5 Σεπτέμβριος, 2019

Ρωσία, το γαλλικό φιλί

Σώτη Τριανταφύλλου

H διεθνής διπλωματία, η διάσκεψη των G7, o Εμανουέλ Μακρόν, ο Βλαντίμιρ Πούτιν και το όραμα της ειρήνης

Η διεθνής διπλωματία του Εμανουέλ Μακρόν μού φαίνεται εξαίρεση στην Εποχή των Αχρείων. Λίγες μέρες πριν από τη διάσκεψη των G7 (που θα έπρεπε, αν είχαμε κουκούτσι μυαλό, να είναι G8) συναντήθηκε με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και αναγνώρισε, μόνος εν μέσω του συρφετού των πολιτικών καθαρμάτων, τα χονδροειδή λάθη της Ευρώπης έναντι της Ρωσίας. Πιστεύω ότι, εν μέρει, ήδη από το 1990, οι Ευρωπαίοι παρασύρθηκαν από τις ΗΠΑ, την πολιτική των οποίων έναντι της Ρωσίας σχολιάζω παρακάτω. Δεν ήταν η πρώτη φορά που o Μακρόν μίλησε για το ευρωπαϊκό παρελθόν και την ευρωπαϊκή προοπτική της Ρωσίας· εξέφρασε αυτά που εκφράζει πάντοτε: τη λογική, την ιστορική γνώση και το όραμα της ειρήνης. Αλλά ίσως είναι αργά· από το 1990, οι ΗΠΑ, όταν κατάλαβαν ότι η κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος συνοδευόταν από ρωσικό εθνικισμό (και επιμέρους εθνικιστικά αισθήματα) –άρα ότι η αποίκιση και «το τέλος της Ιστορίας» ήταν ανέφικτα– στράφηκαν εναντίον της Ρωσίας συνεχίζοντας τον Ψυχρό Πόλεμο με άλλες λέξεις και όρους. Ή με τις ίδιες λέξεις και τους ίδιους όρους.

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι ένα συνονθύλευμα από ιδεοληψίες, θεσμούς («κατεστημένο»), γραφειοκρατία και επιχειρηματικά συμφέροντα που ταυτίζονται αορίστως με τα «εθνικά». Αξιολογώντας αυτή την πολιτική έναντι της Ρωσίας, συμπεραίνουμε ότι όχι μόνο κατάφερε να διατηρήσει τον υπάρχοντα εχθρό (που ήταν η ΕΣΣΔ) αλλά να φτιάξει δυο-τρεις ακόμα δημιουργώντας το ωραίο μέτωπο των προαναφερθέντων καθαρμάτων – στα οποία προσετέθη από το 2016 ο ίδιος ο Αμερικανικός πρόεδρος, ως επικεφαλής των Αχρείων. Πράγματι, το βάρος της Ιστορίας –τριάντα χρόνια ανταγωνισμού και σαράντα Ψυχρού Πολέμου– είναι βάρος. Η εχθρότητα προς τον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής και ζωής είχε φυσικά μεταφερθεί στους «Ρώσους»· και αντιστρόφως, η εχθρότητα (και ο υποκείμενος φθόνος) προς τον καπιταλισμό σήμαινε εχθρότητα προς τους «Αμερικανούς», προς ολόκληρη τη Δύση. Αλλά ο σοσιαλισμός έπαψε να υπάρχει ως σύστημα· κι αντί οι ΗΠΑ να προσεγγίσουν τη Ρωσία ως αναδυόμενο καπιταλιστικό κράτος (με τις ιδιομορφίες του), έκαναν αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα: να ταπεινώνουν τους άλλους, να τους συμπεριφέρονται με πατερναλισμό και συγκατάβαση. Πότε πέτυχε ο πατερναλισμός και η συγκατάβαση δεν ξέρω: ξέρω μονάχα τις καταστροφές που έχει προκαλέσει σε ολόκληρο το πλέγμα των διεθνών σχέσεων.

Ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος προσπάθησε να εφαρμόσει πολιτική «ρεαλιστικού διεθνισμού»: αναγνώριζε το μέγεθος της Ρωσίας· αντί να εστιάζει στα ανθρώπινα δικαιώματα, στον εκδημοκρατισμό ή ακόμα στα διμερή οικονομικά συμφέροντα, προσανατολίστηκε στον περιορισμό των πυρηνικών όπλων, στην κοινή αναχαίτιση κακοποιών κρατών και στην υπογράμμιση των κοινών αξιών. Η υψηλή πολιτική συνεπάγεται μια συμβατική σχέση αμοιβαίων υποχωρήσεων και εκλεκτικής εθελοτυφλίας. Αλλά, στη συνέχεια, ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος δεν συνελάμβανε το νόημα του ρεαλιστικού διεθνισμού και της υψηλής πολιτικής, όπως δεν συνελάμβανε τίποτ’ άλλο. Και εφάρμοσε τη γνωστή στενοκέφαλη νεο-συντηρητική πολιτική που αποξένωσε δυνάμει φίλους και συμμάχους. Στην Ευρώπη, μιας και οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν διαθέτουν τόση προσωπική δύναμη, υποτιμάμε συχνά τον ρόλο των Αμερικανών προέδρων – όμως, οι Αμερικανοί πρόεδροι καθορίζουν την πολιτική· το περιβάλλον των συμβούλων και των ειδημόνων παίζει ρόλο μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν δηλαδή συντίθεται από ανθρώπους όπως ο Κίσιντζερ ή ο Μπρεζίνσκι (που είχαν το ταλέντο να πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες.) Η ουσία της αμερικανικής πολιτικής, εκτός από την επιμονή στην παγκόσμια ηγεμονία, δεν λαμβάνει υπόψη την ευρωπαϊκότητα της Ρωσίας: αδιαφορεί για το κοινό παρελθόν (τον ρωσικό Διαφωτισμό, τον χριστιανισμό) και για το κοινό φαντασιακό που περιλαμβάνει όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο από τη Λισαβόνα μέχρι τη Μόσχα – για να μην πω μέχρι το Βλαδιβοστόκ.

Η αμερικανική πλευρά αποδίδει τη στροφή της πολιτικής εναντίον της Ρωσίας στο ότι η Ρωσία ενεπλάκη σε πόλεμο με τη Γεωργία. Αλλά έκανε η κότα το αυγό ή το αυγό την κότα; Τη σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας πυροδότησε η προσπάθεια του Μπους να πείσει τα μέλη του ΝΑΤΟ να μελετήσουν την είσοδο της Γεωργίας στη Συμμαχία. Δεν ήταν η πρώτη αγαρμποσύνη: το 2002 οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν μονομερώς από τη Συνθήκη Αντιβαλλιστικών Πυραύλων· το 2003 εισέβαλαν στο Ιράκ χωρίς σαφή έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ· και, ανεξάρτητα από το αν ήταν δίκαιο ή όχι, οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν στις αποσχιστικές εξεγέρσεις της Γεωργίας, της Ουκρανίας και της Κιργιζίας, ενώ το ΝΑΤΟ έφτασε στα σύνορα της Ρωσίας χωρίς να προσκαλεί την ίδια τη Ρωσία. Συνέβησαν κι άλλα ήσσονα γεγονότα (ή μη γεγονότα, όπως η βραδύτητα των διαπραγματεύσεων για την είσοδο της Ρωσίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου), ενώ η Κοντολίζα Ράις, υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Μπους Τζούνιορ, εκτός του ότι αντιμετώπιζε τον Λαβρόφ ως υποδεέστερο (ο Λαβρόφ λίγο έλειψε να τη χαστουκίσει), είχε τη φαεινή ιδέα να εγκαταστήσει πυραύλους στην Τσεχία και στην Πολωνία. Η Ρωσία τα πήρε στο κρανίο· και παρ’ όλ’ αυτά, συνεργάστηκε στο Αφγανιστάν (για να είμαι ακριβέστερη, συνεργάστηκε για να καθαρίσει την κόπρο που είχαν δημιουργήσει οι ΗΠΑ από το 1979 υποστηρίζοντας τους Μουτζαχεντίν· άλλο κεφάλαιο αυτό...) καθώς και στη συλλογή πληροφοριών για την τρομοκρατία και σε μια σειρά κυρώσεις προς το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα.

Το καθεστώς του Πούτιν είναι αυτό που είναι, πλην όμως δεν είναι χειρότερο από πολλών συμμάχων των ΗΠΑ. Κι από πότε οι ΗΠΑ έχουν σκασίλα για τα ανθρώπινα δικαιώματα; Απλώς, η απουσία δημοκρατίας στη Ρωσία τούς δίνει την ευκαιρία να ανανεώσουν το συμβόλαιο του Ψυχρού Πολέμου. Ο Ομπάμα θέλησε να επιστρέψει στον ρεαλιστικό διεθνισμό κάνοντας επανεκκίνηση στις διμερείς σχέσεις: ο Τζο Μπάιντεν επισκέφτηκε τη Μόσχα τον Ιούλιο του 2009 (η αποτίμηση αυτής της επίσκεψης θα μπορούσε να καλύψει πολλές σελίδες: συνοπτικά μιλώντας, ο Μπάιντεν τα θαλάσσωσε), έπεσαν οι τόνοι για τα περί ρωσικής απολυταρχίας και δημιουργήθηκε ρωσικός αεροδιάδρομος για τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν. Αλλά η προσπάθεια δεν πέτυχε. (Κι ο αεροδιάδρομος δεν λειτούργησε ποτέ).

