21 Ιανουάριος, 2019

Πως αντέδρασε η Ελλάδα στη δημιουργία της «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας»;

Guest Αρθρογράφος

Και πως την αντιμετωπίζαμε για μισό αιώνα και μέχρι το 1995;

Ομιλία του Αλέξη Ηρακλείδη στην εκδήλωση "Εδώ μιλούν οι τολμηροί - Μακεδονικό: μια συζήτηση που δεν έγινε"

Η περίοδος 1945-1990

Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και μετά την λήξη του Ελληνικού Εμφυλίου (Οκτώβριου 1949), το Μακεδονικό σε ότι αφορούσε την Ελλάδα εμφανίστηκε υποτονικό, και δεν φαινόταν να αποτελεί εθνικό θέμα πρώτης γραμμής. Όπως έχει λεχθεί το Μακεδονικό, «όσον αφορά την Αθήνα, ήταν ‘στο συρτάρι’ και θα αγωνιζόταν σθεναρά να το κρατήσει ασφαλισμένο εκεί». Και όπως κατέληγε ο Ευάγγελος Κωφός στο κλασικό του βιβλίο του 1964 για το Μακεδονικό: «Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το ‘Μακεδονικό Ζήτημα’ μπορεί και πρέπει να θεωρηθεί ένα ζήτημα για τον μελετητή της ιστορίας και όχι ένα θέμα γι΄ αυτόν που λαμβάνει αποφάσεις».

Αυτή η όλη στάση φαντάζει σήμερα, με την πολυετή έντονη διένεξη Αθήνας-Σκοπίων (1991-2018), αν μη τι άλλο αξιοπερίεργη με δεδομένο το γεγονός ότι τότε, από το 1944 και μετά, για πρώτη φορά, η Αθήνα είχε πλέον απέναντι της ένα ομόσπονδο κράτος και ένα νέο έθνος μου ονομαζόταν «μακεδονικό», το οποίο μάλιστα, ειδικά στα πρώτα δεκαπέντε περίπου χρόνια της ζωής του δεν έκρυβε τις αλυτρωτικές του διαθέσεις σε σχέση με τη βουλγαρική αλλά και την ελληνική Μακεδονία. Η πιο προφανής ερμηνεία γι΄αυτή τη νηνεμία είναι βέβαια ο Ψυχρός Πόλεμος που καθιστούσε τις αγαστές ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις επιβεβλημένες.

Ωστόσο παρά τη φαινομενική αυτή νηνεμία, η Αθήνα, σε επίπεδο πολιτικών, διπλωματών και στρατιωτικών παρέμενε ανήσυχη κατά τις δεκαετίες 1950 και 1960. Όπως σημειώνει ο Κωφός, όταν οι ιστορικοί του μέλλοντος θα είναι σε θέση να συμβουλευτούν τα ελληνικά αρχεία αυτής της εποχής θα διαπιστώσουν πόσο το Μακεδονικό Ζήτημα τους απασχολούσε, πόσο προβληματισμένοι ήταν, ειδικά μήπως μία στρατιωτική αντιπαράθεση Ανατολής-Δύσης θέσει για μια ακόμη φορά τις βόρειες ελληνικές επαρχίες της Θράκης και της Μακεδονίας σε κίνδυνο.

Η ρήξη Τίτο-Στάλιν (Cominform) οδήγησε στην αισθητή καλυτέρευση των σχέσεων του Βελιγραδίου με τη Δύση και κατ’ επέκταση και με την Ελλάδα, κάτι που, εννοείται, επιζητούσαν διακαώς οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ στα πλαίσια της «ανάσχεσης» (containment) της «σοβιετικής-κομουνιστικής απειλής». Κατόπιν αυτού το Μακεδονικό αποκλιμακώθηκε, και οι οποίες δηλώσεις των Σκοπίων απλώς τις ανεχόταν ο Τίτο στο πλαίσιο των «εσωτερικών ισορροπιών» στη Γιουγκοσλαβία. Πιο συγκεκριμένα ο Τίτο ανεχόταν τις κατά καιρούς μη φιλικές προς την Αθήνα δηλώσεις των Σκοπίων, ειδικά αν ήθελε να εξασφαλίσει την υποστήριξη της ηγεσίας τους σε κάτι άλλο, ωστόσο τους έβαζε συνήθως στη θέση τους όταν κινδύνευαν να διαταραχθούν οι σχέσεις Βελιγραδίου-Αθήνας.

Από το 1951 ομαλοποιήθηκαν οι σχέσεις Αθήνας-Βελιγραδίου, με εκατέρωθεν πρεσβείες στην Αθήνα και στο Βελιγράδι και λίγο μετά, το 1953, λειτούργησε για πρώτη φορά ελληνικό γενικό προξενείο στα Σκόπια (είχε να λειτουργήσει από τον Μεσοπόλεμο). Το απόγειο των καλών σχέσεων στη δεκαετία του 1950 ήταν η υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου Συμμαχίας, Πολιτικής Συνεργασίας και Αμοιβαίας Αρωγής στο Μπλεντ μεταξύ Γιουγκοσλαβίας, Ελλάδας και Τουρκίας (1954) και σειρά ελληνογιουγκοσλαβικών συμφωνιών που υπογράφηκαν το 1958 και κυρώθηκαν το 1959.

