23 Οκτώβριος, 2019

Οι δύο αποφάσεις του ΣτΕ για την θρησκευτική εικόνα στην αίθουσα της Ολομέλειάς του

Βασίλης Σωτηρόπουλος

Μέσα σε ένα χρόνο η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας εξέδωσε δύο διαφορετικού περιεχομένου αποφάσεις για το αίτημα της αφαίρεσης της εικόνας του Χριστού από την αίθουσα της συνεδρίασης του ανώτατου δικαστηρίου. Έτυχε να είμαι ο δικηγόρος που υπέβαλα και τις δύο φορές το αίτημα αυτό, κατόπιν αιτήσεως των ανθρώπων που εκπροσωπούσα σε υποθέσεις θρησκευτικής ελευθερίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η πρώτη υπόθεση αφορούσε αίτηση ακύρωσης γονέων και μαθητών καθώς και της Ένωσης Αθέων για την ακύρωση των υπουργικών αποφάσεων που καθόριζαν το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών και δικάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2018. Η δεύτερη υπόθεση αφορούσε αιτήσεις ακύρωσης γονέων και μαθητών και της Ένωσης Αθέων για τις υπουργικές αποφάσεις του Γαβρόγλου που επέβαλαν την αναγραφή του πεδίου θρήσκευμα σε απολυτήρια και άλλα πιστοποιητικά του γυμνασίου και του Λυκείου. Και στις δύο υποθέσεις, το αίτημα υποβλήθηκε εγγράφως πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και απορρίφθηκε και τις δύο φορές. Το αίτημα που υπέβαλα είχε και στις δύο περιπτώσεις την ίδια νομική βάση: υποστήριξα δηλαδή ότι το Δικαστήριο καλείται να δικάσει μια υπόθεση θρησκευτικής ελευθερίας από αιτούντες που δεν ασπάζονται την κρατούσα θρησκεία που συμβολίζεται με την εικόνα του Χριστού μέσα στην δικαστική αίθουσα και ότι αυτό είναι ένα στοιχείο "εξωτερικής αμεροληψίας" (δηλαδή "φαίνεσθαι") ανεξάρτητο απο την εσωτερική αμεροληψία (ενδιάθετο φρόνημα κάθε δικαστή) που δεν εξασφαλίζει ο θρησκευτικός χρωματισμός της δικαστικής αίθουσας έτσι ώστε να καλύπτονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη). 
Αξίζει να δούμε πώς διαφοροποιήθηκαν τα επιχειρήματα των δικαστών στις δύο αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου.

Η πρώτη απόφαση είναι η υπ' αρ. 130/2018 της Ολομέλειας του ΣτΕ (παρεμπίτουσα) με την οποία το αίτημα που υπέβαλα απορρίφθηκε ως "απαράδεκτο", δηλαδη η πλειοψηφία έκρινε ότι δεν είχαν τηρηθεί οι τυπικές προϋποθέσεις για την επί της ουσίας εξέτασή του.

"Τούτο προεχόντως διότι το εν λόγω αίτημα δεν αποτελεί αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης ούτε  έχει, αντικειμενικά οποιαδήποτε συνδεση με το προεκτεθέν αντικείμενο, που αφορά διαφορετικό ζήτημα, κατά τρόπο ώστε να μην τίθεται ζήτημα κατ' ουσίαν εξετάσεως τυχόν παραβιάσεως της απαγορεύσεως διακρίσεων λόγω θρησκεύματος ούτε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, της αρχής της δίκαιης δίκης. Εξάλλου, η αποδοχή του προβληθέντος με τον ανωτέρω τρόπο αιτήματος θα συνιστούσε ικανοποίηση προσβαλλόμενου δικαιώματος χωρίς δίκη, γεγονός που θα οδηγούσε σε προσβολή αντίστοιχου δικαιώματος των αντιδίκων."