Οι Ρώσοι δεν έχουν συνέλθει από τον οδοστρωτήρα του κομμουνισμού και θα χρειαστούν πολύ χρόνο για να αποκτήσουν δημοκρατικές παραδόσεις και ευαισθησίες. Όσο για την εικόνα τους σχετικά με τη Δύση προκύπτει από την πιο λυσσώδη και πιο εκτεταμένη προπαγάνδα που γνώρισε ποτέ ο κόσμος: απορούν ακόμα πώς στις δυτικές χώρες «επιτρέπεται» να παίζονται έργα του Μπρεχτ και αναρωτιούνται ποια είναι η τύχη των «αντιφρονούντων»· αν τους ρίχνουμε σε κελιά και πετάμε το κλειδί. Μας βλέπουν πεισματικά με τα δικά τους μάτια· με ένα μείγμα προκαταλήψεων και επαρχιακής άγνοιας. Αλλά πώς μπορεί να τους αδικήσει κανείς; Στην εικοστή επέτειο της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου, οι δυτικές χώρες, ιδιαίτερα οι ΗΠΑ, έδειξαν σαν να πιστώνονται τη νίκη της δημοκρατίας έναντι του ολοκληρωτισμού. Όμως, δεν είναι έτσι: δεν γκρέμισαν οι ΗΠΑ τον κομμουνισμό· ο κομμουνισμός σάπισε μοναχός του. Κι αυτό που έπρεπε να γίνει –το καλωσόρισμα της Ρωσίας στον δημοκρατικό κόσμο– δεν έγινε. Έκτοτε, η Ρωσία κατασκευάζει σιγά-σιγά ένα δικό της μπλοκ στο οποίο περιλαμβάνει την Τουρκία και, υπό όρους, το Ιράν, δηλαδή έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς των ΗΠΑ, ενώ ταυτοχρόνως συνδέεται εμπορικά με την Κίνα και τη Βραζιλία· με ηγεσίες αμφιβόλου δημοκρατικού ήθους.

Ο Εμανουέλ Μακρόν υπενθυμίζει κάτι που οι Αμερικανοί δεν ξέρουν και που εμείς στην Ευρώπη έχουμε ξεχάσει: ότι η Ρωσία είναι μέρος της Ευρώπης, γεωγραφικά και πολιτιστικά· ότι στην εποχή που στη Ρωσία έγραφαν μεγάλη λογοτεχνία, μερικοί-μερικοί εδώ στη Δύση τρώγαμε βελανίδια. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο πρόβλημα πολιτισμού, ειρήνης και σταθερότητας: εμπλέκονται ενεργειακά συμφέροντα, περιβαλλοντικές ανησυχίες, καθώς και ο παιδαριώδης αλλά αληθινός ανταγωνισμός του μεγέθους και της επίδοσης που μεταφέρεται από το στοιχειώδες επίπεδο του σεξ σ’ εκείνο των διεθνών σχέσεων. Σ’ αυτό το στοιχειώδες επίπεδο η παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ στο διπλωματικό σκηνικό είναι ολέθρια και εξωθεί τους αντιπάλους του, το κατεστημένο των liberals, σε μια αλλοπρόσαλλη αντι-ρωσική εκστρατεία με όλα τα συστατικά του Ψυχρού Πολέμου: κατασκόπους, παρακολουθήσεις, παρανοειδείς έμμονες ιδέες.

Η καλοήθης διπλωματία περιλαμβάνει, νομίζω, εκτός από το διπλωματικό ξεπάγωμα, μια λιγότερο αυταρχική στάση του Συμβουλίου της Ευρώπης (που κάνει μαθήματα σε όλους), αναγνώριση του ευρωπαϊκού χαρακτήρα της Ρωσίας, λύση των παρεξηγήσεων που έχουν συσσωρευτεί. Ο Μακρόν έκανε σωστά με το να υποδεχθεί τον Πούτιν στο Μπρεγκανσόν, στη Μεσόγειο, μια περιοχή που έχει απασχολήσει τη ρωσική κουλτούρα από τον Τουργκένιεφ μέχρι τον Στραβίνσκι· έκανε καλά να τον υποδεχτεί το 2017 στις Βερσαλίες και θα κάνει καλά να παραστεί στις 9 Μαΐου στην τελετή για το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Μόσχα. Δεν θέλουμε να δωσουμε στον Πούτιν γαλλικό φιλί· αλλά, αν θυμηθούμε ότι, πριν από λίγα λίγα χρόνια, η Ευρώπη ήθελε να κατευνάσει την Τουρκία, που δεν έχει καμιά σχέση με την Ευρώπη, προσκαλώντας τη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εχθρότητα έναντι της Ρωσίας φαίνεται εντελώς ασυνάρτητη.  

ΠΗΓΗ: Athens Voice