27 Απρίλιος, 2017

Ο Νίκος Αλιβιζάτος για τους ευεργέτες και τους δωρητές

Ποτάμι

Η μεγάλη προσφοράς των Ευεργετών – Δωρητών από την ίδρυση του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) μέχρι σήμερα , ήταν το θέμα της εκδήλωσης που διοργανώθηκε το απόγευμα της Τετάρτης στην μεγάλη αίθουσα του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου.

Στην εκδήλωση παρέστη και ο επικεφαλής του Ποταμιού Σταύρος Θεοδωράκης.

Επρόκειτο για μία από τις δράσεις που διοργανώνει το ΕΚΠΑ με αφορμή τη συμπλήρωση 180 χρόνων από την ίδρυσή του το 1837.

Μεταξύ των ομιλητών ήταν και ο Ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος ο οποίος μίλησε για τη συμβολή των εθνικών ευεργετών, που βοήθησαν το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών να αναδείξει την προσφορά του στην επιστήμη, την έρευνα και την κοινωνία.

Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή στο θέμα της συμβολής των ευεργετών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο Νίκος Αλιβιζάτος αναφέρθηκε στην προσφορά προσώπων όπως ο Βαρβάκης, ο Δόμπολης, οι αδελφοί Βαλλιάνοι, ο Συγγρός, ο Μαρασλής, ο Αρσάκης, ο Τοσίτσας, ο Ριζάρης και ο Αβέρωφ. Ενώ μίλησε και για το ισχύον θεσμικό πλαίσιο για τις κοινωφελείς περιουσίες πειργράφοντας ένα «ασφυκικό καθεστώς κρατικής εποπτείας» που όπως είπε ο Ομότιμος καθηγητής «δεν προσελκύει νέους δωρητές –εξαιρουμένων όσων εδρεύουν εκτός συνόρων, για την προσέλκυση των οποίων, ούτως ή άλλως, δεν υπάρχει χορηγική πολιτική».

Καταλήγοντας ο κ. Αλιβιζάτος τόνισε ότι στόχος πρέπει να είναι η αναζήτηση λύσεων και προτάσεων για το πως «θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας τέτοιος πατριωτισμός και κατ’ αποτέλεσμα μια χορηγική συνείδηση στους λίγους εύπορους, αλλά προπάντων στους πολλούς που η ιδέα μιας μικρής έστω ενίσχυσης ενός ευγενούς σκοπού θα συγκινούσε».

Ακολουθεί η ομιλία του Ομότιμου καθηγητής Νίκου Κ. Αλιβιζάτου:

Χορηγική πολιτική και νέες προκλήσεις

Στη δεκαετία του 1970, στη μνημειώδη διδακτορική διατριβή που είχε αφιερώσει στη διαμόρφωση της νεοελληνικής κοινωνίας, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς μελέτησε διεξοδικά ένα θέμα που έως τότε δεν είχε απασχολήσει σοβαρά ούτε τους ιστορικούς ούτε τους κοινωνιολόγους: τον ρόλο των εκπαιδευτικών μηχανισμών στη χώρα μας και το ποιος του χρηματοδοτούσε. Εκτός από τους Δήμους, που το ίδιο το Σ. όριζε ότι χρηματοδοτούν τα δημοτικά σχολεία, πόσα δαπανούσε το κράτος για τη μέση εκπαίδευση και το ένα και μοναδικό τότε ακόμη πανεπιστήμιο της χώρας; Βλέποντας δυσανάλογα μεγάλο μέγεθος των δωρεών, ο Τσουκαλάς έψαξε να δει ποιος τις έκανε.

