3 Μαΐου, 2017

Στις προκλήσεις της Τουρκίας πρέπει να απαντάμε ορθολογικά και όχι θυμικά. Και αυτό δεν συνιστά εθνική "υποτέλεια"

Σπύρος Δανέλλης

Στο 5ο ετήσιο συνέδριο για την Άμυνα και Ασφάλεια “EXPOSEC-DEFENSEWORLD” (Moving toward a dynamic Defense & Security Policy), που πραγματοποιήθηκε στη Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων (Λ.Α.Ε.Δ.), συμμετείχε ο βουλευτής Ηρακλείου του Ποταμιού Σπύρος Δανέλλης και συγκεκριμένα στην ενότητα «Ασφάλεια και σταθερότητα στην ΝΑ Μεσόγειο & οι προκλήσεις για την Ελλάδα: Η οπτική των πολιτικών εκπροσώπων».

Το φετινό συνέδριο πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) και σε συνεργασία με το Σύνδεσμο Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ), την Ένωση Ελληνικών Εταιρειών Αεροδιαστημικής Ασφάλειας & Άμυνας (ΕΕΛΕΑΑ) και το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕΜΕΑ).

Θα πρέπει να σημειωθεί πως το εν λόγω συνέδριο έχει καθιερωθεί ως σημαντικό forum διαλόγου μεταξύ ειδικών, εκπροσώπων διεθνών οργανισμών και εθνικών οργάνων χάραξης πολιτικής, στην προσπάθεια αναζήτησης λύσεων και κατάθεσης αξιοποιήσιμων προτάσεων στα μεγάλα θέματα που απασχολούν τους κλάδους άμυνας και ασφάλειας.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της τοποθέτησης του κ. Δανέλλη:

Αγαπητοί φίλοι και φίλες.
Τα σύννεφα στη Νοτιανατολική Μεσόγειο πυκνώνουν πολύ.
Φαίνεται πως πλησιάζουμε στην τέλεια καταιγίδα.
Αβεβαιότητα, επισφάλεια και ανορθολογισμός χαρακτηρίζουν τη μετάβαση στη νέα πραγματικότητα.
Πρόκειται για παράγοντες που οδηγούν σε αυξημένη νευρικότητα.
Οι λόγοι της νευρικότητας πολλοί.
Η τρομοκρατία έχει καταφέρει να απειλεί τον ίδιο τον τρόπο ζωής και σκέψης των Ευρωπαίων, και όχι μόνο.
Οι ασύμμετρες απειλές και ο παραλογισμός των ζηλωτών Ισλαμιστών δημιουργούν την απόλυτη αβεβαιότητα.
Πόσο μάλλον όταν έχουν καταφέρει να αιματοκυλήσουν τις πρωτεύουσες της Ευρώπης.

Στην Τουρκία, η οριακή και αμφιλεγόμενη εκλογική νίκη του Ερντογάν στο δημοψήφισμα πριν δυο-τρεις εβδομάδες, επιβεβαίωσε τον διχασμό της κοινωνίας και προσφέρει πέπλο νομιμότητας στην απολυταρχική στροφή που συντελείται.
Η περαιτέρω ενίσχυση της μεγαλομανίας του Τούρκου ηγέτη, που διέπεται από χαρακτηριστικά μετα-δημαγωγίας, αυταρχισμού και απέχθειας σε κάθε έννοια θεσμικού ελέγχου, όπως και φίμωσης κάθε αντίθετης φωνής.
Η διακαής επιθυμία του να αναβαθμίσει τη γειτονική χώρα από περιφερειακή σε παγκόσμια υπερδύναμη, ενθυμούμενος το παλαιό Οθωμανικό – αυτοκρατορικό της παρελθόν, εγείρει ένα νέο κύκλο αμφισβητήσεων από πλευράς της, πράγμα που οδηγεί σε ένα συνολικότερο αναθεωρητισμό.
Αποτέλεσμα;
Η κλιμάκωση των τουρκικών προκλήσεων, τόσο στα ανατολικά, όσο και στα δυτικά της και η συνεχής αμφισβήτηση του διεθνούς δικαίου.
Κινήσεις δηλαδή που καθιστούν την Τουρκία παράγοντα αστάθειας για την ευρύτερη περιοχή.
...
Επιπροσθέτως, η χρόνια πλέον εστία πολέμου στην Συρία, και οι αυξημένες ροές των προσφύγων, που επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τις γειτονικές χώρες.
-Και ιδίως, μια χώρα όπως η δική μας, που βρίσκεται εν μέσω μιας παρατεταμένης, διαλυτικής οικονομικής κρίσης-
Αλλά και τα νέα δεδομένα που δημιουργούνται, από την de facto στρατιωτική παρουσία των Κούρδων στα μέτωπα της Συρίας και του Ιράκ και την συνεργασία τους με τις ΗΠΑ.
Με ό,τι βέβαια αυτό συνεπάγεται για μελλοντικές αλλαγές του πολιτικού χάρτη στην περιοχή, από την πιθανή εμφάνιση μιας Κουρδικής κρατικής οντότητας – ένας διαρκής εφιάλτης για την Τουρκία.

