30 Μάρτιος, 2019

Όσο κι αν ξενίζει κάποιους, η νέα γενιά στην Ελλάδα είναι φιλελεύθερη και βαθιά πολιτικοποιημένη

Μαρία Δαμανάκη

Συνέντευξη της Μαρίας Δαμανάκη, υποψήφιας Ευρωβουλευτή με Το Ποτάμι στον Ραφαήλ Νικόλαο Μπελενιώτη και το Offline Post

Η Μαρία Δαμανάκη ήταν το πρόσωπο που ξεχώρισε στην Ομάδα Πολιτικού Σχεδιασμού του Ποταμιού και του Σταύρου Θεοδωράκη. Γεννήθηκε το 1989 στο Ηράκλειο, όπου ζει και δραστηριοποιείται. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει λάβει το μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης με αντικείμενο τη Βιοηθική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, με παρουσία σε διεθνή επιστημονικά συνέδρια. Ασκεί μάχιμη δικηγορία από το 2013. Είναι ενεργό μέλος ρητορικών ομίλων, με διακρίσεις σε πανελλήνιους αγώνες επιχειρηματολογίας. Επίσης είναι και μέλος διοργανώσεων που προάγουν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τον κοινωνικό διάλογο, όπως το Model of European Union (Creta) και το TEDxHeraklion. Πιστεύει στον εθελοντισμό και τη διάχυση της γνώσης ως παράγοντες ενδυνάμωσης της κοινωνίας, ενώ τα κύρια ενδιαφέροντα της επικεντρώνονται στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της νεανικής επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας. Είναι μέλος της Επιτροπής Νέων του Ποταμιού αλλά και υποψήφια Ευρωβουλευτής στις Ευρωεκλογές του 2019.

Καλησπέρα σας κ. Δαμανάκη και σας ευχαριστώ που δεχτήκατε να παραχωρήσετε, αυτή τη συνέντευξη από τη πρώτη κιόλας στιγμή. Ενόψει της πολιτικής επικαιρότητας, των επικείμενων εκλογών της τοπικής αυτοδιοίκησης και των Ευρωεκλογών είναι σημαντικός ο δημόσιος διάλογος. Για όλες και όλους εμάς, που αρθρογραφούμε εθελοντικά στο OffLine Post, έχουμε ως πρωταρχικό σκοπό τη δικτύωση και ενεργοποίηση της νεολαίας, αλλά και το έργο να φέρουμε τα πολιτικά πρόσωπα της χώρας πιο κοντά στους νέους και στις νέες.