Κατάρτισε έτσι τον κατάλογο των εθνικών ευεργετών, στους οποίους δεν περιλαμβάνονταν μόνο τα ονόματα των μεγάλων και γνωστών, όπως ο Βαρβάκης, ο Δόμπολης, οι αδελφοί Βαλλιάνοι, ο Συγγρός, ο Μαρασλής, ο Αρσάκης, ο Τοσίτσας, ο Ριζάρης, ο Αβέρωφ και άλλοι, αλλά και δεκάδες μικρότεροι, που χρηματοδοτούσαν την ανέγερση «ταπεινότερων» έργων, όπως συνήθως τα δημοτικά σχολεία στις γενέτειρές τους. Οι μεγάλοι ανήκαν σχεδόν όλοι στον παροικιακό ελληνισμό, από την Αλεξάνδρεια ως την Βιέννη, ενώ οι μικροί ήταν στην πλειοψηφία τους εγκατεσπαρμένοι σε όλη στο μικρό ανεξάρτητο βασίλειο. Στο δίτομο έργο των Ανδρέα Αντωνόπουλου και Χαρίκλειας Μπαλή για τους ευεργέτες και δωρητές του Πανεπιστημίου μας, που επιμελήθηκε προ ετών ο ακαδημαϊκός Κων/ος Σβωλόπουλος, δημοσιεύεται σε φωτοτυπία από την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο κατάλογος με τα ονόματα των εκατοντάδων δωρητών, που από τις παροικίες, την Αθήνα και όλες τις επαρχίες της μικροσκοπικής τότε Ελλάδας συνεισέφεραν μικρότερα ή μεγαλύτερα ποσά για την ανέγερση της πρόσθιας πτέρυγας του ιστορικού τούτου κτιρίου. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό τεκμήριο, το διαχρονικό μήνυμα του οποίου είναι ότι μπορούν να επιτευχθούν πάρα πολλά με σχέδιο και στοιχειώδη ανάμεσα στον ελλαδικό και τον παροικιακό ελληνισμό.

Καθ’ όλο το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και τις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ού, τα καταλειφθέντα ποσά είναι τεράστια. Ο Τσουκαλάς συνέκρινε το άθροισμά τους με τον προϋπλογισμό του Υπουργείου Παιδείας τα αντίστοιχα χρόνια, για να καταλήξει στο εκπληκτικό συμπέρασμα ότι, ως το 1870, οι δωρεές 10 μόνον μεγάλων ευεργετών υπερέβαιναν κατά πολύ τα κονδύλια που το κράτος είχε διαθέσει στην παιδεία. Το φαινόμενο συνεχίσθηκε, αν και με μικρότερη ένταση, ως το 1922, οπότε, μετά την Μικρασιατική καταστροφή διεκόπη.

Στα ανωτέρω ποσά, ο Τσουκαλάς προσέθεσε και όσα οι ίδιοι περίπου ευεργέτες διέθεσαν για υποτροφίες σε άπορους φοιτητές, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από τη δική μου έρευνα συνάγεται ότι τα μισά και πλέον κληροδοτήματα που συστάθηκαν στο πανεπιστήμιό μας ως το 1944, προέρχονταν από καθηγητές του που πέθαιναν άτεκνοι και άφηναν τις περιουσίες τους για την οικονομική ενίσχυση φοιτητών που προέρχονταν συνήθως από τον τόπο καταγωγής τους.

Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληγε ο συγγραφέας έχει μεγάλη σημασία για το θέμα που μας απασχολεί απόψε:
[Η] εθνική συνείδηση που αναπαραγόταν στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου [εκείνη την περίοδο] ήταν στενά συνδεδεμένη με τον ‘πολιτιστικό πατριωτισμό’ που ενσάρκωναν όλοι οι σχολικοί μηχανισμοί και κυρίως το Πανεπιστήμιο Αθηνών (Τσ. 492).

Πολιτιστικός πατριωτισμός, λοιπόν, ο οποίος, σε συνδυασμό με αυτό που ο ίδιος συγγραφέας αποκαλεί μορφωσιολατρεία, τοποθετούσαν την Ελλάδα, στις παραμονές του Α’ παγκόσμιου πολέμου, στην κορυφή των χωρών της Βαλκανικής και της Ανατολικής Μεσογείου, από πλευράς παιδείας κατάρτισης και ενσωμάτωσης στον ευρωπαϊκό εμπορικό, κεφαλαιουχικό και κατ’ επέκταση και πολιτιστικό χώρο.