Μπούρδες, όπως δέχτηκε η ίδια η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας εννέα (9) μόλις μήνες μετά, κρίνοντας παραδεκτό το αίτημα που είχε υποβληθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Άλλωστε, ποια "προσβολή αντίστοιχου δικαιώματος των αντιδίκων", όταν ο αντίδικος ήταν το Υπουργείο Παιδείας; Είχε "δικαίωμα" το Υπουργείο Παιδείας να υφίσταται η εικόνα του Χριστού εντός της αίθουσας συνεδρίασης; Αστειότητες. Υπήρξε άλλωστε και μια μειοψηφία των Συμβούλων Επικρατείας κ.κ. Νίκα, Κουσούλη, Χλαμπέα, Πικραμένου, Σύμπλη και Ζιάμου (επί συνόλου 29 δικαστών):

"οι οποίοι διατύπωσαν την γνώμη ότι το εν λόγω αίτημα υποβλήθηκε, κατ' αρχήν παραδεκτώς και έπρεπε να συζητηθεί κατ' ουσίαν."

Επίσης υπήρξε και ένας μεμονωμένος Σύμβουλος της Επικρατείας, ο κ. Αραβάνης, ο οποίος διατύπωσε την γνώμη ότι

"το αίτημα υποβλήθηκε παραδεκτώς, είναι βάσιμο για τους εκτιθέμενους σε αυτό λόγους, έπρεπε δε, κατ' αποδοχή του, να αφαιρεθεί εκ των προτέρων το εν λόγω σύμβολο".

Η δεύτερη απόφαση είναι η υπ' αρ. 71/2019 της Ολομέλειας του ΣτΕ (παρεμπίπτουσα) με την οποία το αίτημα που υπέβαλα απερρίφθη ως νόμω αβάσιμο. Συγκεκριμένα, το ΣτΕ στην απόφαση αυτή αναφέρεται στο άρθρο 3 του Συντάγματος περί επικρατούσας θρησκείας και έκρινε ως εξής:

"Στο πλαίσιο αυτό, ακολουθούνται εθιμικά ορισμένες πρακτικές σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση. Πράγματι, ήδη από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, αναρτώνται θρησκευτικές εικόνες ή σύμβολα στις αίθουσσες των δικαστηρίων, όπως και σε άλλα δημόσια κτίρια (λ.χ. στις αίθουσες των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, πρβλ ΕΔΔΑ Μειζ. Συνθ. Lautsi και λοιποί κατά Ιταλίας της 18ης Μαρτίου 2011, 30814/06), η πρακτική δε αυτή ακολουθείται παγίως και κατά τρόπο ομοιόμορφο από όλα τα δικαστήρια. Οι αιτούντες με την υποβοή του κρινόμενου αιτήματος απομάκρυνσης της θρησκευτικής εικόνας από την αίθουσα συνεδριάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν οποιαδήποτε βλάβη που τυχόν υφίστανται από την τήρηση της παραπάνω πρακτικής, όπως λόγου χάριν, επιρροή του θρησκευτικού συμβόλου στο φρόνημα των μελών της συνθέσεως που θα εκδικάσει την υπόθεσή τους, ή στην άσκηση των δικαιωμάτων τους στο ακροατήριο ή στον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας, ούτε άλλωστε επικαλούνται ότι η διενέργεια διαδικαστικών πράξεων σε δικαστικές αίθουσες με αναρτημένα θρησκευτικά σύμβολα έχει επιδράσει, κατά τρόπο αντίθετο προς την δικαστική αμεροληψία, στο περιεχόμενο της απόφασης τούτου είτε και άλλου δικαστηρίου, η οποία αφορά σε αντικείμενο ίδιο ή παρεμφερές με αυτό των προαναφερόμενων αιτήσεων ακύρωσης (πρβλ. ΕΔΔΑ αποφάσεις Δημητράς και λοιποί κατά Ελλάδος της 3ης Ιουνίου 2010, 42837/06 κ.λπ., σλ. 55-56, και της 3ης Νοεμβρίου 2011, 34207/08 κ.λπ., σκ. 37 - 38, ΣτΕ 2980/2013). Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 τηε ΕΣΔΑ απο μόνη την διατήρηση, κατά την επίμαχη συνεδρίαση, της παραπάνω μακροχρόνιας πρακτικής, η οποία εμπίπτει κατ' αρχήν στο περιθώριο εκτίμησης του ελληνικού κράτους (πρβλ. την ανωτέρω απόφαση ΕΔΔΑ Μειζ. Συνθ. Lautsi και λοιποί κατά Ιταλίας της 18ης Μαρτίου 2011, Ολομ., 30814/06, σκ. 67 - 69), ενόψει και της συνταγματικής πρόβλεψης περί επικρατούσας θρησκείας στον νομοθέτη δε εναπόκειται να αποφασίσει εάν θα διακόψει, κατά τρόπο γενικό και ενιαίο την μακροχρόνια αυτή πρακτική που ακολουθείται εθιμικά. Κατόπιν τούτων, το υποβληθέν από τους αιτούντες αίτημα αφαίρεσης της θρησκευτικής εικόνας από την αίθουσα συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, ενόψει της εκδίκασης συγκεκριμένων υποθέσεων, πρέπει να απορριφθεί."
Υπήρξε φυσικά και μειοψηφία των Συμβούλων Επικρατείας κ.κ. Αραβάνη, Παπαδοπούλου και Γαλελιανού - Χαλκιαδάκη κατά την γνώμη των οποίων