Επιτρέψτε μου τώρα να ανοίξουμε τη συζήτηση με ένα περισσότερο προσωπικό τόνο. Από μάχιμη δικηγόρος γίνατε και σημαντικό πολιτικό – κομματικό στέλεχος και τώρα υποψήφια Ευρωβουλευτής. Αλήθεια γιατί ανταλλάσσετε τις δικαστικές αίθουσες με τα έδρανα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου; Σίγουρα σε περίπτωση που εκλεγείτε θα έχετε την δυνατότητα να σταθείτε ικανοποιητικά ως ρήτορας μιας και το γνωρίζετε πολύ καλά, ωστόσο δεν θα σας λείπει το συναίσθημα της μάχιμης δικηγορίας;
Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της πολιτικής μου ενασχόλησης είναι ότι, όπως λέτε κι εσείς, αυτή λαμβάνει χώρα παράλληλα με την δραστηριοποίηση μου ως δικηγόρος. Το να μην εγκαταλείπεις το επάγγελμα σου σε βοηθά να μην αλλοτριώνεσαι. Πρέπει να έχεις κολλήσει ένσημα, να πατάς στα πόδια σου επαγγελματικά για να μπορείς να αφουγκραστείς τις ανάγκες της κοινωνίας. Ασκώ μάχιμη δικηγορία, αγαπώ πολύ τη νομική επιστήμη και βιοπορίζομαι από αυτήν. Δεν υπήρξα ποτέ επαγγελματικό κομματικό στέλεχος. Αυτό, όπως φαντάζεστε, δυσκολεύει τα πράγματα για μένα από πλευράς χρόνου, αλλά όταν πιστεύεις σε κάτι το προσπαθείς με όλες σου τις δυνάμεις. Σε περίπτωση εκλογής μου στο Ευρωκοινοβούλιο σε καμία περίπτωση δεν αφήνω πίσω τη νομική επιστήμη. Η ιδιότητα του νομικού άλλωστε δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Αυτό που συμβαίνει είναι πως ενώ ως δικηγόρος καλείσαι να ερμηνεύσεις το νόμο, να εντοπίσεις τα κενά του, να διεκδικήσεις βάσει αυτού, ως Ευρωβουλευτής έρχεσαι να νομοθετήσεις. Το αξίωμα δηλαδή σε πηγαίνει πίσω στον πρώτο κρίκο της αλυσίδας. Ως δικηγόρος γνωρίζω να ανιχνεύω τις ασάφειες και τις ελλείψεις – να προτείνω λύσεις μετά από συγκριτική μελέτη διαφορετικών νομοθετημάτων. Να αγωνίζομαι για τα δικαιώματα. Αν αυτή η γνώση ενσωματωθεί στη διαδικασία ήδη από τη στιγμή της ψήφισης του νόμου – της δουλειάς δηλαδή του ευρωβουλευτή, το θεωρώ όφελος. Το πρόβλημα μας είναι οι κακοί, ελλιπείς ή άδικοι νόμοι. Είναι κάτι που μπορούμε να αλλάξουμε και προσωπικά έχω τη λαχτάρα και την γνώση να το κάνω. Αυτό που διαφοροποιείται είναι η κλίμακα: ως δικηγόρος υπερασπίζεσαι τα δικαιώματα του εντολέα σου, ως ευρωβουλευτής τα δικαιώματα όλων των Ευρωπαίων πολιτών.

Τι εμπόδια αντιμετωπίζει μια γυναίκα στον νομικό κόσμο; Εσείς αντιμετωπίσατε δυσκολίες και εμπόδια στη πορεία σας; Είναι ο σεξισμός υπαρκτός και αν ναι με ποιόν τρόπο κάνει δύσκολη την ανέλιξη γυναικών στο επάγγελμα;

Ο νομικός κόσμος δεν είναι πια πληθυσμιακά ανδροκρατούμενος. Ολοένα και περισσότερες γυναίκες ακολουθούν νομικές σπουδές, ασχολούνται με τη δικηγορία, επιτυγχάνουν στο δικαστικό σώμα. Η νοοτροπία όμως πολλών ανδρών συναδέλφων, αλλά και του κόσμου αναφορικά με τη δικηγορία κατευθύνεται δυστυχώς ακόμα από έμφυλα στερεότυπα. Εξακολουθεί να υπάρχει, για παράδειγμα, η άτυπη διάκριση μεταξύ παραδοσιακά «ανδρικών» τομέων δικαίου όπως το ποινικό και «γυναικείων» όπως το οικογενειακό. Τη μαχητικότητα και τη δυνατότητα αποτελεσματικής επίθεσης ή άμυνας πολλοί συνεχίζουν να την συνδέουν όχι με την ικανότητα ή τις γνώσεις του δικηγόρου αλλά με το φύλο του. Την ίδια επιφυλακτικότητα, τα ίδια προβλήματα συναντούν και οι νέοι σε ηλικία συνάδελφοι. Προσωπικά, ποτέ δεν σκέφτηκα ότι ξεκινώ από άνιση αφετηρία με κάποιον εξαιτίας του φύλου μου. Στις προκαταλήψεις άλλωστε πρέπει να απαντάς με ειρωνεία και με πείσμα να τις καταρρίψεις. Δεν μπορεί όμως κανείς να αμφισβητήσει ότι η δικηγορία -και γενικότερα το ελεύθερο επάγγελμα- είναι χώρος αφιλόξενος για μια γυναίκα. Όχι λόγω ικανοτήτων αλλά λόγω του ότι έχει φορτωθεί στις πλάτες της πολλαπλούς κοινωνικούς ρόλους και παραδοσιακές έμφυλες αντιλήψεις που περιχαρακώνουν την υπόσταση της στη δημόσια σφαίρα. Κοινώς «πρέπει» να ανταποκριθεί επαρκώς σε τόσα πολλά και να παλεύει διαρκώς για τα αυτονόητα, κατά τρόπο τέτοιο που στο τέλος χάνεται η μπάλα.