Η έρευνα του συγγραφέα δεν προχωρεί δυστυχώς στον 20ό αιώνα και έτσι δεν γνωρίζουμε τους ακριβείς λόγους για τους οποίους οι δωρεές έπαψαν και τα κληροδοτήματα σταμάτησαν. Να φταίει άραγε η Μικρασιατική Καταστροφή και η παραζάλη που προκάλεσε η περίθαλψη και βαθμιαία ενσωμάτωση ενός ιλιγγιώδους αριθμού προσφύγων; Να φταίει ο Εθνικός Διχασμός και ο Εμφύλιος, που σημάδεψαν την εθνική μας πορεία ως την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας; Το βέβαιο είναι ότι ο ενθουσιασμός και η αισιοδοξία που προκαλούσε στον πρώτο αιώνα της ανεξαρτησίας η Μεγάλη Ιδέα στο εσωτερικό και το εξωτερικό εξέλειπαν. Και έπρεπε να φθάσουμε ως την Μεταπολίτευση του 1974 και την ένταξη της χώρας μας στην τότε ΕΟΚ για ξανάρθει πάλι το χαμόγελο, η αυτοπεποίθηση και η πίστη στις δυνάμεις του έθνους. Και τα Μνημόνια; εύλογα θα ρωτούσε κάποιος. Θέλω να πιστεύω ότι δεν ανέκοψαν μια θετική κατ’ αρχήν πορεία και ότι, τουναντίον, η προσγείωση στη πραγματικότητα που προκάλεσαν, όσο επώδυνη και αν είναι, θα αποτελέσει το βάθρο για ένα νέο ξεκίνημα σε πιο γερές βάσεις.

Το βέβαιο είναι ότι, τα τελευταία χρόνια, η χορηγική παράδοση φαίνεται να αναβιώνει. Δεν μιλώ μόνο για τα περίλαμπρα έργα στον άξονα της οδού Πειραιώς και της λεωφόρου Συγγρού, αν και στις μέρες μας δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλη χώρα ανάλογου επιπέδου ανάπτυξης, που την Εθνική Βιβλιοθήκη της, το μέγαρο της όπεράς της και ένα μείζον νοσσηλευτήριο να τα έχουν κατασκευάσει εξ ολοκλήρου ιδιωτικοί φορείς. Θα σταθώ περισσότερο στις μικρότερες δωρεές και χορηγίες εξακολουθούν να δίνονται περιορισμένα αλλά σταθερά στο πανεπιστήμιό μας. Αυτές, σε μια περίοδο που, λόγω κρίσεως, η κρατική χρηματοδότηση έχει συρρικνωθεί δραματικά (από τα 77 εκ. Ευρώ το 2009 έφθασε σε λιγότερα από 10 εκ. 2016) αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Για να σταθώ σε ένα και μόνο παράδειγμα, ως καθηγητής της Νομικής, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι φέτος, εν μέσω κρίσεως, συντελέσθηκε το σημαντικότρο έργο για την αναβάθμιση της Σχολής μας αφ’ ότου πρωτοδιορίσθηκα, το 1980, με την κατασκευή της βιβλιοθήκης μας στο ιστορικό κτίριο του Παλαιού Χημείου στην οδός Σόλωνος και με την ανακαίνιση του νεοκλασικού κτιρίου της συμβολής των οδών Ακαδημίας και Σίνα, για τη στέγαση της γραμματείας, των γραφείων των καθηγητών και αρκετών αιθουσών σεμιναρίων.

Τα έργα αυτά δεν θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν χωρίς τη χρηματοδότηση ιδιωτών. Δεκάδες είναι εξ άλλου οι χορηγίες προς τα δυο πανεπιστημιακά νοσοκομεία, το Αρεταίειο και το Αιγινήτειο, ενώ αρκετές είναι οι πανεπιστημιακές κλινικές και τα εργαστήρια οφείλουν που πολλά σε δωρητές και χορηγούς. Στο «μέτωπο» των υποτροφιών, τέλος, το ποσό που διατέθηκε το 2016 από τα εισοδήματα των πανεπιστημιακών κληροδοτημάτων ξεπερνά το διόλου ευκαταφρόνητο σε περιόδους σαν τη σημερινή ποσό των τα 3 εκ. Ευρώ ετησίως για υποτροφίες εσωτερικού και εξωτερικού, σε 307 συνολικά φοιτητές.

