4 Φεβρουαρίου, 2018

Στην κοινωνία με ειλικρίνεια

Γιώργος Κακλίκης

Προσφιλές παράδειγμα για την προσέγγιση δύο κρατών είναι για πολλούς η γαλλογερμανική φιλία. Όμως, λίγοι είναι εκείνοι που θυμούνται ένα αντίστοιχο και ιδιαίτερα σημαντικό παράδειγμα στην περιοχή της Νοτιονατολικής Ευρώπης: των σχέσεων Ελλάδας-Βουλγαρίας. Γεμάτη από γεγονότα πυρός και σιδήρου, η ιστορία των δύο χωρών είναι κηλιδωμένη με πολύ αίμα. Χρειάστηκε πολύ θάρρος και μεγάλη αποφασιστικότητα για να γυρίσει η σελίδα ώστε οι δύο χώρες να γίνουν υπόδειγμα συνεργασίας κρατών που, από θανάσιμοι και αιώνιοι εχθροί, αποτελούν σήμερα πραγματικό παράδειγμα φιλίας και συνεργασίας. Όχι μόνο σε διμερές επίπεδο αλλά και σε εκείνο της Βορειοατλαντικής συμμαχίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε την αποφασιστικότητα να συνεννοηθεί με τον Τέοντορ Ζίφκοφ και να ξεκινήσει μαζί του μια πορεία προσέγγισης στην οποία ελάχιστοι πίστευαν ενώ οι περισσότεροι διατύπωναν σοβαρές επιφυλάξεις. Οι πολλοί, στραμμένοι στην ιστορία, έβλεπαν σκοτάδι αλλά οι δύο ηγέτες, στραμμένοι στο μέλλον, έβλεπαν φως. Και τα πράγματα απέδειξαν ότι είχαν δίκιο. Σήμερα, Ελλάδα και Βουλγαρία είναι σύμμαχοι και εταίροι. Πορεύονται μαζί και η συνεργασία τους εμπλουτίζεται και συμβάλλει στην σταθερότητα της περιοχής των Βαλκανίων. Και αυτό, άσχετα αν υπάρχουν κάποια ζητήματα για τα οποία η κάθε πλευρά διατηρεί τις δικές της θέσεις.

Οι σχέσεις Αθήνας – Σκoπίων έχουν και αυτές στην ιστορία τους μελανά σημεία. Πολύ λιγότερα και πολύ πιο μικρά απ’ όσα χαρακτήριζαν τις σχέσεις Ελλήνων και Βουλγάρων εδώ και αιώνες. Σήμερα, όμως, τα πράγματα με τα Σκόπια δείχνουν να παίρνουν μια θετική τροπή και φαίνεται να παρουσιάζεται ένα πραγματικό και όχι θεωρητικό παράθυρο ευκαιρίας. Το θέμα της ονομασίας κι εκείνο των αλυτρωτικών αναφορών σε Σύνταγμα, εκπαιδευτικά εγχειρίδια και άλλα κρατικά κείμενα, φαίνεται πως μπαίνει σοβαρά στο τραπέζι. Την ευκαιρία αυτή οφείλει να αδράξει η ελληνική πλευρά και να αποδείξει, όχι μόνο στον στενό περίγυρό της αλλά και στον διεθνή χώρο, ότι δεν διακατέχεται από φοβίες και ότι μπορεί να συνεχίσει να αποτελεί αποτελεσματικό παράγοντα σταθερότητας και προόδου και στα Βαλκάνια. Και ότι, ως κράτος σοβαρό, σταθερό και κάθε άλλο παρά ανίσχυρο, προσέρχεται σε συνεννόηση για συμφωνία με μια γειτονική του χώρα που ξέρει πάρα πολύ καλά ότι ο πιο αποτελεσματικός, ανυστερόβουλος και ουσιαστικός σύμμαχος και εταίρος της μπορεί να είναι η Ελλάδα. Μια Ελλάδα που τη γνωρίζει καλά, με την οποία συνεργάζεται οικονομικά και εμπορικά και από την οποία έχει να περιμένει τα καλύτερα. Ας θυμηθούμε ένα πρώην πρωθυπουργό της ΠΓΔΜ που διακήρυσσε κυριολεκτικά ότι «η Ελλάδα είναι η ατμομηχανή των Βαλκανίων».

