16 Νοέμβριος, 2017

Συμμετοχή ή κινητοποίηση;

Γιάννης Κωνσταντινίδης

Η εξύμνηση της εκλογικής συμμετοχής είναι ένα από τα κλασικότερα δημοσιογραφικά και ακαδημαϊκά κλισέ, ίσως δυνατότερο και από τη στηλίτευση της αποχής από τα κοινά, η οποία κάποιες φορές δικαιολογείται υπό συνθήκες απαξίωσης του πολιτικού προσωπικού εν συνόλω.

Η σχετική επιχειρηματολογία συνδέει τη συμμετοχή αφενός με το δημοκρατικό καθήκον, αφετέρου με τη δυνατότητα επίδρασης των αποφάσεων των ελίτ από τη βάση.

Σε αυτήν την επιχειρηματολογία βασίζεται και η κυρίαρχη -αισιόδοξη- ανάλυση των εκλογών για τον νέο φορέα του Κέντρου που έλαβαν χώρα την προηγούμενη Κυριακή. Η ένταση της συμμετοχικής διάθεσης που μαρτυρά ο αριθμός των ψηφισάντων υποδηλώνει, σύμφωνα με την κυρίαρχη ανάλυση, το γνήσιο ενδιαφέρον για την πορεία ενός εγχειρήματος συμπόρευσης διαφορετικών πτυχών του κεντρώου χώρου και περίπου προεξοφλεί την αναγέννηση της καταχρηστικά αναφερόμενης ως «δημοκρατικής παράταξης».

Πράγματι στις κάλπες προσήλθε ένα μεγάλο ποσοστό -το 37%- των ψηφοφόρων της ΔΗΣΥ και του Ποταμιού του Σεπτεμβρίου 2015, δηλαδή των δύο κομμάτων που από κοινού προχώρησαν στην απόφαση για τη διεξαγωγή των εκλογών αυτών.

Συγκρινόμενο με το αντίστοιχο ποσοστό -το 26%- ψηφοφόρων της Ν.Δ. που προσήλθαν στις κάλπες για την εκλογή νέου αρχηγού τον Ιανουάριο του 2015, η συμμετοχή στις κάλπες της Κυριακής μαρτυρά ότι το μέλλον του κεντρώου χώρου συγκεντρώνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον μέσο εκλογέα.

Ομως πρόκειται όντως για την αυθόρμητη συμμετοχή στη βάση του γνήσιου ενδιαφέροντος για τον χώρο αυτό ή απλώς για μια συστηματική και πετυχημένη κινητοποίηση εκλογέων από (συγκεκριμένους) υποψηφίους;

Στη δεύτερη περίπτωση η δυναμική της συμπόρευσης εμφανώς περιορίζεται, καθώς η προεκλογική «μάχη της κινητοποίησης» για λογαριασμό καθενός υποψηφίου δημιουργεί, μετεκλογικά, τείχη ανάμεσα σε νικητή και ηττημένους.

Και υπάρχουν στοιχεία που τεκμηριώνουν τη δεύτερη περίπτωση. Το πρώτο από αυτά είναι η σημαντική διαφορά στα αποτελέσματα των εκλογικών τμημάτων της επαρχίας από αυτά της Αττικής και της Θεσσαλονίκης.

Τα ποσοστά που συγκέντρωσαν η Φώφη Γεννηματά και ο Νίκος Ανδρουλάκης στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη είναι δέκα μονάδες χαμηλότερα σε σχέση με αυτά που συγκέντρωσαν στην περιφέρεια, ενώ αντιστοίχως τα ποσοστά του Γιώργου Καμίνη και του Σταύρου Θεοδωράκη είναι πάνω από δέκα μονάδες υψηλότερα σε Αττική και Θεσσαλονίκη σε σύγκριση με τα ποσοστά τους στην υπόλοιπη χώρα.

Σε ορισμένες μάλιστα περιοχές των δύο πολεοδομικών συγκροτημάτων, όπως στο 1ο Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αθηναίων, στα βόρεια και στα ανατολικά προάστια της Αττικής, σε ορισμένους δήμους της παραλιακής ζώνης της Αττικής, στην Πυλαία και στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, το άθροισμα των ψήφων των κ. Καμίνη και Θεοδωράκη ήταν σαφώς πλειοψηφικό.

Μοιάζει βάσιμο να θεωρήσουμε ότι το πιο ανοιχτό στην αξιολόγηση των προτάσεων και το «πιο ανώνυμο» κοινό των δύο μεγάλων πόλεων διασπάστηκε μεταξύ των τεσσάρων κύριων επιλογών με αποτέλεσμα οι διαφορές στα ποσοστά που συγκέντρωσαν οι υποψήφιοι να είναι πολύ μικρότερες.