Επιπλέον, η αναταραχή στα Δυτικά Βαλκάνια ενισχύεται.
Η αμφισβήτηση της κυβέρνησης Ράμα στην Αλβανία εντείνεται, ενώ στην ΠΓΔΜ αναζωπυρώνεται η διαμάχη μεταξύ σλαβόφωνων και αλβανόφωνων.
Μια κρίση που ίσως αποδειχθεί καταλυτική, για την χώρα «δίχως όνομα», στα βόρεια σύνορά μας.
Και βέβαια δεν πρέπει να μας διαφεύγει το διαχρονικό ενδιαφέρον, η παρεμβατικότητα και τα ερείσματα της Τουρκίας, στην ευρύτερη αυτή ζώνη.
Τηρουμένων των αναλογιών, μοιάζει να αναγεννιέται το περίφημο παλαιό «Ανατολικό Ζήτημα» (The Eastern Question), που απασχόλησε γενιές και γενιές διπλωματών κατά τους προηγούμενους αιώνες.
Αναγεννιέται με άλλους πολιτικούς όρους προφανώς, αλλά το ενδιαφέρον πολλών μεγάλων δυνάμεων παραμένει αμείωτο.
Χαρακτηρίζεται επίσης από παρεμφερείς εντάσεις και ρευστότητα, όπως τότε, τον 18ο, τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Όλες οι προαναφερθείσες διεθνείς εξελίξεις, μας αφορούν άμεσα.
Πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν την προσοχή μας, γιατί συμβαίνουν «στην αυλή μας».
Η Ελλάδα, ως παραμεθόριος χώρα της Ε.Ε. και με γνωστά προβλήματα κακής γειτονίας, που λίγες Ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν, καλείται να ανταπεξέλθει σε αυτό το νέο περιβάλλον.
Ένα περιβάλλον, από το οποίο απουσιάζουν πολλές από τις σταθερές, που για χρόνια είχαμε συνηθίσει.
Για αυτό και η δική μας θέση, δεν μπορεί να είναι άλλη από την ψυχρή αποφασιστικότητα, που συνοδεύεται ωστόσο από την απόλυτη σύνεση.
Οι απανωτές προκλήσεις της Τουρκίας, δεν θα πρέπει να μας παγιδεύουν σε ένα παιχνίδι στο δικό της γήπεδο.
Οι ψευτο-παλικαρισμοί, δεν αντιμετώπισαν ποτέ έναν απρόβλεπτο γείτονα.
Έναν παίκτη, που κινείται με όρους διαρκούς αμφισβήτησης των διεθνών κανόνων και του διεθνούς δικαίου, κατά το δοκούν.
Πρέπει να καταλάβουμε πως τα στερεότυπα της περιόδου της εθνικής παλιγγενεσίας - το ηρωικό μας παρελθόν – μικρή χρησιμότητα έχουν στο σήμερα.
Ευτυχώς για εμάς όμως, δεν έχουμε να δημιουργήσουμε όπως τότε, μια εθνική υπόσταση, μια εθνική φωνή, μια εξωτερική πολιτική από το μηδέν.
Μετράμε σχεδόν δύο αιώνες κρατικής υπόστασης στην περιοχή και οφείλουμε να είμαστε σοφότεροι, από τα παλιά μας λάθη.
Πρέπει να γίνει κοινός τόπος, πως η σοβαρότητα και οι απαντήσεις μας στο πλαίσιο του ορθολογισμού και όχι του θυμικού, στις συνεχείς προκλήσεις των γειτόνων, δεν συνιστά εθνική «υποτέλεια».
Δεν έχουμε άλλο δρόμο, από την συνεχή επιδίωξη της ενίσχυσης των διεθνών μας ερεισμάτων.
Για αυτό και πρέπει να αξιοποιήσουμε τη θέση μας στους υπερεθνικούς οργανισμούς, δηλαδή στην Ε.Ε., αλλά και στο ΝΑΤΟ, ενθυμούμενοι πάντοτε, πως η συμμετοχή μας, δεν ενέχει μόνο υποχρεώσεις, αλλά και δικαιώματα.
Και έχουμε να εκμεταλλευτούμε πολλά από την προνομιακή μας σχέση, καταρχάς με την Ε.Ε.
Η ιστορική απόφαση των ευρωπαίων ηγετών τον προηγούμενο Σεπτέμβριο στη Μπρατισλάβα, για την ανάπτυξη της πολιτικής για την Ευρωπαϊκή Άμυνα και Ασφάλεια, οδηγεί στην ενίσχυση της προστασίας των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε., όσο και αν αυτό έχει δρόμο ακόμη μπροστά του.
Η χώρα μας, σε κάθε περίπτωση έχει συμφέρον να συμβάλει με κάθε τρόπο, ώστε το μεγαλεπήβολο εγχείρημα ενός κοινού Ευρωπαϊκού στρατού, να πραγματοποιηθεί.

Αυτοί είναι οι άξονες πάνω στους οποίους πιστεύω πως πρέπει να κινηθούμε.
Αυτός είναι ο ρόλος που καλούμαστε να παίξουμε, ως το νοτιοανατολικό άκρο των κοινών ευρωπαϊκών συνόρων.
Μια γεωπολιτική θέση που μας επιβάλλει τόσο υποχρεώσεις σοβαρού αυτό-ελέγχου, όσο και δυνατότητες και ευκαιρίες διεκδίκησης δικαιωμάτων.
Σήμερα άλλωστε, στα διεθνή fora που συμμετέχω, αντιλαμβάνομαι πως είναι ύψιστης σημασίας η αξιοποίηση αυτού του δυνατού, διαπραγματευτικού μας χαρτιού.
Ιδίως στην επόμενη φάση του ανασχεδιασμού της Ευρώπης.
Όπου όλα δείχνουν ότι οδηγούμαστε σε ενισχυμένες και αναβαθμισμένες συνεργασίες σε συγκεκριμένα πεδία.
Ο κύκλος που έχει να κάνει με την ασφάλεια και την άμυνα της Ε.Ε., περνάει και από εμάς, αν βέβαια μπορέσουμε να διαχειριστούμε την αυξημένη σημασία του ρόλου μας.
Και τέμνεται από εκείνον της Κοινής Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Πολιτικής, τη βαρύτητα του οποίου δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε.

Αλλά και σε ό,τι αφορά τους εντός των συνόρων μας σχεδιασμούς.
Είναι φανερό πως το πολιτικό σύστημα της χώρας πρέπει να αναζητήσει τρόπους συνεννόησης, αφήνοντας κατά μέρους τις προπέτειες, τους αφορισμούς και τους άσκοπους διαξιφισμούς, ιδίως σε ότι αφορά τα θέματα Άμυνας και Εξωτερικής πολιτικής.
Θα θυμίσω για μια ακόμη φορά, πως Το Ποτάμι έχει προτείνει τη δημιουργία ενός Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας και προς τούτο μάλιστα έχει καταθέσει και σχετική πρόταση νόμου, της οποίας η συζήτηση στη Βουλή, δυστυχώς, εκκρεμεί ακόμη.
Γιατί εμείς πιστεύουμε ότι, ιδιαίτερα, σε αυτήν τη συγκυρία της απόλυτης αβεβαιότητας και των διαρκών, διεθνών απροσδιόριστων ανακατατάξεων, το εν λόγω Συμβούλιο είναι ένα εργαλείο, που θα μπορεί να επικουρεί την εκάστοτε Κυβέρνηση στα πολύ δύσκολα και κρίσιμα ζητήματα χάραξης εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

Συνοψίζοντας, αγαπητές φίλες και φίλοι, τονίζω πως η Ελλάδα μόνο οφέλη μπορεί να προσδοκά, επιμένοντας σε μια εξωτερική πολιτική που χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, ψυχραιμία, συνέπεια, και προσήλωση στη διεθνή νομιμότητα.
Αυτό που δεν πρέπει να υποτιμάμε όμως, είναι ο κακός μας εαυτός, τον οποίο συχνά διακρίνουν ο ανορθολογισμός, η ασυνεννοησία και η έλλειψη σοβαρότητας.
Ευχαριστώ.

20170503_125641