8 Ιούνιος, 2017

Περηφάνια και σιγουριά

Γιάννης Κωνσταντινίδης

Μπήκα στην εφηβεία μου στην εποχή της θριαμβευτικής καλαθοσφαιρικής πορείας του Άρη, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980. Σαββατοκύριακα στο Παλαί Ντε Σπορ, κιντρινόμαυρα κασκόλ, ταξίδια στη Γάνδη, στο Μόναχο και στη Σαραγόσα με την ελπίδα ενός κυπέλλου. Τα χρόνια πέρασαν, το άστρο της ομάδας εκείνης έδυσε και το δικό μου μυαλό γέμισε από ενήλικες έγνοιες και στόχους και ευθυγραμμίστηκε με αλλότρια σημεία αναφοράς.

Οι δυνατές αναμνήσεις όμως δημιουργούν αγάπες που δε χάνονται. Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να ζήσω τις πρώτες εφηβικές στιγμές του γιου μου, θυμήθηκα την αγάπη μου για τον Άρη και θεώρησα απολύτως φυσικό ότι θα τη μοιραζόταν μαζί μου. Η αντίδρασή του με ξάφνιασε: «Μα κανένας δεν είναι Άρης στο σχολείο. Και ο Άρης δεν παίζει καν στην Premier League!». Δεν τον αδίκησα, όμως προσπάθησα αυθόρμητα να τον πείσω ότι αυτό είναι κάτι παροδικό και ότι μπορεί σύντομα να ξαναγίνει μεγάλος, επιχείρημα έωλο στο οποίο πήρα την ομολογουμένως αποστομωτική απάντηση: «Μπορείς να μου υποσχεθείς ότι θα τα καταφέρει να γίνει μία από τις μεγάλες ομάδες όπως ο ΠΑΟΚ;».

Το μαχαίρι μπήκε βαθιά, πρέπει να ομολογήσω, όμως λίγα λεπτά μετά συνειδητοποιούσα ότι ο Αλέξης δεν ζητούσε παρά τα απολύτως βασικά για την επιλογή ενός έφηβου: περηφάνια και σιγουριά. Λίγο καιρό μετά, συνειδητοποίησα ότι τις ίδιες ακριβώς ανάγκες μοιράζονται και ενήλικες ψηφοφόροι. Επιθυμούν και αυτοί να ταυτίζονται με τις επιλογές ψήφου τους και θέλουν παράλληλα να αισθάνονται ότι οι επιλογές αυτές έχουν αξία. Για αυτό και η ικανοποίησή τους γίνεται μέγιστη όταν επιλέγουν θετικά –όχι- τιμωρητικά ή εξ ανάγκης– και επίσης όταν η ψήφος τους «μετράει».

Η ανάγκη για μια «περήφανη και σίγουρη» επιλογή ερμηνεύει μια σειρά από κλασικές παρατηρήσεις στη μελέτη της εκλογικής συμπεριφοράς, όπως για παράδειγμα την αποσιώπηση μιας ακραίας επιλογής ή μιας αντί-δημοφιλούς κυβέρνησης, αλλά και τη συχνή απόρριψη μικρών κομμάτων στη βάση του επιχειρήματος της «χαμένης ψήφου». Όπως τα παιδιά, χαιρόμαστε όλοι με τις καθαρές και δυνατές επιλογές. Μια τέτοια επιλογή φαίνεται να έχουν ανάγκη οι ψηφοφόροι του κεντρώου χώρου στη σημερινή συγκυρία. Οι περισσότεροι από αυτούς είτε ψήφισαν το 2015 τη Δημοκρατική Συμπαράταξη –και παλαιότερα το στο παρελθόν κραταιό και μετά το ξέσπασμα της κρίσης πολιτικά απαξιωμένο ΠΑΣΟΚ– είτε ψήφισαν το 2015 το αρχικώς πολλά υποσχόμενο και στη συνέχεια δημοσκοπικά αποδυναμωμένο Ποτάμι.

Τόσο οι μεν, όσο και οι δε, εγκλωβισμένοι από την εποχή του διχαστικού δημοψηφίσματος στο αντί-ΣΥΡΙΖΑ στρατόπεδο, σκέφτονται συχνά την ψήφο υπέρ του δυνατότερου παίκτη της αντιπολίτευσης, της Νέας Δημοκρατίας. Επιπλέον, οι πρώτοι πιέζονται συναισθηματικά από την επικρατούσα πρόσληψη του ΠΑΣΟΚ ως ενός κυβερνητικά αποτυχημένου –αν όχι και κυβερνητικά ανεύθυνου– κόμματος. Όσοι στήριξαν το Ποτάμι υπόκεινται, από την άλλη, στην πίεση που δημιουργούν οι αριθμοί και ο κίνδυνος της μη αντιστοίχισης της πολιτικής τους επιλογής με την κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση.

Οι πρώτοι δεν είναι περήφανοι. Οι δεύτεροι δεν είναι σίγουροι. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο κεντρώος χώρος κινδυνεύει να συρρικνωθεί. Η αποδυνάμωση της ταύτισης με το ένα ή το άλλο κόμμα, ως συνέπεια αντιστοίχως των ενοχών ή της αβεβαιότητας για τον αντίκτυπο της ψήφου, ωθεί πολλούς ψηφοφόρους τους του 2015 σε άλλες επιλογές. Συνηθέστερα προς τη Νέα Δημοκρατία, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις –και ως συνέπεια σταδιακής μετατόπισης του ΣΥΡΙΖΑ προς συμπεριφορές του παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980– και προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Τούτοι οι ψηφοφόροι χρειάζονται μια επιλογή για την οποία ο καθένας θα αισθάνεται περήφανος και σίγουρος. Περήφανος, για την προγραμματική επάρκεια των προτάσεων του σχήματος που επέλεξαν και την εντιμότητα και την αξιοσύνη των ατόμων που θα εμπλακούν στο σχήμα αυτό. Σίγουρος, για την έκταση της απήχησης του σχήματος αυτού ώστε να ξεπεραστεί το σύνδρομο της «χαμένης ψήφου». Οι ψηφοφόροι είναι σαν τον γιο μου, τον Αλέξη. Προτιμούν τον ΠΑΟΚ από τον Άρη. Και αυτό είναι σεβαστό, όσο και αν προσωπικά μου στοιχίζει. Οι πολιτικές ελίτ που δεν το αντιλαμβάνονται αυτό, θα πρέπει να μάθουν «να ζούνε με τα λίγα». Και αυτό είναι επίσης σεβαστό, ή μάλλον αξίζει το σεβασμό μας, αλλά οι ίδιοι θα ήταν καλό να το γνωρίζουν.

* Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Π² του Ποταμιού

Πηγή: myportal.gr