Αν γίνουν λάθος βήματα, αν ακολουθήσουμε ατραπούς που οδηγούν στον αρνητισμό και τη στασιμότητα, το γειτονικό κράτος –που τόσοι και τόσοι επισημαίνουν πόσο αδύναμο αλλά και πόσο χρήσιμο είναι όχι μόνο στην Ελλάδα- κινδυνεύει τουλάχιστον να περάσει σε ανεπιθύμητες σφαίρες επιρροής. Και η ρωσική σφαίρα επιρροής δεν είναι η μόνη που προκαλεί ανησυχία. Φόβους προκαλεί η διακηρυγμένη και καταφανής πολιτική της ασυγκράτητης και εριστικής Τουρκίας να είναι δυναμικά παρούσα στη Βαλκανική. Που εκμεταλλεύεται για τον σκοπό αυτό τη ρευστότητα που υπάρχει στην περιοχή. Πριν εικοσιπέντε χρόνια, η ελληνική επιχειρηματικότητα ήταν εμφανέστατα παρούσα στην ΠΓΔΜ. Αντίθετα, η τουρκική ήταν απούσα. Στην εξαιρετικά σημαντική οικονομική και εμπορική ελληνική δραστηριότητα στον βόρειο γείτονά μας η Άγκυρα είχε να αντιπαρατάξει το μικρεμπόριο. Η προσπάθειά της να ασκήσει επιρροή στα Σκόπια ήταν μεγάλη και πλέον έχει κάνει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Η τουρκική πλευρά πολύ θα ήθελε να παραγκωνίσει την ελληνική και να εξυπηρετήσει απερίσπαστη τα συμφέροντά της –και όχι μόνο τα οικονομικά- σε βάρος της τελευταίας. Ας μην ξεχνάμε ότι, από τότε που αναδύθηκε η διαφορά Αθήνας – Σκοπίων για το θέμα της ονομασίας, η Άγκυρα όχι μόνο έσπευσε να αναγνωρίσει το καινούργιο αυτό κράτος με τη συνταγματική του ονομασία αλλά και να εγγράφει απαρέγκλιτα υποσημείωση στα έγγραφα του ΝΑΤΟ ότι το αναγνωρίζει ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Με σαφή τον στόχο του προσεταιρισμού και της αποκοπής του από τον φυσικό του εταίρο, την Ελλάδα.

Για να φτάσουμε στη λύση, απαραίτητη είναι η εσωτερική νηφαλιότητα. Οι ψηφοθηρικές ή τυχοδιωκτικές φωνές το μόνο που καταφέρνουν είναι να επιτείνουν τη σύγχυση και να οξύνουν τα πνεύματα. Έχουμε, όμως, φθάσει στο σημείο όπου οι υπεύθυνοι πολιτικοί αρχηγοί επιβάλλεται -πολύ γρήγορα, χωρίς υπαίτια βραδύτητα και με πνεύμα συναίνεσης- να έρθουν σε συνεννόηση κρατώντας σε απόσταση εκείνους που τους συμβουλεύουν να κραυγάζουν και να συνθηματολογούν προκειμένου να γοητεύσουν το εκλογικό ακροατήριο.

Και αν αυτή η συνεννόηση υπάρξει, είτε με κατ’ ιδίαν είτε με συλλογικές συναντήσεις, κεκλεισμένων των θυρών και χωρίς μετέπειτα δηλώσεις εντυπωσιασμού, θα χρειαστεί πανστρατιά ενημέρωσης της κοινωνίας. Σοβαρή, διαρκής, πειστική και χωρίς ίχνος προπαγανδιστικού εντυπωσιασμού. Όχι μόνο σε επίπεδο κυβέρνησης και αντιπολίτευσης αλλά και σοβαρών ιστορικών, ακαδημαϊκών και δημοσιογράφων. Και με κανόνα, την απουσία από το σκηνικό των τυχάρπαστων που καραδοκούν να αρπάξουν ευκαιρίες για δημοσιότητα, πολιτική σταδιοδρομία και για τη διατήρησή τους στο πολιτικό προσκήνιο.

Περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη φορά οι ίδιοι οι πολιτικοί αρχηγοί, μαζί με τους υπεύθυνους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, πρέπει να μιλήσουν ανοιχτά, χωρίς περιστροφές και με ειλικρίνεια στην ελληνική κοινωνία αλλά και στη δυναμική ελληνική ομογένεια, που δεν πρέπει να ξεχνάμε, προτάσσοντας όλα εκείνα τα επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ των μακροπρόθεσμων και πραγματικών συμφερόντων της Ελλάδας. Ο χρόνος τρέχει και, αν αδρανήσουμε, κανείς δεν ξέρει αν το αύριο θα είναι καλύτερο ή χειρότερο.-

* Ο Γιώργος Κακλίκης είναι ειδικός σύμβουλος του επικεφαλής σε θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και μέλος της Επιτροπής Διαλόγου

Πηγή: Το Βήμα