Πάντως κατά την περίοδο 1950-1989 το Μακεδονικό ως θέμα «στο συρτάρι» είχε για την Ελλάδα τρεις πτυχές: (α) τους σλαβόφωνους στην ελληνική Μακεδονία, το γνωστό ζήτημα «ταμπού» για την Ελλάδα από τότε μέχρι και σήμερα (β), τη στάση της έναντι της ΣΔΜ και (γ) τις σχέσεις Αθήνας-Βελιγραδίου που συνδεόντουσαν με αυτά τα δύο θέματα.

Αξίζει επίσης να αναφερθώ και σε δύο ακόμη συναφή ζητήματα, στο θέμα της γλώσσας των κατοίκων της ΣΔΜ και στην ονομασία των κατοίκων της ΣΔΜ. Ως προς το πρώτο είχαμε αλλαγή πλεύσης από τον Μεσοπόλεμο. Στο Μεσοπόλεμο τα «σλαβομακεδονικά» θεωρούνταν αυτοτελής γλώσσα και όχι βουλγαρική διάλεκτος. Από το 1950 και μετά δηλώνεται ότι δεν αποτελούν ξεχωριστή γλώσσα αλλά βουλγαρική διάλεκτο.

Σε ότι αφορά τους αυτό-ονομαζόμενους «Μακεδόνες» της ΣΔΜ, τα εσωτερικά έγγραφα και τα απόρρητα τηλεγραφήματα του ΥΠΕΞ αναφερόντουσαν παγίως σε «Σλαβομακεδόνες» ή εν συντομία σε ΣΜ ή σε Σ/Μ, δηλαδή σύνθετη ονομασία, κάτι που σταμάτησε απότομα στα τέλη του 1991 για τους γνωστούς λόγους.

Η περίοδος 1991-1995

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έδωσε στην Ελλάδα μία μοναδική ιστορική ευκαιρία να διαδραματίσει ένα σημαντικό σταθεροποιητικό ρόλο στα Βαλκάνια και να αποτελέσει παράδειγμα προ μίμηση για τις άλλες χώρες των Βαλκανίων (που βρισκόντουσαν σε μετάβαση στη δημοκρατία και στην οικονομία της αγοράς), κάτι που θα αναβάθμιζε και θα ενίσχυε το κύρος της χώρας μας. Ωστόσο δυστυχώς αυτό δεν έγινε. Οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ από το 1991 μέχρι το 1995, φάνηκαν κατώτερες των περιστάσεων. Η Αθήνα δεν άδραξε αυτή την μοναδική ευκαιρία, από λανθασμένες εκτιμήσεις που προερχόντουσαν από στρεβλές αντιλήψεις, αγκυλώσεις και μεγάλη δόση εθνοκεντρισμού.

Θα περιοριστώ μόνο σε λίγες επισημάνσεις μια και πρόκειται για πρόσφατα γεγονότα που μας είναι λίγο-πολύ γνωστά. Να αναφερθώ μόνο στα τρία μεγάλα λάθη των ετών 1991- 1995. Τα μεγάλα αυτά λάθη έχουν συγκεκριμένους υπεύθυνους, dramatis personae: τον Αντώνη Σαμαρά, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Το πρώτο μέγα λάθος ήταν η μη αποδοχή της σύνθετης ονομασίας, κάτι που δεχόταν ασθμαίνως η άλλη πλευρά (είχε κυκλοφορήσει τέσσερις ή πέντε εναλλακτικές). Η ελληνική αυτή στάση είχε αφήσει την ΕΕ, τον ΟΗΕ και τη διεθνή κοινότητα εμβρόντητη.

Ένα άλλο μέγα λάθος ήταν τα σκληρά απανωτά εμπάργκο, αρχικά ανεπίσημα (επί Νέα Δημοκρατίας) και στη συνέχεια και επίσημα (επί ΠΑΣΟΚ) το οποία υιοθέτησε η Αθήνα γονατίζοντας οικονομικά τη μικρή και αδύναμη αυτή χώρα, εξαθλιώνοντας την.

Το τρίτο μέγα λάθος που είχε ευρύτερες διαστάσεις ήταν η «ανίερη συμμαχία» με τον Μιλόσεβιτς, τον καταστροφέα της Γιουγκοσλαβίας. Μάλιστα υπήρχαν συνεννοήσεις απευθείας με τον Μιλόσεβιτς για την αποσταθεροποίηση της χώρας αυτής.

Με τη στάση της αυτή η Ελλάδα ήταν (1) η υπεύθυνη για το αδιέξοδο, με την πρωτοφανή αδιαλλαξία της στο ονοματολογικό, (2) είχε γίνει σχεδόν μαύρο πρόβατο διεθνώς, και (3) και εργαζόταν, άθελα της, για τη Μεγάλη Βουλγαρία και τη Μεγάλη Αλβανία.

Η Ελλάδα «συνήλθε» προς το τέλος της δεκαετίας του 1990, όταν επιτέλους δέχθηκε τη σύνθετη ονομασία, που αποτελεί και την ελληνική θέση όλων ανεξαιρέτως των ελληνικών κυβερνήσεων από τότε μέχρι και σήμερα.

1. Για περισσότερες λεπτομέρειες γι΄αυτή την περίοδο, αλλά και για το Μακεδονικό Ζήτημα γενικότερα, βλέπε το πρόσφατο βιβλίο μου, Το Μακεδονικό Ζήτημα 1878-2018: από τις εθνικές διεκδικήσεις στις συγκρουσιακές εθνικές ταυτότητες (Θεμέλιο, Οκτώβριος 2018).

*Ο Αλέξης Ηρακλείδης είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων