21 Ιανουάριος, 2019

Ποια ήταν η πληθυσμιακή σύνθεση της Μακεδονίας την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων και ποια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο;

Γιάννης Κωνσταντινίδης

Ομιλία του Γιάννη Κωνσταντινίδη στην εκδήλωση "Εδώ μιλούν οι τολμηροί - Μακεδονικό: η συζήτηση που δεν έγινε"

Τον Φεβρουάριο του 1992 ήμουνα μαθητής της Α’ Λυκείου. Και εκείνη την ημέρα, στις 14 Φεβρουαρίου, είχα ταξιδέψει με φίλους και συμμαθητές από την ακριτική Αλεξανδρούπολη στη Θεσσαλονίκη για να είμαι εκεί. Στην Πλατεία Αριστοτέλους. Δεν είχα αναρωτηθεί «γιατί». Αρκούσε μάλλον ο ενθουσιασμός του ανήκειν σε μια ομάδα που διεκδικεί παθιασμένα μια νίκη. Είχα δικαίωμα να είμαι ανορθολογικός στα δεκαέξι μου. 27 χρόνια μετά, ο γιος μου έχει την ίδια ηλικία. Και θέλει να είναι εκεί. Στην κατάληψη του σχολείου, στη διαμαρτυρία, στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία. Θέλει να ζήσει τον δικό του ενθουσιασμό. Όμως εγώ δεν δικαιούμαι να είμαι πλέον ανορθολογικός. Είμαι πια πατέρας και πρέπει να ψάξω την αλήθεια, οφείλω να του την δώσω παρουσιάσω πριν πάρει την απόφασή του.

Την αλήθεια έχω μάθει να τη βρίσκω στους αριθμούς. «Υπάρχει μόνο ό,τι μπορείς να παρατηρήσεις», λένε οι θετικιστές και με αυτό έχω μάθει να πορεύομαι. Χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς βεβαιότητες και χωρίς συναισθηματισμούς. Έτσι κάπως βρέθηκα να ψάχνω -για πρώτη φορά- στοιχεία απογραφών του πληθυσμού της Μακεδονίας στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Ποιοι ζούσαν εδώ; Ποια ήταν η πληθυσμιακή σύνθεση της Μακεδονίας πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους; Και πόσο άλλαξε στην περίοδο του Μεσοπολέμου; Ή μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου; Όλα αυτά που ποτέ δε διαβάσαμε σε κανένα σχολικό βιβλίο Ιστορίας.

Ανακάλυψα ότι οι στατιστικές καταγραφές που είναι διαθέσιμες για το εν λόγω θέμα εμφανίζουν μεταξύ τους διακύμανση μεγαλύτερη και από αυτήν των δημοσκοπήσεων πρόθεσης ψήφου στην Ελλάδα από τις εκλογές του 2015 και μετά. Οι στατιστικές καταγραφές παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις, χρησιμοποιούν διαφορετικά κριτήρια για την κατάταξη του χριστιανικού πληθυσμού σε εθνότητες, απέχουν χρονικά μεταξύ τους, δεν είναι πλήρεις, χαρακτηρίζονται από ανομοιογένεια ως προς την διοικητική ή γεωγραφική ενότητα στην οποία αναφέρονται και καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη μια ασφαλή προσέγγιση της εθνολογικής κατάστασης της περιοχής. Οι αποκλίσεις αυτές αποκαλύπτουν από μόνες τους μια αλήθεια: Οο ανταγωνισμός των Βαλκανικών κρατών για τη Μακεδονία αναπόφευκτα επηρέασε τον τρόπο σύνταξης των εθνολογικών στατιστικών, οι οποίες περισσότερο αποσκοπούσαν στην ενίσχυση των εθνικών επιδιώξεων των συντακτών τους και λιγότερο στην επιστημονική διερεύνηση της δημογραφικής και εθνολογικής εικόνας της περιοχής. Μπορεί οι Βαλκανικοί πόλεμοι να σηματοδότησαν την κορύφωση των επιδιώξεων αυτών, ωστόσο αυτές συνεχίστηκαν και μετά τη δημιουργία της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, οπότε εκδηλώθηκε πλέον και την όξυνση του ανταγωνισμός μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας για το μέγεθος και την εθνική συνείδηση του σλαβόφωνου πληθυσμού της Μακεδονίας, με φόντο την υφέρπουσα διάθεση της γιουγκοσλαβικής πλευράς για δημιουργία μειονοτικού ζητήματος στην Ελλάδα και την εχθρότητα των ελληνικών μετεμφυλιακών κυβερνήσεων έναντι του σλαβόφωνου πληθυσμού της Μακεδονίας και για ιδεολογικούς λόγους.

Ας προσπαθήσουμε πάντως να βρούμε τις σταθερές μας. Πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους και την ενσωμάτωση μακεδονικών εδαφών στην Ελλάδα, ο πληθυσμός της Μακεδονίας ήταν εξόχως μεικτός, μια πληθυσμιακή σύνθεση που έμελλε να δανείσει το όνομά της στη γνωστή διεθνώς «μακεδονική σαλάτα». Έλληνες, Μουσουλμάνοι, Σλαβόφωνοι, Εβραίοι σε σημαντικές αναλογίες, με τους Έλληνες να αποτελούν την οριακή πλειοψηφία. Μετά την ενσωμάτωση εξελίχθηκε πληθυσμιακή ομογενοποίηση κατά κύματα: πρώτα έφυγαν οι Μουσουλμάνοι, σταδιακά και Σλαβόφωνοι, ενώ παράλληλα ήρθαν οι μικρασιάτες πρόσφυγες, ενώ σε δεύτερη φάση εξοντώθηκαν οι Εβραίοι και υπήρξε ένα δεύτερο κύμα φυγής Σλαβοφώνων.

Οι Συνθήκες της Λωζάννης και του Νεϊγί οδήγησαν στην απομάκρυνση των Μουσουλμάνων, η πρώτη, και σημαντικού μέρους των Σλαβόφωνων η δεύτερη. Εδώ απαιτείτει μια σημαντική επισήμανση σχετικά με τον σλαβόφωνο πληθυσμό. Εντός της συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας κυριαρχούσε μια μείζων διάκριση: Αυτά τα περίπου 250.000 άτομα στο τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, διακρίνονταν σε Σλαβόφωνους Πατριαρχικούς, οι οποίοι παρέμειναν πιστοί, μετά το σχίσμα της Βουλγαρικής Εξαρχείας, στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, και τους Σλαβόφωνους ή Βουλγαρόφωνους Εξαρχικούς, οι οποίοι είχαν προσχωρήσει από τα τέλη του 19ου αιώνα στη Βουλγαρική Εξαρχεία. Από τα 250.000 άτομα, 70.000 περίπου ανήκαν στην πρώτη κατηγορία και 180.000 στη δεύτερη. Η απομάκρυνση Σλαβοφώνων από τα ελληνικά, πλέον, εδάφη της Μακεδονίας με τη Συνθήκη του Νεϊγί αφορά τη δεύτερη κατηγορία, η οποία μειώνεται σχεδόν στο ήμισυ στα μέσα της δεκαετίας του 1920, σύμφωνα με τις στατιστικές της περιόδου.

Η διάκριση μεταξύ των δύο υπό-ομάδων είναι σημαντική, καθώς οι Σλαβόφωνοι Πατριαρχικοί θεωρούνται μέρος της ελληνικής πλειοψηφίας, ενώ οι λεγόμενοι «Βουλγαρίζοντες» ή «Εξαρχικοί» στερούνται ελληνικής συνείδησης. Σε κάθε περίπτωση, το 1925, οι Σλαβόφωνοι αποτελούν το 11%-12% του πληθυσμού της Μακεδονίας και το 2%-3% ολόκληρης της χώρας, ενώ λόγω της γεωγραφικής ανισοκατανομής τους στον μακεδονικό χώρο φτάνουν στο 27% του πληθυσμού της Δυτικής Μακεδονίας και πιο συγκεκριμένα το 77% του πληθυσμού της Φλώρινας και το 45% του πληθυσμού της Καστοριάς. Η υψηλή συγκέντρωση Σλαβοφώνων στη Δυτική Μακεδονία σχετίζεται με τη μειωμένη εγκατάσταση σε αυτήν την περιοχή Μικρασιατών, τόσο λόγω απόστασης, όσο και λόγω περιορισμένου αριθμού καλλιεργήσιμων εκτάσεων στους ορεινούς όγκους της περιοχής.

