συντάγματος της. Η έκθεση κατέληγε με την εκφρασμένη ανησυχία για τη σταθερότητα στην περιοχή αλλά και για την εσωτερική κατάσταση στο νεοσύστατο κράτος λόγω της μη αναγνώρισης του.

Έτσι λοιπόν στο Εδιμβούργο στις 12 Δεκεμβρίου 1992 οι ευρωπαίοι ηγέτες έδωσαν το πράσινο φως για περισσότερη βοήθεια στα Σκόπια. Αυτό σήμαινε πως η Ελλάδα άρχισε να χάνει έδαφος στη θεσμική υποστήριξη της ΕΕ. Τον Ιανουάριο του 1993 η Βρετανία, η Γαλλία και η Ισπανία πρότειναν ένα σχέδιο σύμφωνα με το οποίο η “Δημοκρατία της Μακεδονίας” θα γίνονταν δεκτή στον ΟΗΕ με το προσωρινό όνομα FYROM. Οι Cyrus Vance και Lord Owen θα αναλάμβαναν μεσολαβητές ανάμεσα στις δυο χώρες. Ο έλληνας πρωθυπουργός χαιρέτησε την πρωτοβουλία και τόνισε ότι το αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης πρέπει να είναι δεσμευτικό και για τις δυο πλευρές. Η είσοδος της FYROM στον ΟΗΕ έγινε δεκτή στις 7 Απριλίου 1993 απ’όλα τα μέλη κράτη συμπεριλαμβανόμενης και της Ελλάδας. Το παιχνίδι πλέον είχε περάσει σε διαφορετικό γήπεδο με μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας και σαφώς διαφορετικές απαιτήσεις .

Στις 14 Μαΐου 1993 παραδόθηκε στα δυο μέρη ένα σχέδιο συμφωνίας από τους Vance και Owen, το οποίο αποτελούνταν από 6 κεφάλαια, όπου το πρώτο αναφέρονταν στις φιλικές σχέσεις και στα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με το σχέδιο η FYROM θα αναγνωρίζονταν με το οριστικό όνομα “Nova Macedonia”. Υποχρέωση της FYROM ήταν η μη χρησιμοποίηση συμβόλων, ονομάτων, σημαιών και αγαλμάτων τα οποία αποτελούσαν μέρος της ιστορίας ή του πολιτισμού άλλης χώρας. Συγκεκριμένα η σημαία με τον ήλιο της Βεργίνας έπρεπε να πάψει να αποτελεί σημαία του κράτους. Ο Γκλιγκόροφ αρνήθηκε την πρόταση λόγω του πολιτικού κόστους, αλλά και από το γεγονός ότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε αλλαγή του συντάγματος.

Στην ελληνική πλευρά, ο νέος υπουργός Εξωτερικών Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, συνειδητοποίησε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λύση του προβλήματος ήταν η απόκλιση από την αρχική στάση της χώρας στο θέμα του ονόματος. Στο μεταξύ ο Σαμαράς είχε προειδοποιήσει ότι θα ρίξει την κυβέρνηση στην περίπτωση που ο Πρωθυπουργός συμφωνούσε σε ένα όνομα που θα περιείχε τη λέξη “Μακεδονία”. Αντιμέτωπος με τον ώμο εκβιασμό του Σαμαρά , ο Μητσοτάκης εγκατέλειψε τη γραμμή Παπακωνσταντίνου και ακολουθώντας τον Γκλιγκόροφ απέρριψε και ο ίδιος το όνομα “Nova Macedonia”. Ο Σαμαράς ίδρυσε νέο κόμμα, την Πολιτική Άνοιξη, δυο βουλευτές της ΝΔ αποστάτησαν και εντάχθηκαν στην ΠολΑν με αποτέλεσμα να προκηρυχθούν εκλογές για τον Οκτώβριο του 1993.

Τις εκλογές τις κέρδισε το ΠΑΣΟΚ με ποσοστό 47%. Ο νέος υπουργός Εξωτερικών, Κάρολος Παπούλιας, έστειλε επιστολή στον Γραμματέα του ΟΗΕ, Boutros-Ghali, στην οποία ανέφερε ότι η Ελλάδα επιθυμεί το πάγωμα όλων των συνομιλιών, λόγω της επιμονής του Γκλιγκόροφ να χρησιμοποιεί το όνομα “Μακεδονία”, κάτι που ο ελληνικός λαός και η κυβέρνηση του δεν θα το αποδεχτούν ποτέ.

Εν κατακλείδι αυτοί ήταν οι χειρισμοί της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας στο αρχικό στάδιο της σύγχρονης αναβίωσης του Μακεδονικού ζητήματος. Ήταν μια χαρακτηριστική περίπτωση του πως αποτυγχάνει η εξωτερική πολιτική μιας χώρας όταν αγκυλώνεται από τις διεργασίες της εσωτερικής πολιτικής. Από μια θέση διαπραγματευτικής ισχύος απέναντι στο βόρειο γειτονικό κράτος, η Ελλάδα από το 1991 και μετά συνεχίζει να χάνει διπλωματικό έδαφος αλλά και την υποστήριξη των συμμάχων της.

Δυο ήταν οι κυριότεροι παράγοντες που οδήγησαν σε αδιέξοδο την εξωτερική πολιτική της χώρας την περίοδο 1991-1993. Ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Αντώνης Σαμαράς του οποίου η πολιτική φιλοδοξία τον οδήγησε στην εκμετάλλευση του λαϊκού αισθήματος προς ίδιον όφελος. Ο Joao de Pineiro είχε δηλώσει πως ο ίδιος ο Σαμαράς είχε απορρίψει την πρόταση του. Σε συνέντευξή του ο Μητσοτάκης είχε δηλώσει (στον Οικονομικό Ταχυδρόμο 19 Αυγούστου 1993) ότι “παρόλο που διαφώνησα με τον Σαμαρά ( όσον αφορά στο πακέτο Πινέιρο), ήταν τέτοια η ψυχολογία του ελληνικού λαού που δεν μπορούσα να την αγνοήσω”.

Ωστόσο δεν ήταν μόνο ο Σαμαράς που καπηλεύτηκε το λαϊκό αίσθημα. Η πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης και η εκκλησία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής. Έλειψαν οι ψύχραιμες φωνές και η ενδελεχής ενημέρωση για το τι ακριβώς σημαίνει η αναγνώριση του γειτονικού κράτους. Βλέπετε ο εθνικισμός και η πόλωση είναι στοιχεία που αυξάνουν το ενδιαφέρον και τις πωλήσεις, ή την επιρροή. Η κοινή γνώμη δεν συγκινείται με ήρεμη και βαθυστόχαστη ανάλυση των δεδομένων, αλλά αντιθέτως με τυμπανοκρουσίες, υπερβολές, φόβο και ανασφάλεια.

Η Ελλάδα, μια χώρα με αργή ανάπτυξη, έχοντας μείνει αρκετά πίσω από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αδύναμους και διαβλητούς θεσμούς, όπου οι πελατειακές σχέσεις και το κομματικό κράτος καλά κρατούν, με ένα απαρχαιωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, με κυρίαρχο το αίσθημα του εθνοκεντρισμού (όπου πάντα φταίνε οι άλλοι) και με ένα φοβικό σύνδρομο σε οτιδήποτε νέο κ εξωγενές (εκτός βέβαια από τα καταναλωτικά αγαθά) δεν τόλμησε -και δεν τολμά- να ξεπεράσει τον εαυτό της. Είναι ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά που έχουν οδηγήσει τη χώρα σε οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο, σε κοινωνικό τέλμα. Ζούμε σε μια μίζερη και ταυτόχρονα άγρια κοινωνία και σε αυτό έχει ευθύνη και η τωρινή κυβέρνηση με το κλίμα διχασμού που προωθεί. Αλλά ποιος δίνει σημασία πλέον για τα σοβαρά θέματα της χώρας; Ήρθε η ώρα της Novartis και των “βρεγμένων πάμπερς”, ήρθε το νέο 1989. Welcome to the past.

* Ο Παύλος Σιλβιστόπουλος είναι μέλος της ΜΕΣΥΑ και περιφερειακός συντονιστής Κεντρικής Μακεδονίας

Πηγή: Μεταρρύθμιση