12 Μάρτιος, 2019

Τα κοιτάσματα να γίνουν καταλύτης για λύση του Κυπριακού

Θόδωρος Τσίκας

Η ανακάλυψη -σημαντικών αλλά όχι τεράστιων- κοιτασμάτων στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), είναι θετικό γεγονός μεν, πρέπει όμως να αντιμετωπιστεί στις σωστές διαστάσεις της και με αυτοσυγκράτηση από την ελλαδική και την ελληνοκυπριακή πλευρά. Η ανακάλυψη κοιτασμάτων έχει ορθώς θεωρηθεί από τον διεθνή παράγοντα ως κίνητρο για τις δύο πλευρές, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, για να εξευρεθεί λύση στο κυπριακό πρόβλημα. Και τούτο, διότι η θέση της διεθνούς κοινότητας είναι ότι, ναι μεν η Κυπριακή Δημοκρατία έχει το δικαίωμα σε έρευνες και εξορύξεις, αλλά τα έσοδα και ο πλούτος αυτός πρέπει να αξιοποιηθούν προς όφελος και των δύο Κοινοτήτων της Κύπρου. Ότι και στην διαχείριση των εσόδων πρέπει να μετέχουν, τόσο οι Ελληνοκύπριοι όσο και οι Τουρκοκύπριοι. Και ο ασφαλής τρόπος για να γίνει αυτό είναι να βρεθεί -συμβιβαστική βεβαίως- λύση στο χρονίζον Κυπριακό, με την οποία Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι θα μετέχουν, με βάση την πολιτική ισότητα, στην διακυβέρνηση του κράτους.

Ορισμένοι στην ελλαδική και την ελληνοκυπριακή πλευρά λένε ότι, από τον πλούτο αυτόν οι Τουρκοκύπριοι θα ωφεληθούν, μόνο όταν και εφόσον βρεθεί λύση στο Κυπριακό. Αυτό, σε ένα πρόβλημα που χρονίζει επί δεκαετίες, δεν γίνεται εύκολα αποδεκτό. Διότι θα μπορούσε να είναι πρόσχημα για τους Ελληνοκύπριους, να τραινάρουν επ’ αόριστον τις διαδικασίες επίλυσης του Κυπριακού, και στο μεταξύ να νέμονται μόνοι τους τα έσοδα από τις έρευνες και τις εξορύξεις. Γιατί σήμερα η διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία ελέγχεται μόνο από την ελληνοκυπριακή Κοινότητα, και όχι και από τις δύο Κοινότητες όπως προβλέπουν οι Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960, με τις οποίες ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία. Η κατάσταση αυτή υπάρχει, όχι από την τουρκική στρατιωτική εισβολή του 1974, αλλά πολύ πριν, από το 1963, μόλις δηλαδή 3 χρόνια μετά την ανεξαρτητοποίηση της Κύπρου.

Η Τουρκία έχει καταστρώσει εδώ και λίγα χρόνια μια επιθετική στρατηγική, καθώς το Κυπριακό συνδέεται στενά με τα ζητήματα ενέργειας στην ευρύτερη περιοχή, που αφορούν τα κοιτάσματα στην Ανατολική Μεσόγειο, τους αγωγούς που πρόκειται να δημιουργηθούν, και την εκκρεμή οριοθέτηση των ΑΟΖ στην θαλάσσια περιοχή μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ίδιας της Τουρκίας. Αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία, που διεκδικεί ρόλο ισχυρής περιφερειακής δύναμης, δεν μπορεί να επιβεβαιώσει αυτόν τον ρόλο, χωρίς ενεργή συμμετοχή στο ενεργειακό παιχνίδι της περιοχής. Η Τουρκία επιχειρεί να καταγράψει αμφισβητήσεις, στέλνοντας ένα καθαρό μήνυμα ότι χωρίς τη συμμετοχή της δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας, ότι και η Τουρκία ως παράκτια χώρα έχει νόμιμα συμφέροντα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Όχι βέβαια στην έκταση που αυτή ισχυρίζεται, αλλά πάντως υπαρκτά με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας το οποίο η δική μας πλευρά επικαλείται συνεχώς.

Η σωστή κίνηση της Κύπρου να εμπλέξει μεγάλες διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες στην αξιοποίηση των κυπριακών κοιτασμάτων, από μόνη της δεν αρκεί. Καμία σοβαρή και μακροχρόνια επιχειρηματική επένδυση δεν μπορεί να γίνει σε συνθήκες έντασης και αστάθειας. Η Κύπρος μπορεί να συνεχίσει την προσπάθεια για εκμετάλλευση των κοιτασμάτων. Θα ήταν όμως σημαντικό η ελληνοκυπριακή ηγεσία να ζητήσει άμεση συνάντηση με την τουρκοκυπριακή ηγεσία. Να συγκροτήσουν μια κοινή Επιτροπή που θα διαχειρίζεται τα θέματα των υδρογονανθράκων. Από κοινού να καλέσουν την Τουρκία να αποσύρει τις ναυτικές δυνάμεις της από την περιοχή που γίνονται οι εξορύξεις. Να συνομιλήσουν με τα αρμόδια όργανα της Τουρκίας για τον καθορισμό της ΑΟΖ στη βόρεια θάλασσα που περιβρέχει τις δυο χώρες. Να ξαναρχίσουν διαπραγματεύσεις και να ζητήσουν από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ να συγκαλέσει μια νέα Διάσκεψη για να λυθεί οριστικά το Κυπριακό.

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας- διεθνολόγος, Υπεύθυνος του Τομέα Εξωτερικής Πολιτικής και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στο ΠΟΤΑΜΙ

Πηγή: Η εφημερίδα των συντακτών

Σχετικά