Την ίδια δεκαετία λοιπόν, η ταυτόχρονη εγκατάσταση περίπου 650.000 Ελλήνων προσφύγων από την Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη, αλλά και από τον Καύκασο, τη Νότια Ρωσία και την Βουλγαρία, καθιστά τα ελληνικά εδάφη της Μακεδονίας εθνολογικά ομοιογενή -φαινόμενο μοναδικό για τα βαλκανικά δεδομένα-, ενώ ο πληθυσμός τους υπολογίζεται ότι αυξήθηκε κατά 30%. Η πρωτοφανής ανατροπή των δημογραφικών και κοινωνικών δεδομένων που προκάλεσε η άφιξη των Μικρασιατών και Θρακών προσφύγων μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ήταν ένας παράγοντας που έδρασε καταλυτικά προκαλώντας μαζική υπερπόντια μετανάστευση των ντόπιων πληθυσμών. Η επιβεβλημένη συγκατοίκηση, σε συνδυασμό με την έλλειψη επαρκών γαιών για την αποκατάσταση προσφύγων και ντόπιων ακτημόνων καλλιεργητών, δημιούργησε πολλαπλά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα και διέψευσε σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες των ντόπιων, Ελληνόφωνων και Σλαβόφωνων. Ιδιαίτερα στην περίπτωση των Σλαβοφώνων, το αγροτικό ζήτημα δυσχέρανε σημαντικά την ενσωμάτωσή τους και τους κατέστησε δεκτικούς απέναντι στις ποικίλες προπαγάνδες άλλων Βαλκανικών κρατών. Τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα στα χωριά της Μακεδονίας προκάλεσαν σταδιακά την προσέγγιση των σλαβόφωνων χωρικών που χαρακτηρίζονταν από τις ελληνικές αρχές ως «ρευστής συνειδήσεως» με τον εθνικισμό των ομόγλωσσων γειτονικών κρατών. Η διαδικασία αυτή οσμώθηκε με τις ιδεολογικές αντιπαλότητες της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου με αποτέλεσμα οι Σλαβόφωνοι να βρεθούν αντιμέτωποι με το μετεμφυλιακό κράτος, γεγονός που αφενός οδήγησε σε ένα νέο κύμα μετανάστευσής τους, προς τις χώρες του ανατολικού μπλοκ, αφετέρου κράτησε τους υπόλοιπους περιθωριοποιημένους πολιτικά τουλάχιστον ως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Η ιστορία των ανθρώπων αυτών έδωσε την τροφή του αφηγήματος εθνικής συνείδησης που είχε ανάγκη η ΠΓΔΜ μετά την αυτονόμησή της: εφευρίσκοντας τον όρο «Μακεδόνες» για την περιγραφή των Σλαβόφωνων Πατριαρχικών της δεκαετίας του 1920 και υιοθετώντας ιστορικές αναφορές που συνυπολόγιζαν σε αυτούς τους Σλαβόφωνους Εξαρχικούς, οι οποίοι είχαν καθολικά μεταναστεύσει στη Βουλγαρία προ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η νέα χώρα εξέθρεψε ένα αφήγημα εκδίωξης με αλυτρωτικό πυρήνα. Με την προσθήκη του αρχαιομακεδονισμού εμπνεύσεως Νίκολα Γκρούεφσκι από τα μέσα της δεκαετίας του ‘00, ο αλυτρωτισμός των Σκοπίων ερέθισε απολύτως δικαιολογημένα τα συναισθήματα των Ελλήνων.

Όμως τα συναισθήματα είναι κακός σύμβουλος πολιτικών αποφάσεων. Σε αντίθεση με τους αριθμούς και τη γνώση. Ο όρος «Μακεδονία» έχει λοιπόν πολλαπλές αναφορές σε εθνοτικό επίπεδο. Και οι πολιτικές ηγεσίες οφείλουν να μιλήσουν με αριθμούς και πληροφορίες για την ιστορία των ανθρώπων που έζησαν στη Μακεδονία δύο ή τρεις γενιές πριν από σήμερα. Να λειάνουν και όχι να οξύνουν τα συναισθήματα. Το Ποτάμι προβάλλει σήμερα τις μετριοπαθείς φωνές της λογικής, τις φωνές που άλλοι συσκοτίζουν στο όνομα μιας τυφλής αντιπαράθεσης με διχαστικά συνθήματα. Πολιτικοί και άνθρωποι με δημόσιο λόγο θα πρέπει να δουλέψουμε ώστε να παράξουμε μια ουσιαστική λύση: αυτή δεν είναι η ίδια η Συμφωνία των Πρεσπών. Ουσιαστική λύση είναι η αποδοχή από τον κόσμο της αξίας της ειρηνικής συνύπαρξης, της ανάπτυξης ομαλών οικονομικών και πολιτικών σχέσεων με τους γείτονες και της διεύρυνσης του ευρωπαϊκού χώρου. Δεν προσφέρουμε στην πολιτική όταν φορτίζουμε τα συναισθήματα των ανθρώπων, προσφέρουμε όταν αναζητούμε αλήθειες και όταν μιλούμε μαζί τους για αυτές.

* Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο "Πρόοδος στην Πράξη"