"το αίτημα πρέπει να γίνει δεκτό, διότι η εκδίκαση υπθέσεων με αντικείμενο την απάλειψη του θρησκεύματος από το απολυτήριο και τα πιστοποιητικά σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εντός δικαστικής αίθουσας στην οποία είναι αναρτημένα θρησκευτικά σύμβολα, και μάλιστα του επίδικου θρησκεύματος, παραβιάζει το άρθρο 13 του Συντάγματος και τα άρθρα 6 παρ. 1 και 9 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όπως βασίμως προβάλλουν οι αιτούντες."
Το σχόλιο μου και για τις δύο αποφάσεις είναι ότι με λυπεί ιδιαίτερα που το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν ακολουθεί την ευρωπαϊκή μεθοδολογία με βάση την οποία εξετάζεται το κατά πόσον ένα δικαίωμα της ΕΣΔΑ περιορίζεται νόμιμα ή όχι. Το ΕΔΔΑ, αλλά και όλα τα δικαιοδοτικά όργανα και οι ανεξάρτητες αρχές που αντιμετωπίζουν ένα αίτημα σχετικό με παραβίαση της ΕΣΔΑ ξεκινούν από τον εντοπισμό του δικαιώματος στον κατάλογο των δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ και στην συνέχεια εξετάζουν κατά πόσον ο περιορισμός που επιβάλλεται σε αυτό το δικαίωμα είναι συμβατός με τις αντίστοιχες διατάξεις του θεμιτού περιορισμού της ΕΣΔΑ, όταν δε προτείνεται παραβίαση του άρθρου 14 (απαγόρευση των διακρίσεων), η εξέταση εκκινεί από την αναστροφή του βάρους της απόδειξης, δηλαδή πρώτα εξετάζεται κατά πόσον το καταγγελλόμενο κράτος έχει να πει κάτι που να ανατρέπει την επίκληση της διάκρισης και στην συνέχεια εξετάζεται η τυχόν απάντηση του καταγγέλλοντος. Τίποτε από αυτά δεν έχει κάνει το ΣτΕ στις προαναφερόμενες αποφάσεις, γεγονός που τις καθιστά έκθετες στον έλεγχο από τον φυσικό μας δικαστή. 

ΠΗΓΗ: elawyer.blogspot.com