Δεν θα είχε νόημα να σας κουράσω με άλλα στοιχεία. Πολύ περισσότερο που κάτι τέτοιο θα κινδύνευε να δώσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι ξαναζούμε ένδοξες «χορηγικές» στιγμές σαν και εκείνες του 19ου αιώνα. Αυτό, ωστόσο, δεν συμβαίνει, για δυο προπάντων λόγους: πρώτον, το θεσμικό πλαίσιο για την «υποδοχή» του φαινομένου είναι κατά τη γνώμη μου παρωχημένο. Και δεύτερον, λείπει το αναγκαίο πνευματικό υπόστρωμα για την ανάπτυξη και πάλι του χορηγικού φαινομένου, δηλαδή ένας νέος χορηγικός πατριωτισμός. Πιο συγκεκριμένα:
Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο για τις κοινωφελείς περιουσίες δεν προσελκύει νέους δωρητές –εξαιρουμένων όσων εδρεύουν εκτός συνόρων, για την προσέλκυση των οποίων, ούτως ή άλλως, δεν υπάρχει χορηγική πολιτική. Τουναντίον, απογοητεύει τους παλαιούς. Το ασφυκτικό καθεστώς κρατικής εποπτείας και ελέγχου του α.ν. 2039/1939 –παρ’ ότι αυτός βελτιώθηκε σε αρκετά σημεία με τον ν. 4182/2013- στερεί από τα κοινωφελή ιδρύματα την ευελιξία που χρειάζονται για την επίτευξη των σκοπών τους. Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι οι υποψήφιοι δωρητές αντιμετωπίζονται από τις αρμόδιες Αρχές πρωτίστως ως εν δυνάμει φοροφυγάδες και σπανιότατα ως ανυστερόβουλοι εθελοντές -πολύ λιγότερο ως ευεργέτες.

Δεν σκοπεύω να αναφερθώ στο φορολογικό καθεστώς των κοινωφελών περιουσιών, που θα μπορούσε από μόνο του να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής ομιλίας. Ούτε το ζήτημα του εθελοντισμού, επιμέρους κεφάλαιο του οποίου είναι η δράση των κοινωφελών ιδρυμάτων. Θα περιορισθώ μόνο στη θεσμική διάσταση του προβλήματος, δηλαδή την οργάνωση των κοινωφελών ιδρυμάτων και την εποπτεία τους.

Η ατυχής απόπειρα της δικτατορίας Παγκάλου το 1925-26 να διαθέσει υπέρ της «Αεροπορικής Αμύνης» κληροδοτήματα και σημαντικά χρηματικά ποσά που είχαν δωριθεί στο κράτος για άλλους σκοπούς, προκάλεσε, κατά παγκόσμια σχεδόν πρωτοτυπία, την εισαγωγή στο Σύνταγμα διάταξης που απαγορεύει τη μεταβολή του περιεχομένου ή όρων διαθηκών ή δωρεών «ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού». Την διάταξη αυτή του Συντάγματος του 1927 επαναλαμβάνουν έκτοτε όλα τα Συντάγματά μας. Με πάγια νομολογία, τα δικαστήρια επεξέτειναν την ως άνω προστασία και στον τρόπο διοίκησης των κοινωφελών ιδρυμάτων.

Πιο ευλύγιστο από τα αντίστοιχα άρθρα των παλαιότερων Συνταγμάτων μας, που απαιτούσαν την ψήφιση νόμου, το άρθρο 109 του ισχύοντος επιτρέπει την «επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση» των καταλειπομένων και δωρουμένων για άλλο κοινωφελή σκοπό, με δικαστική απόφαση, εφ’ όσον κριθεί «ότι η θέληση του διαθέτη ή δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της». Η σχετική αρμοδιότητα έχει ανατεθεί στο Εφετείο Αθηνών.

Το 2001 προσετέθη 3η παράγραφος στο άρθρο 109, η οποία προβλέπει την ψήφιση νόμου που θα διαλαμβάνει αφ’ ενός μεν τα της σύνταξη μητρώου κληροδημάτων και, αφ’ ετέρου τα της «διοίκησης» και «διαχείρισης» κάθε κληροδοτήματος, «σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη ή δωρητή». Ο νόμος αυτός ήταν ο ν. 4182/2013, ο οποίος, ωστόσο, έχασε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει μια ριζική εν προκειμένω τομή.

Η τελευταία αυτή διάταξη είναι εκείνη που προπαντός ενδιαφέρει τον προβληματισμό της παρούσας ομιλίας: αν και το Σύνταγμα επιβάλλει την κρατική εποπτεία και μέριμνα για τα κοινωφελή ιδρύματα, δεν διευκρινίζει τον τρόπο με τον οποίο αυτή μπορεί να ασκηθεί. Ως εκ τούτου, τα περιθώρια πρωτοβουλιών του κοινού νομοθέτη είναι μεγάλα. Ας δούμε όμως πώς αντιμετωπίζεται το πρόβλημα σε άλλες χώρες με συγγενή νομικό πολιτισμό.

Λόγω του ευνοϊκού φορολογικού καθεστώτος που συνήθως απολαμβάνουν, τα κοινωφελή ιδρύματα και, γενικότερα, τα κληροδοτήματα τελούν παντού υπό κάποιου είδους κρατική εποπτεία. Η ένταση όμως και η έκταση της τελευταίας ποικίλλει από χώρα σε χώρα. Πολύ σχηματικά, τρία είναι τα μοντέλα που σήμερα ακολουθούνται:

Πρώτον, το μοντέλο της άμεσης κρατικής εποπτείας στα κοινωφελή ιδρύματα: η σχετική αρμοδιότητα ανατίθεται σε κάποια λιγότερο ή περισσότερο ειδικευμένη υπηρεσία του Δημοσίου. Σε αρκετές περιπτώσεις προκρίνεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης ή το Υπουργείο Εσωτερικών (όπως στη Γαλλία) όχι όμως το Υπουργείο Οικονομικών, όπως στην Ελλάδα, το οποίο, ως αρμόδιο για τη συλλογή των φόρων, δεν θεωρείται εν προκειμένω «αντικειμενικό». Με ουσιώδεις διαφορές, το μοντέλο αυτό, δηλαδή της άμεσης κρατικής εποπτείας μεταξύ άλλων, οι ακολουθούν οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και, εν μέρει, η Γερμανία. (Και στις τρείς αυτές χώρες, σημειωτέον, τη σχετική αρμοδιότητα ασκούν οι φορολογικές αρχές).

Δεύτερον, το μοντέλο της Ανεξάρτητης Αρχής. Η βρετανική Charity Commission είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Με έδρα το Λονδίνο, έχει άλλα τρία γραφεία σε μεγάλες πόλεις της Αγγλίας και της Ουαλίας και απασχολεί πάνω από 450 υπαλλήλους. Το Δ.Σ. επιλέγεται με ανοιχτές διαδικασίες προκήρυξης και λογοδοτεί στη Βουλή. Το μοντέλο αυτό ακολουθείται πλέον στη Νέα Ζηλανδία και τη Βόρεια Ιρλανδία, ενώ συζητείται η εισαγωγή του στην Αυστραλία και τον Καναδά.

Το τρίτο και τελευταίο μοντέλο είναι αυτό της αυτορρύθμισης: τα κοινωφελή ιδρύματα -και οι άλλοι εξομοιούμενοι προς αυτά φορείς- συγκροτούν τα ίδια έναν εποπτικό φορέα, ο οποίος, υπό την εποπτεία του κράτους, παρακολουθεί, παρεμβαίνει και ενισχύει τη δράση τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου φορέα είναι ο ολλανδικός CBF (Centraal Bureau Fondsenwerving), ο οποίος ελέγχει και πιστοποιεί τους φορείς-μέλη του˙ επί των τελευταίων, εν τούτοις, το κράτος, δια των αρμοδίων αρχών, διατηρεί τη δυνατότητα απ’ ευθείας ελέγχων, για παράβαση των γενικών νόμων (φορολογικών και όχι μόνον).

Καταλληλότερη για τη χώρα μας θα έβλεπα την τρίτη από τις ανωτέρω λύσεις, δηλαδή το μοντέλο της αυτορρύθμισης, καθώς ανταποκρίνεται περισσότερο προς τις ελληνικές ιδιαιτερότητες, αλλά και προς τα δεδομένα της σημερινής συγκυρίας (στενότητα πόρων κ.λπ.). Προτείνεται, ειδικότερα, οι ενδιαφερόμενοι φορείς να συστήσουν ένα ξεχωριστό νομικό πρόσωπο (: ας το ονομάσουμε προσωρινά «Συμβούλιο Κληροδοτημάτων»), κατά το πρότυπο της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας, το οποίο θα τελεί υπό την εποπτεία του κράτους (κατά προτίμηση όχι του Υπουργείου Οικονομικών). Με κριτήριο το μέγεθος των μελών-εταίρων, θα μπορούσαν να προβλεφθούν δύο ή και περισσότερες κατηγορίες μελών και ένα σύστημα ψηφοφορίας (με στάθμιση της βαρύτητας της ψήφου κάθε μέλους) που να αποκλείει αθέμιτες συμπράξεις.

Κατά το προηγούμενο άλλων φορέων γενικότερου ενδιαφέροντος, όπως η ΕΣΗΕΑ, η ΕΙΕΑ κ.ά., θα πρέπει να επιδιωχθεί η νομοθετική κύρωση του καταστατικού του «Συμβουλίου», κάτι που θα του προσέδιδε το αναγκαίο κύρος και θα κάλυπτε τυχόν αποκλίσεις από τις γενικές ρυθμίσεις. Και τούτο, υπό την (διπλή) προϋπόθεση: (α) ότι τα μέλη θα μπορούν μόνα τους (δηλαδή χωρίς σύμπραξη του κράτους) να τροποποιούν το καταστατικό του Συμβουλίου˙ και (β) ότι θα παρέχονται στο Συμβούλιο ευρύτατα περιθώρια αυτοδιοίκησης-αυτοοργάνωσης, με εσωτερικό οργανισμό που θα καταρτίζει το ίδιο.

Ο κυρωτικός νόμος (ή, εν πάση περιπτώσει, ο νόμος που θα αντικαταστήσει τους υφιστάμενους) θα αναθέτει στο Συμβούλιο όχι μόνο την εποπτεία, αλλά και την «πιστοποίηση» των κοινωφελών ιδρυμάτων, για την είσοδό τους στο «Συμβούλιο» ως μελών.

Ο ίδιος νόμος θα πρέπει να καθιερώνει την πολυτυπία των κοινωφελών ιδρυμάτων, προπάντων με ουσιαστικά κριτήρια (μέγεθος, προϋπολογισμός, δράση). Θα πρέπει να εξετασθεί αν και σε ποιο βαθμό οι σημερινές διακρίσεις σε δημόσια και ιδιωτικά, ελληνικά και αλλοδαπά κοινωφελή ιδρύματα προσφέρονται για λειτουργικότερες κατηγοριοποιήσεις.

Θα ήταν τέλος χρήσιμο ο νόμος να προκρίνει πανηγυρικά τον κατασταλτικό έλεγχο αντί του προληπτικού, αποκλειστικά από το «Συμβούλιο», το οποίο και μόνο θα λογοδοτεί στο κράτος για το πώς ασκεί την εποπτεία του.

Το Συμβούλιο, τέλος, θα είναι εκείνο που θα τηρεί το προβλεπόμενο Μητρώο κληροδοτημάτων, θα παρέχει συμβουλές και πληροφορίες σε κάθε ενδιαφερόμενο και θα προωθεί την υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών στο πεδίο του εθελοντισμού και της ευεργεσίας. Η επιτυχία του ν. 3525/2007 που ίδρυσε ως ξεχωριστή κατηγορία την «πολιτιστική χορηγία» δείχνει πως, με έξυπνες ιδέες και ανοιχτή διάθεση μπορούν να επιτευχθούν πολλά.