Η επίθεση στη Κόνιτσα, λογικά ακροδεξιών ατόμων, με θύματα μικρά προσφυγόπουλα έχει εγείρει την απέχθεια σε κάθε δημοκράτη άνθρωπο. Εσείς πιστεύετε ότι υπάρχει ένας διάχυτος ρατσισμός στη κοινωνία; Μιας και είστε και Υπεύθυνη Νέων του Ποταμιού, με πιο τρόπο θεωρείτε ότι η δημοκρατική κοινωνία οφείλει να απαντήσει στην επίθεση αυτή και σε κάθε παρόμοια; Αρκούν οι παλαιότερες πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση του ρατσισμού ή οφείλει η κοινωνία να απαντήσει περισσότερο πιο αποτελεσματικά;

Δεν είναι μόνο η Κόνιτσα. Είναι το πρόσφατο περιστατικό στη Λάρισα, στη Θεσσαλονίκη, οι επιθέσεις στο κέντρο της Αθήνας, η μακροχρόνια κακομεταχείριση των μεταναστών στη Μανωλάδα. Είναι η αποχή γονέων και μαθητών από τα σχολεία επειδή μαζί με τα παιδιά τους διδάσκονται προσφυγόπουλα. Για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ο ρατσισμός πρέπει να τον εντοπίσουμε σε κάθε συμπεριφορά διάκρισης, σε κάθε συμπεριφορά που συνιστά άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας, σε κάθε περίπτωση που η διαφορετικότητα χρησιμοποιείται ως λόγος εκμετάλλευσης. Ο ρατσισμός, ξέρετε, δεν γνωρίζει στεγανά. Δεν θα τον βρείτε μόνο στην πολιτική ρητορική ή στο εκλογικό κοινό ενός κόμματος. Διατρέχει οριζόντια την κοινωνία. Για να απαντήσουν σε μια τέτοια κατάσταση οι δημοκρατικοί πολίτες χρειάζεται συντονισμός και αυξημένα αντανακλαστικά. Δεν αρκεί μόνο η καταστολή των περιστατικών και η εφαρμογή του νόμου. Πρέπει να πάψουν οι εθνικιστικές κορώνες από τους εγχώριους πολιτευτές που διασπείρουν το μίσος στα ακροατήριά τους. Στην Κρήτη κάποιοι από αυτούς προσπάθησαν να σαμποτάρουν την ομαλή ένταξη οικογενειών προσφύγων στο νησί, επιχειρώντας να ανεβάσουν στα κάγκελα τον κόσμο. Η επιχειρηματολογία τους είναι δε τόσο φαιδρή που καταλήγει σε ένα «να τους πάρεις στο σπίτι σου», όπως μου έγραψε προχθές ένας πολιτευόμενος στο twitter σε ανάρτησή μου. Το Ποτάμι και η Νεολαία του Ποταμιού την οποία εκπροσωπώ, έχουμε εξ αρχής ασκήσει κριτική στο ελλιπές αντιρατσιστικό νομικό πλαίσιο, έχουμε παλέψει για την ενίσχυση των Τμημάτων Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας της ΕΛ.ΑΣ, έχουμε τονίσει την ανάγκη ύπαρξης πολιτικής για την καταγραφή και ενσωμάτωση μεταναστών και προσφύγων αλλά και τη δικαιότερη κατανομή τους μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών – μελών. Η σωστή διαχείριση του μεταναστατευτικού και προσφυγικού ρεύματος είναι κρίσιμη όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη. Στα καθ’ ημάς – σε επίπεδο κοινωνίας- δεν αρκεί να αντιμετωπίζουμε τα περιστατικά επιθέσεων παθητικά, με ματιά απλά ειδησεογραφική, ούτε να κάνουμε δηλώσεις καταδίκης και να συνεχίζουμε τη ζωή μας. Όσο δεν κάνουμε κάτι για να σταματήσουμε την ρατσιστική βία, όσο δείχνουμε ανοχή σε αυτήν, τη νομιμοποιούμε. Αν δεν αντιδράσεις εσύ απέναντι στην κυρία που διαμαρτύρεται γιατί άνθρωπος διαφορετικού χρώματος ‘’τόλμησε’’ να καθίσει στο μετρό, αν δεν προσπαθήσεις να συνετίσεις τον σύλλογο γονέων και κηδεμόνων που αποφάσισε αποχή από το σχολείο λόγω του παιδιού από τη Συρία, μην περιμένεις να το κάνει κάποιος άλλος.

Και τώρα ας προχωρήσουμε και λίγο στα θεωρητικά για να επιστρέψουμε αργότερα στα πιο επίγεια. Το Ποτάμι από την ημέρα που δημιουργήθηκε (26/2/14) έχει κατηγορηθεί μέσα σε εισαγωγικά για ασαφές πολιτικό στίγμα. Στην αρχή χαρακτηριζόταν με τον απαξιωτικό όρο «Φιλελέδες», τόσο από τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο από την υπόλοιπη εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Έπειτα, τα κόμματα με μεγαλύτερη ιστορική αναφορά σας χαρακτήριζαν «απολιτίκ». Τι είναι για εσάς προσωπικά ο Φιλελευθερισμός; Είναι δυνατόν να κινητοποιήσει τους νέους της Ελλάδας του 2019; Θα δούμε ποτέ φιλελεύθερες φοιτητικές κοιτίδες στα Ελληνικά πανεπιστήμια οι οποίες ενδεχομένως να «απειλήσουν» την πρωτοκαθεδρία της ΔΑΠ; Επιπλέον Το Ποτάμι φαίνεται να ρέει με ελάχιστη ορμή…σε στενά ρυάκια. Γιατί πιστεύεται ότι φτάσαμε σε αυτό το αποτέλεσμα;