Αντιθέτως, το κλειστό και κατά κανόνα λιγότερο εκτεθειμένο στην επικοινωνιακή στρατηγική που επέλεξαν οι κ. Καμίνης και Θεοδωράκης κοινό της περιφέρειας μάλλον αγνόησε τους δύο υποψηφίους με αποτέλεσμα το άθροισμα των ποσοστών τους να βρίσκεται κάτω του 10% σε πολλούς επαρχιακούς δήμους.

Η περιφέρεια προσήλθε στην κάλπη του νέου φορέα, αλλά σε ποιο βαθμό η προσέλευση ήταν το αποτέλεσμα της έντονα συμμετοχικής διάθεσης και όχι το προϊόν κινητοποίησης των πολιτών από τα τοπικά δίκτυα των προερχομένων από το πλέον οργανωμένο κόμμα του χώρου;

Το δεύτερο στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι η προσέλευση στην κάλπη της Κυριακής δεν ήταν αυθόρμητη εντοπίζεται στα αποτελέσματα συγκεκριμένων εκλογικών τμημάτων.

Σε πολλά εκλογικά τμήματα καταγράφηκαν σταλινικού τύπου ποσοστά για έναν υποψήφιο και μηδενικός αριθμός ψήφων για άλλους (όπως για παράδειγμα σε τμήματα των Δήμων Φαιστού και Αγίου Νικολάου Κρήτης, Φαρκαδόνας Τρικάλων, αλλά και στον Βοτανικό), ένδειξη ότι τα συγκεκριμένα εκλογικά τμήματα ορίστηκαν εξ αρχής σε λειτουργία με στόχο την προσέλευση ψηφοφόρων συγκεκριμένου υποψηφίου.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η περίπτωση καλπών που ήταν τοποθετημένες στα ίδια γεωγραφικά σημεία και παρ' όλα αυτά έδωσαν πολύ διαφορετικά αποτελέσματα, ένδειξη ότι οι υποστηρικτές κάποιου υποψήφιου κατευθύνθηκαν καθολικά σε συγκεκριμένη κάλπη του ίδιου χώρου.

Τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι δύο κάλπες στις Μοίρες Ηρακλείου σε κάθε μία από τις οποίες βρέθηκαν μόνο ψήφοι για την κ. Γεννηματά, στη μία, και μόνο για τον κ. Ανδρουλάκη, στην άλλη.

Κάτι παρόμοιο συνέβη και στις δύο κάλπες της περιοχής Ελληνορώσων της Αθήνας: στη μία δεν βρέθηκε κανένα ψηφοδέλτιο για την κ. Γεννηματά ή τον κ. Ανδρουλάκη, ενώ στην άλλη κάλπη δεν βρέθηκε κανένα ψηφοδέλτιο για τον κ. Καμίνη.

Οι ψήφοι του Σταύρου Θεοδωράκη φαίνεται να κατανεμήθηκαν στις δύο κάλπες χωρίς να ακολουθείται κάποιο μοτίβο.

Η μεγάλη προσέλευση μοιάζει λοιπόν να ήταν αποτέλεσμα συστηματικής κινητοποίησης και όχι αυθόρμητης συμμετοχικής διάθεσης. Αυτό δεν εξηγεί υποχρεωτικά την ήττα του δημάρχου Αθηναίων και του επικεφαλής του Ποταμιού, καθώς δεν είναι εφικτό να διαχωριστεί η επίδραση της εμφανούς οργανωτικής αδυναμίας των δύο αυτών υποψηφίων από την (πιθανώς περιορισμένη) απήχηση των περισσότερο μεταρρυθμιστικών ή κοινωνικά προοδευτικών θέσεών τους.

Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι κ. Καμίνης και Θεοδωράκης θα είχαν -προτάσσοντας την ίδια ατζέντα- καλύτερη τύχη στην περιφέρεια, αν ήταν οργανωτικά ισχυρότεροι.

Μπορούμε ωστόσο με σχετική βεβαιότητα να ισχυριστούμε ότι η μεγάλη προσέλευση δεν είναι συνώνυμη της διάθεσης ουσιαστικής συμμετοχής σε ένα νέο, ενιαίο και ποιοτικά διαφορετικό πολιτικό εγχείρημα.

* Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου «Π στο Τετράγωνο - Πρόοδος στην Πράξη»

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών