15 Δεκεμβρίου, 2016

Πώς θα ήταν ένας προοδευτικός προϋπολογισμός;

Αντιγόνη Λυμπεράκη

Πολλοί νομίζουν ότι ο προϋπολογισμός είναι ένα ειδικό τεχνικό θέμα για μυημένους και αφορά πολλαπλασιαστές και άλλα ομιχλώδη ζητήματα.

Πολλοί νομίζουν ότι ο Προϋπολογισμός είναι ένα ειδικό τεχνικό θέμα για μυημένους και αφορά ελαστικότητες, πολλαπλασιαστές και άλλα ομιχλώδη ζητήματα. Όμως στην πραγματικότητα ο Προϋπολογισμός είναι ένα εργαλείο για να αλλάξει (προς το καλύτερο) η ζωή των ανθρώπων. Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι μεγάλες πολιτικές μάχες –εκείνες που οδήγησαν τελικά σε σημαντικές αλλαγές στη ζωή των πολιτών– έγιναν στο πλαίσιο συζητήσεων γύρω από κάποιο προϋπολογισμό. Τούτο συμβαίνει επειδή η σύνταξη του Προϋπολογισμού ισοδυναμεί με τη στιγμή της αλήθειας. Είναι εκείνη δηλαδή η στιγμή που μετριέται η ειλικρίνεια των μεγάλων λόγων και των φλύαρων διακηρύξεων που παρεπιδημούν στα πολυάριθμα νομοσχέδια. Είναι η στιγμή που πρέπει να ταιριάξεις τα λόγια με τα διαθέσιμα χρήματα. Η στιγμή που αποκαλύπτεις τις αληθινές προτεραιότητες και τις πραγματικές ιεραρχήσεις. Γι’ αυτό πρόκειται για πεδίο μάχης.

Η στιγμή γεννάει διάφορα ερωτήματα: Βελτιώνει αυτός ο π/υ τη ζωή των ανθρώπων; Τι χάνουμε επειδή αυτός ο π/υ κατατίθεται από 2 κόμματα λαϊκιστικής συγκόλλησης; Τι θα έκανε ένα κόμμα πραγματικά προοδευτικό, που ήξερε τι ήθελε και το πώς να το πετύχει;

Όταν οι καιροί είναι δύσκολοι, υπάρχει ένας λόγος παραπάνω ένα προοδευτικό κόμμα να πασχίζει να τους κάνει λιγότερο δύσκολους. Η οικονομική στενότητα είναι ένας λόγος για να προσπαθούν οι πολιτικοί περισσότερο και όχι λιγότερο... Διότι τη στενότητα την καταλαβαίνει πάνω απ’ όλα ο πολίτης. Θα έπρεπε και θα μπορούσε ο προϋπολογισμός που συζητάει αυτές τις μέρες η Βουλή να προσπαθήσει να καλύψει πραγματικές, χειροπιαστές, μετρήσιμες ανάγκες – να βοηθήσει όσο το δυνατόν περισσότερο όσους τραβούν το μεγαλύτερο ζόρι. Και θα είμαι απολύτως σαφής: αυτές που τραβάνε το μεγαλύτερο ζόρι στην κρίση που περνάμε είναι οι γυναίκες.

Γιατί;

Μα, επειδή πρέπει να μηχανευτούν τρόπους ώστε να ισορροπήσει ο «άλλος, αθέατος», δηλαδή ο οικογενειακός προϋπολογισμός. Γιατί αυτές είναι που βγαίνουν να βρουν δουλειά όταν τα παιδιά τους ή άλλοι δυσκολεύονται. Αυτές πρέπει να βοηθούν τους ηλικιωμένους στην οικογένεια, αλλά και τα μικρά παιδιά. Αυτές πρέπει να κάνουν όλα αυτά που «κρατάνε το σπίτι τους» έτσι ώστε η οικογένεια να παραμένει στη θέση της. Ένας προϋπολογισμός προόδου πρέπει να τις βοηθάει και να τις στηρίζει. Όμως οι γυναίκες είναι σαν να μην υπάρχουν.

Όλοι οι προϋπολογισμοί (και συνήθως και οι πολιτικοί) μιλάνε σαν οι φορολογούμενοι (όπως και οι πολίτες) να ήταν μόνο άνδρες. Οι υπηρεσίες που έχουν ανάγκη οι γυναίκες δεν εμφανίζονται στον π/υ. Αυτό είναι ένα σύμπτωμα συντηρητικής αντίληψης. Αντίθετα, σε άλλες χώρες της ΕΕ όταν σφίγγουν τα πράγματα, προσπαθούν να υποστηρίξουν τις γυναίκες και τις οικογένειες. Αυτή η προοδευτική προσέγγιση είναι που λάμπει διά της απουσίας της στο δικό μας προϋπολογισμό.

Πάρτε για παράδειγμα την παιδεία, όπου το κράτος ξοδεύει περίπου όσο αλλού. Όμως δεν υπάρχουν ολοήμερα σχολεία (ώστε να μπορούν να δουλέψουν οι μαμάδες). Επιπλέον, υστερούμε και στην ποιότητα, αφού τα λεφτά πηγαίνουν σε κομματικές προσλήψεις και σε άχρηστους αργόσχολους. Έτσι στερούν από τα παιδιά τις δυνατότητες να γίνουν ανταγωνιστικοί εργαζόμενοι όταν τελειώσουν το σχολείο. Τα τελευταία αποτελέσματα της PISA δείχνουν ότι δεν μπορούν να κατανοήσουν ένα κείμενο, και υστερούν τόσο στις θετικές επιστήμες όσο και στα μαθηματικά –στην ικανότητα να κάνουν στοιχειώδεις πράξεις αριθμητικής.

Πάρτε για παράδειγμα τη βοήθεια που πρέπει να υπάρχει σε όσους χρειάζονται φροντίδα – τους ηλικιωμένους, τα παιδιά, δηλαδή αυτό που λέγεται μακροχρόνια φροντίδα. Η ανάγκη να προσφέρουν αυτή τη φροντίδα είναι ο λόγος που κρατά πολλές γυναίκες στο σπίτι και στερεί επιλογές και ποιότητα ζωής τόσο σε αυτούς που χρειάζονται τη φροντίδα, όσο και σε αυτές που την προσφέρουν. Η μακροχρόνια φροντίδα στην Ελλάδα είναι πρακτικά ανύπαρκτη. Το περίφημο πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι» αποτελεί μια σταγόνα στον ωκεανό αναγκών. Το κράτος απλώς αδιαφορεί: δεν κάνει τίποτα για να υπάρχει πιστοποίηση όσων θα μπορούσαν να προσφέρουν τέτοιες υπηρεσίες – δηλαδή το κράτος εμποδίζει να γίνει ό,τι δεν είναι σε θέση να κάνει μόνο του. Σκεφτείτε ότι ολόκληρο το πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι» κοστίζει 60 εκατομμύρια το χρόνο, κάτι λιγότερο από 0.03% του ΑΕΠ, όταν άλλες χώρες δίνουν 2% για τον ίδιο σκοπό. Είναι δηλαδή πρακτικά ανύπαρκτο. Και μάλιστα σε μια χώρα που, μετά τη Γερμανία, είναι αυτή που γερνάει με τους ταχύτερους ρυθμούς. Αυτό μεταφράζεται σε ηλικιωμένους που είναι αβοήθητοι και τις κόρες τους σε καθημερινό άγχος τι θα κάνουν για τους γονείς τους. Όταν την ίδια στιγμή ξοδεύουμε τα μεγαλύτερα ποσά για συντάξεις, και τις μεγαλύτερες συντάξεις τις έχουν άτομα κάτω των 60 ετών.

Πάρτε για παράδειγμα το εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό των ανέργων που έχει πρόσβαση σε επίδομα ανεργίας, τις αστοχίες και μαϊμουδιές της κατάρτισης, την αφωνία των δαπανών μπροστά στο φαινόμενο των NEETS (νέων ανθρώπων που δεν είναι ούτε στην εκπαίδευση, ούτε σε δουλειά αλά ούτε και σε κατάρτιση/μαθητεία – δεν είναι πουθενά). Και να μην ξεχνιόμαστε: η ανεργία των γυναικών είναι σημαντικά υψηλότερη από την ανεργία των ανδρών. Και μέσα στην κρίση, όπως και πριν από αυτήν.

Ο δικός μας προϋπολογισμός, δηλαδή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, είναι αλλού. Είναι συντηρητικός επειδή βρίσκεται σε προηγούμενο αιώνα. Επειδή συνοδεύεται από «εφάπαξ φιλοδώρημα», επαναλαμβάνοντας όλα τα μικροκομματικά και πελατειακά τερτίπια των προηγούμενων κυβερνήσεων – μόνο που τώρα τα βαφτίζει ταξική πολιτική. Είναι συντηρητικός και σκονισμένος επειδή δεν έχει το κουράγιο να διαπιστώσει και να μετρήσει ανάγκες, και στη συνέχεια να μετρήσει την αποτελεσματικότητά του στην κάλυψη αυτών των αναγκών. Επειδή δεν θέλει να ταράξει τη νιρβάνα των κρατικών υπαλλήλων στα ΚΤΥΠ και σε άλλα ευαγή ιδρύματα (ίσως και στον Οργανισμό Αποξήρανσης της Κωπαΐδας), αναβάλλει κάθε σημαντική απόφαση για το μέλλον, δηλητηριάζει το παρόν και περνάει το λογαριασμό στις επόμενες γενιές.

* Η Αντιγόνη Λυμπεράκη είναι στέλεχος στο Ποτάμι.

Πηγή: Athens Voice