Είναι προφανές ότι ιδρύματα εκ του νόμου κοινωφελή, όπως τα πανεπιστήμια, μόνο να ωφεληθούν θα είχαν από την ανωτέρω μεταρρύθμιση. Διότι, ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, θα μπορούσαν να ενταχθούν άνευ άλλου στο Συμβούλιο και να αναπτύσσουν στο πλαίσιό τους μια χορηγική πολιτική, προσαρμοσμένη στις ιδιομορφίες τους. Για παράδειγμα, κατά το πρότυπο που ακολουθείται από χρόνια στα μεγάλα αμερικανικά πανεπιστήμια, θα μπορούσε να αναπτυχθεί ο θεσμός των επώνυμων εδρών, χωρίς προφανώς καμιάν ανάμιξη του κράτους ή ακόμη λιγότερο των χορηγών σε ακαδημαϊκά ζητήματα, πέραν της αναγραφής της επωνυμίας τους. Σε ακόμη μικρότερη κλίματα, πάντοτε κατά τις πρακτικές που ακολουθούνται σε ξένα πανεπιστήμια θα μπορούσε να επιδιωχθεί η οργάνωση των αποφοίτων και να επιδιωχθεί η εκ μέρους τους ενίσχυση, όχι μόνον σε χρήμα, αλλά και σε είδος του πανεπιστημίου. [Θυμάμαι ακόμη την εξαγγελία του κτιριακού προγράμματος γνωστού αμερικανικού πανεπιστημίου, που παρείχε τη δυνατότητα σε υποψήφιους χορηγούς να δώσουν το όνομά τους σε μικρότερη ή μεγαλύτερη αίθουσα διδασκαλία, ανάλογα με το μέγεθος της δωρεάς τους]. Ειδικά, πάντως, για το πανεπιστήμιό μας, που διαθέτει από παλιά ειδικευμένη υπηρεσία με έμπειρο προσωπικό, ένα πρώτο βήμα προς την ορθή κατεύθυνση θα ήταν να μετατραοπεί ο έλεγχος του κράτους (σήμερα της αποκεντρωμένης περιφέρειας από προληπτικό σε κατασταλτικό, με πρόβλεψη δρακόντειων κυρώσεων για παραβίαση της ισχύουσας νομοθεσίας.

Φθάνω έτσι στην δεύτερη προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός χορηγικού κινήματος, που είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για έναν νέο «πολιτιστικό πατριωτισμό». Είμαι βέβαιος ότι όσοι εξ ημών παρακολουθούμε τη δράση του «Διαζώματος» και του ταλαντούχου Σταύρου Μπένου, αντιλαμβάνονται τι εννοώ.

Πως θα μπορούσε, λοιπόν, να δημιουργηθεί ένας τέτοιος πατριωτισμός και κατ’ αποτέλεσμα μια χορηγική συνείδηση στους λίγους εύπορους, αλλά προπάντων στους πολλούς που η ιδέα μιας μικρής έστω ενίσχυσης ενός ευγενούς σκοπού θα συγκινούσε; Πώς θα μπορούσε, με άλλα λόγια, διατηρώντας την αξιοπρέπειά του το κράτος και ειδικά το πανεπιστήμιο να απευθυνθεί σε αυτούς τείνοντας χείρα όχι ελεημοσύνης, αλλά συνεργασίας για έναν υψηλό σκοπό;

Εν πρώτοις, θα έλεγα, αποδίδοντας σημασία στο θέμα, το οποίο ειδικά στη χώρα μας έχει, όπως είδαμε σπουδαία παράδοση, η οποία ταυτίζεται εν πολλοίς με τη νεότερη ιστορία της. Ιεραρχώντας, με άλλα λόγια, το θέμα πολύ ψηλά στην ημερήσια διάταξη όχι μόνον τη πολιτιστικής, αλλά και της εκπαιδευτικής πολιτικής. Και εκμεταλλευόμενοι από εκεί και πέρα το ταλέντο και τη δημιουργικότητα ενός πλήθους ειδικών, που είναι αμαρτία να τους απορροφά μόνον η διαφήμιση και ο ιδιωτικός τομέας.

Δείτε φωτογραφίες:

Φωτογραφίες: Θοδωρής Μανωλόπουλος