Πολλά τα ερωτήματά σας, να ξεκινήσω όμως από το «ασαφές πολιτικό στίγμα». Το πολιτικό στίγμα ενός χώρου δίδεται από τις πολιτικές του θέσεις – όχι από την ταμπέλα που ο ίδιος ο χώρος επιχειρεί να φορέσει. Το Ποτάμι έχει ξεκάθαρες πολιτικές θέσεις που το τοποθετούν στο φιλελεύθερο, προοδευτικό κέντρο ήδη από την ίδρυσή του. Θεωρώ αστείο το να περιμένω να μου αποδώσουν τιμή τα άλλα κόμματα ή το να αξιολογώ το πώς αυτά με προσδιορίζουν – τα ίδια κόμματα που για λόγους προσωπικής τους εκλογικής επιβίωσης θέλουν να εξαφανίσουν κάθε νέα προσπάθεια που πάει να διαφοροποιηθεί απέναντι στο κλειστό κατεστημένο που συντηρούσαν χρόνια. Πέραν αυτού, θεωρώ την διάκριση σε αριστερά και δεξιά εντελώς παρωχημένη. Αυτό που υπάρχει εκεί έξω είναι πολιτικές που επιχειρούν να μας πάνε πίσω, είτε αυτό μεταφράζεται σε συντηρητισμό, είτε σε ανομία κλπ. και πολιτικές που στόχο έχουν να μας πάνε μπροστά. Αυτές τις τελευταίες προοδευτικές πολιτικές υπερασπίζεται το Ποτάμι. Και επιτρέψτε μου μέσα από τη συνέντευξη αυτή να επιχειρήσω μια διόρθωση στον ευρύτερο δημόσιο λόγο: ο όρος απολιτίκ περιγράφει αυτόν που δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική, όχι όποιον δεν έχει μηχανισμούς ή δεν δρα βάσει της παλιάς κομματικής πεπατημένης. Το Ποτάμι είναι το κόμμα με την πλέον υπεύθυνη πολιτική στάση – κάθε του λέξη και θέση είναι βαθιά πολιτική. Αντιθέτως, απολιτίκ χαρακτηρίζω όσα κόμματα έχουν παραπετάξει τον πολίτη και τις πραγματικές του ανάγκες, εστιάζοντας απλώς και μόνο στη λογική της επανεκλογής. Φιλελευθερισμός είναι το να προτάσσεις την ελευθερία, να κατοχυρώνεις και να σέβεσαι τα ατομικά δικαιώματα, να ενισχύεις την ιδιωτική πρωτοβουλία. Όσο κι αν ξενίζει κάποιους, η νέα γενιά στην Ελλάδα είναι φιλελεύθερη και βαθιά πολιτικοποιημένη. Παρεμβαίνει ακτιβιστικά, διεκδικεί ίσες ευκαιρίες, διαδηλώνει για τα δικαιώματα των μειοψηφιών, καινοτομεί στο επιχειρείν σε περιβάλλον αντίξοο. Ουσιαστικά, ο φιλελευθερισμός για μένα είναι η μάχη που δίνεις για να κρατήσεις ανοιχτούς ορίζοντες – μια μάχη από την οποία η νέα γενιά δεν θα παραιτηθεί τόσο εύκολα. Για το επόμενο ερώτημά σας, η προϋπόθεση για να δούμε ισχυρές φιλελεύθερες κοιτίδες πολιτικής σκέψης στα πανεπιστήμια είναι μία: να σταματήσουν να τα λυμαίνονται οι κομματικές παρατάξεις. Για εμάς στο Ποτάμι ήταν συνειδητή επιλογή να απέχουμε από τα τραπεζάκια, τις αφισοκολλήσεις, τη λογική της συναλλαγής στα πανεπιστήμια. Να μην δημιουργήσουμε δική μας φοιτητική κομματική παράταξη. Τα κόμματα δεν έχουν θέση στα πανεπιστήμια – οι φοιτητές δεν χρειάζονται πάτρωνες που τους μετατρέπουν από πρωταγωνιστές σε χειροκροτητές. Δεν θέλουμε εκκολαπτήρια συναλλαγής και τραμπουκισμού. Τέλος, στο κομμάτι της σημερινής πολιτικής συγκυρίας, το Ποτάμι, όπως όλα τα μικρά κόμματα σε περιόδους κρίσης, συμπιέζεται. Στην κατάσταση αυτή δεν βοηθά η πολεμική ρητορική του διπολισμού. Από εκεί και πέρα, όταν στέκεσαι υπεύθυνα, χωρίς λαϊκισμό σε σοβαρά εθνικά ζητήματα, όπως έχει πράξει το Ποτάμι, προτού αναγνωριστείς ενίοτε τιμωρείσαι.

Θα σας αναφέρω τώρα τους Students for Liberty – Greece. Είναι ένα μη κερδοσκοπικό δίκτυο Ευρωπαϊκής εμβέλειας αποτελούμενο από φοιτητές και σπουδαστές αφοσιωμένους στη διάδοση της οικονομικής και κοινωνικής ελευθερίας, που συνεργάζονται και με το ΚΕΦΙΜ. Εσείς κομματικά αλλά και προσωπικά έχετε επαφές με το δίκτυο αυτό, το θεωρείτε ελπιδοφόρο;

Στο Ποτάμι βρισκόμαστε σε ανοιχτό διάλογο με τις φιλελεύθερες πολιτικές οργανώσεις. Και προσωπικά με την ιδιότητα μου ως στέλεχος του Ποταμιού έχω συμμετάσχει σε φιλελεύθερες πρωτοβουλίες και δράσεις ανά την Ευρώπη. Θεωρούμε πραγματικά ελπιδοφόρα κάθε προοδευτική προσπάθεια προσέγγισης και διαμόρφωσης της πολιτικής από νέους ανθρώπους, ειδικά όταν στηρίζεται σε grassroots διαδικασίες, που δεν κατευθύνονται από την κορυφή αλλά ξεκινούν από την βάση προς τα πάνω, όπως οι Students for Liberty – Greece.

Πιστεύετε θα είχε κάποιο νόημα να αναβαθμιστούν τα μαθήματα Πολιτικής Αγωγής στα ελληνικά σχολεία; Να δοθεί δηλαδή περισσότερο ενδιαφέρον στη προσπάθεια οι νέοι να έρχονται πιο κοντά στις βασικές αρχές των πολιτικών θεωριών και ιδεολογημάτων παρά να εθίζονται σε ατέρμονες και χαοτικές πολιτικές συζητήσεις και σε ότι προσλαμβάνουν από τον περίγυρο τους;

Η εξοικείωση με τους θεσμούς, την δημοκρατία, την οργάνωση του κράτους είναι αναγκαίο εφόδιο για τα παιδιά και τους εφήβους. Δεν μπορεί να είναι μια γνώση επικουρική, που την αποκτούμε αποσπασματικά, ευκαιριακά ή με δική μας μόνο πρωτοβουλία – ακριβώς γιατί το θεσμικό αυτό πλαίσιο καθορίζει τον τρόπο και την ποιότητα ζωής μας, το ποιοι μιλούν για λογαριασμό μας, τα δικαιώματά μας απέναντι στο κράτους και στους άλλους. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν πρέπει να καλλιεργεί μόνο μαθηματικούς ή φιλολόγους, αλλά και πολίτες. Η Πολιτική Αγωγή στα σχολεία πρέπει να εμπλουτιστεί, να απομακρυνθεί από τον στριφνό τρόπο με τον οποίο διδάσκεται και να συνδυαστεί με διαδραστικές πρωτοβουλίες: με διάλογο, με την πολιτειολογία και την ιστορική γνώση, με εκπαιδευτικές επισκέψεις, με αγώνες επιχειρηματολογίας, με την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης του μαθητή. Αν έχεις τέτοιες προσλαμβάνουσες είναι πιο δύσκολο να εγκλωβιστείς σε καθοδηγούμενα ιδεολογικά χαντάκια μεγαλώνοντας.

Μήπως τελικά η επανάσταση στην Ελλάδα δεν θα είναι της οργανωμένης εργατικής τάξης αλλά μιας πραγματικά Φιλελεύθερης έκρηξης, τόσο σε επίπεδο ιδεών μέσα στη κοινωνία όσο στους θεσμούς του κράτους; Θέλω να πω ακούμε συχνά ότι ο σοβαρός φιλελευθερισμός δεν ρίζωσε στην Ελλάδα. Είχαμε έναν θα λέγαμε ευνοιοκρατικό καπιταλισμό με πελατειακές σχέσεις, δοσοληψίες και τα συνακόλουθα ανδραγαθήματα. Τρία μνημόνια και δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης λέτε να μας έχουν ταρακουνήσει;

Για να θέσω αυτό που περιγράφετε με λίγο διαφορετικούς όρους, η Ελλάδα στη σύντομη ιστορία της υπήρξε δέσμια του κομματικού κράτους. Όμηρος ενός κλειστού πολιτικού συστήματος, το οποίο λειτουργεί προνομιακά για τους λίγους που εναλλάσσονται στην εξουσία και πετά προεκλογικά ξεροκόμματα στους πολλούς προκειμένου να συντηρηθεί. Η κατάργησή του κομματικού κράτους αποτελεί για το Ποτάμι την μητέρα όλων των μεταρρυθμίσεων και σημαία μας από την ίδρυσή του. Δυστυχώς μέχρι σήμερα είχαμε «επιτυχώς» γαλουχηθεί στη λογική της παροχής. Παρότι οι κρίσεις – οικονομικές και αξιακές – αποτελούν πάντα μια ευκαιρία για την ανατροπή του σκηνικού, το κατά πόσον θα γαντζωθούμε πιο γερά στην εξάρτησή μας από το κράτος ή θα απαιτήσουμε νομοθέτηση που θα μας επιτρέψει να ανοίξουμε τα φτερά μας και να σταθούμε στα πόδια μας, είναι αποκλειστικά δική μας ευθύνη.

Ας πάμε στα καθ’ ημάς επίγεια. Τι φάση με τον Αμυρά και τον Ψαριανό; Εννοώ, προσωπικά έτρεφα μια συμπάθεια απέναντι στον Γρηγόρη Ψαριανό ακόμα και πριν την «μεταγραφή» του στο Ποτάμι, την οποία και συνεχίζω να διατηρώ ακόμα και τώρα. Οι δύο κύριοι βουλευτές, θυμίζω στους αναγνώστες μας, διαφώνησαν με την στάση του Ποταμιού κατά την ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Είχαν εκφράσει και παλαιότερα τις αμφιβολίες τους απέναντι στην ενδεχόμενη χρήση του ονόματος «Μακεδονία» από τους Βόρειους γείτονες μας;

Ξέρετε, συνηθίζω να μεταφέρω την επαγγελματική μου οπτική στην πολιτική. Ως δικηγόρος δεσμεύομαι από το αίσθημα ευθύνης απέναντι σε αυτόν που εκπροσωπώ. Το ίδιο κάνω και στην πολιτική. Αν ο αξιακός κώδικας κάποιων τους επιτρέπει να επιβουλεύονται με τη ρητορική τους το κόμμα τους, ενόσω το εκπροσωπούν ως βουλευτές, κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι, εκπρόσωποι τύπου κ.ο.κ., εγώ προσωπικά σηκώνω τα χέρια ψηλά. Εσωκομματικά τιμήσαμε κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι – όπως αποδείχθηκε – δεν μας τίμησαν. Βέβαια, τα θέματα συνέπειας, πολιτικής τοποθέτησης και συμπεριφοράς των παραπάνω ατόμων, ας απασχολήσουν πλέον τους νέους τους συνοδοιπόρους. Το δεδομένο πάντως είναι πως η πέμπτη φάλαγγα στο Ποτάμι λειτούργησε καλά – το κόμμα επιχειρήθηκε να εμβολιστεί εκ των έσω.

Η συμφωνία των Πρεσπών πέρασε και με τις ψήφους του Ποταμιού και της ΔΗ.ΜΑΡ. Νομίζετε ότι τώρα που έπεσαν οι υπογραφές ένθεν κακείθεν και «σφράγισε» η συμφωνία, επαφίεται μονάχα στη κυβέρνηση να την εφαρμόσει σωστά και κατά γράμμα; Μήπως απαιτείται μια μεγάλη συνεννόηση όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων για τη στάση που οφείλουμε να κρατήσουμε στο εγγύς μέλλον τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό ως κράτος; Εννοώ απαιτείται από δω και πέρα μια άμεση και ευρεία υπερκομματική συμφωνία – «μνημόνιο» στην εξωτερική πολιτικής της χώρας σχετικά με τη Συμφωνία των Πρεσπών;

Η εξωτερική πολιτική είναι πολύ σημαντικό ζήτημα για να αναπροσαρμόζεται ευκαιριακά σε κάθε αλλαγή φρουράς ή να γίνεται έρμαιο των εσωτερικών πολιτικών συγκρούσεων. Το Ποτάμι ήδη από το 2016 έχει καταθέσει πρόταση νόμου για τη σύσταση διευρυμένου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, ακριβώς γιατί στις εξωτερικές προκλήσεις απαιτείται η μέγιστη δυνατή συνεννόηση και συναίνεση από όλους τους πολιτικούς φορείς. Η Συμφωνία των Πρεσπών θα ήταν πολύ καλύτερη από τη σήμερα υφιστάμενη, εάν είχε υπάρξει αντικείμενο συζήτησης και συμφωνίας ενός Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας. Φυσικά και απαιτείται από εδώ και πέρα υπερκομματικό consensus και δέσμευση για κοινό βηματισμό στην εξωτερική μας πολιτική. Είναι καιρός ορισμένοι να αφήσουν τις δήθεν πατριωτικές κορώνες που προορίζονται καθαρά για εσωτερική κατανάλωση, και να σταθούν υπεύθυνα στο ύψος των περιστάσεων για το καλό της χώρας μας.

Η δική σας υποψηφιότητα τι μπορεί να κάνει για τους νέους ηλικίας 17-25 χρονών; Και τέλος θα ήθελα να μου πείτε, πως πιστεύετε ότι θα μπορούσαμε να αυξήσουμε το ενδιαφέρον των νέων για τα κοινά αλλά και την ευθύνη που έχουν απέναντι στην υγιή πολιτικοποίηση των νέων τα κόμματα.

Ένας από τους στόχους που θέτω προσωπικά για την υποψηφιότητα μου είναι να ενθαρρύνω τα νέα παιδιά να μιλήσουν για όλα όσα τα απασχολούν. Να ανοίξω έναν διάλογο για όλα εκείνα που με κάνουν να αγανακτώ στην Ελλάδα και την Ευρώπη του 2019: σε επίπεδο τακτικών με τον αποκλεισμό των νέων, μη-επαγγελματιών πολιτικών από την πολιτική, με το λαϊκισμό, με τον καθοδηγούμενο κοινωνικό διχασμό· σε επίπεδο ουσίας με τις άνισες ευκαιρίες, την υποβάθμιση της παιδείας, τη νεανική ανεργία, τα αυτονόητα δικαιώματα που δεν αναγνωρίζονται, την υποχρηματοδότηση της έρευνας και τις εχθρικές για την καινοτομία συνθήκες. Είμαι σίγουρη ότι με τους περισσότερους νέους εκεί έξω μοιραζόμαστε τους ίδιους προβληματισμούς, ακόμη κι αν δεν θέλουν να τους εκφράσουν από κομματικό βήμα. Κατά τα λοιπά, η ανάγκη ενεργής πολιτικής ενασχόλησης των νέων θα τεθεί πιο επιτακτικά αν συνειδητοποιήσουμε ότι σήμερα υπάρχει σημαντικό πρόβλημα εκπροσώπησης. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: στο Ευρωκοινοβούλιο, σε σύνολο 751 ευρωβουλευτών θα βρούμε μόνο 10 νέους ως 35 ετών. Στο ελληνικό κοινοβούλιο μόνο 6. Σε ποιους λοιπόν έχουμε εμπιστευτεί τις αποφάσεις που αφορούν τη γενιά και το μέλλον μας; Δεν θα σταματήσω να το λέω: οι νέοι πρέπει να αντιμετωπιζόμαστε ως ισότιμοι παίκτες. Είμαστε ικανοί να παράξουμε -και παράγουμε- πολιτικό λόγο απαλλαγμένο από στεγανά και παρωπίδες. Έχουμε το συγκριτικό πλεονέκτημα να μην έχουμε αναπτύξει παλαιοκομματικού τύπου εξαρτήσεις και ξέρουμε να διεκδικούμε. Τα κόμματα πρέπει να προσαρμοστούν στην δική μας πραγματικότητα, όχι εμείς στην πραγματικότητα των κομμάτων. Είναι ένα στοίχημα που το έχουμε κερδίσει στο Ποτάμι, δίνοντας βήμα και ευκαιρίες στους νέους, χωρίς επετηρίδες, εστιάζοντας σε ζητήματα παιδείας, εργασίας δικαιωμάτων και διαγενεακής δικαιοσύνης.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την συνέντευξη.

Σας ευχαριστώ πολύ κι εγώ.

Πηγή: Offline Post