31 Μαρτίου, 2019

Πραγματικός κίνδυνος για την δημοκρατία

Κατερίνα Μπακογιάννη

«Στέλνουμε στην Ευρώπη 350 εκατομμύρια λίρες κάθε εβδομάδα – ας τα δώσουμε στο δικό μας Εθνικό Σύστημα Υγείας», ήταν το κεντρικό μήνυμα υπέρ του Brexit. Ζωγραφισμένο στο πλάι ενός λεωφορείου κατά την διάρκεια της εκστρατείας για το δημοψήφισμα, ήταν το μήνυμα που έπεισε τους περισσότερους ψηφοφόρους υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και ήταν λάθος. Ήταν «fake news».

«Ποιος είπε στους Βρετανούς την αλήθεια για το μέλλον τους μετά το Brexit;» αναρωτήθηκε πρόσφατα ο Εμανουέλ Μακρόν ανακοινώνοντας, στις αρχές Μαρτίου, την πλατφόρμα του για μία Ευρωπαϊκή Αναγέννηση. «Ποιος τους μίλησε για το ότι δεν θα έχουν πλέον πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά; Ποιος ανέφερε τους κινδύνους για την ειρήνη στην Ιρλανδία με την επιστροφή των συνόρων του παρελθόντος;»
Αυτό είναι το θέμα με τα «fake news» και την πολιτική. Όσοι τα χρησιμοποιούν εκμεταλλεύονται την άγνοια των πολιτών – συχνά και την οργή τους – για να διαμορφώσουν πολιτικό κλίμα.

Τα fake news δεν είναι ανώδυνα. Ούτε αστεία. Είναι σκόπιμη παραπληροφόρηση με στόχο να επηρεαστεί η γνώμη των ψηφοφόρων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η οπαδική φύση των «fake news» στις τελευταίες εκλογές οδήγησε στη μεγαλύτερη πόλωση στην πρόσφατη ιστορία τους. O πρόεδρος Τραμπ έχει πει ψέματα για τα πάντα. Από την οικονομία μέχρι πόσα χάμπουργκερ σερβίρει ο Λευκός Οίκος την 4η Ιουλίου. Επαναλαμβάνει συνέχεια λάθος στοιχεία στις ομιλίες του. Για την παράνομη μετανάστευση (μιλά για πρωτοφανή απειλή στα νότια σύνορα με το Μεξικό, ενώ η μετανάστευση κινείται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα). Για τη μείωση της φορολογίας επί των ημερών του (δεν ισχύει). Για τις φονικές φωτιές στην Καλιφόρνια για τις οποίες (κατά τον ίδιον) φταίει μόνο το σύστημα δασοπροστασίας.

Τα «fake news» είναι πραγματικός κίνδυνος για την δημοκρατία. Όχι μόνο διότι εξαπλώνουν την παραπληροφόρηση. Αλλά, κυρίως, διότι υποσκάπτουν την εμπιστοσύνη των πολιτών και εντείνουν τη σύγχυση. Τα «fake news» υπονομεύουν ευθέως την αξία της αλήθειας στην πολιτική και υποβαθμίζουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

Για να έρθουμε στα δικά μας, πότε έγινε προσπάθεια για αναζήτηση της αλήθειας στα μεγάλα θέματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα; Τη συζήτηση για τις μεταρρυθμίσεις αντικατέστησαν δηλώσεις τύπου «θα σκίσω τα μνημόνια» και «εμείς θα βαράμε τα νταούλια και οι αγορές θα χορεύουν». O διάλογος γύρω από τη Συμφωνία των Πρεσπών περιορίστηκε σε διαμάχη ανάμεσα στους προδότες και τους εθνικιστές. (Μόνο το Ποτάμι οργάνωσε τον Ιανουάριο εκδήλωση στο Ζάππειο για το Μακεδονικό και τη «συζήτηση που δεν έγινε».)

Το πρόβλημα γίνεται ακόμα μεγαλύτερο καθώς 6 στους 10 νέους χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα ως κύρια πηγή για την ενημέρωση τους. Αλλά και μεγαλύτεροι προστρέχουν όλο και περισσότερο σε αυτά από ότι στον παραδοσιακό τύπο. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δύο στους πέντε Ευρωπαίους επισκέπτονται τα κοινωνικά δίκτυα κάθε μέρα.

Η επιλογή για το ποιος πρέπει να αποφασίζει για το τι συνιστά ελευθερία του τύπου, παραπληροφόρηση ή ρητορική μίσους δεν είναι εύκολη. Ποιος θέλουμε να έχει τον έλεγχο να διαχωρίζει τι συνιστά «fake news»; Οι δημοκρατικά εκλεγμένοι αξιωματούχοι – πολλοί από τους οποίους δεν κατανοούν την πολυπλοκότητα του Διαδικτύου – ή ιδιωτικές εταιρείες με μετόχους αντί για ψηφοφόρους; Εάν εγκαλούμε το Facebook που μάζευε online data, θα το αφήσουμε να αστυνομεύει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να δημοσιεύεται;

Σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντήσει η ενωμένη Ευρώπη μετά τις εκλογές της 26ης Μαΐου. Διότι καμία χώρα δεν μπορεί να αντισταθεί μόνη της απέναντι στους γίγαντες της πληροφορικής. Χρειάζονται ενιαίοι ευρωπαϊκοί κανόνες, εάν θέλουμε να απαλλάξουμε το Ίντερνετ από κάθε ρητορική μίσους και βίας και παραπληροφόρησης. Με σεβασμό στις αρχές της Ευρώπης που προέκυψε μέσα από τη συμφιλίωση μιας ρημαγμένης Ηπείρου. Με έμφαση στη λέξη συμφιλίωση.

*Η Κατερίνα Μπακογιάννη, είναι η εκπρόσωπος Τύπου στο Ποτάμι

Πηγή: Νέα Σελίδα

Σχετικά