25 Μάρτιος, 2019

Ο πατριωτισμός ως αίσθημα

Χαρίδημος Τσούκας

Ο αείμνηστος Αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Ρόρτι παρατηρεί εύστοχα ότι η «εθνική υπερηφάνεια είναι για τις χώρες ό,τι είναι ο αυτο-σεβασμός για τα άτομα: μια αναγκαία συνθήκη για αυτο-βελτίωση». Ο συναισθηματικός δεσμός με τη χώρα σου είναι απαραίτητος, υποστηρίζει, προκειμένου να είναι γόνιμη η πολιτική διαβούλευση.

Με άλλα λόγια, για να βουλεύεται γόνιμα μια οργανωμένη πολιτική κοινότητα πρέπει οι πολίτες της να νιώθουν ότι ανήκουν σε αυτήν. Γιατί άραγε;

Μια πρώτη απάντηση είναι ότι οι άνθρωποι δεν είναι υπολογιστικές μηχανές, ούτε αλγόριθμοι. Δεν μπορούμε να μετάσχουμε γόνιμα –παραγωγικά, ευφάνταστα– σε κάτι αν δεν νιώθουμε ότι έχει σημασία για εμάς. Οπως δεν θα ασκήσεις καλά ένα επάγγελμα εάν δεν ενστερνισθείς βιωματικά τις αξίες του, έτσι δεν θα διαβουλευθείς γόνιμα για τη χώρα σου εάν δεν την αγαπάς. Ο περί κοινών λόγος διαμορφώνεται από το περί κοινών πάθος.

Μια δεύτερη απάντηση είναι ότι δίχως τον πατριωτισμό δύσκολα ανθεί η δημοκρατία. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία προϋποθέτει τον «δήμο» – μια αυτοκυβερνώμενη πολιτική οντότητα, τα μέλη της οποίας βιώνουν το αίσθημα του συνανήκειν. Στο μέτρο που η δημοκρατία εκτοπίζει παραδοσιακές ιεραρχίες και υπερκεράζει επιμέρους ταυτότητες (π.χ. θρησκευτικές, εθνοτικές, φυλετικές κ.λπ.), αναδεικνύει την ατομική συμμετοχή στα κοινά, η οποία, με τη σειρά της, για να επισυμβεί, απαιτεί την κινητοποίηση των πολιτών εφόσον αισθάνονται ότι μοιράζονται μια κοινή καταγωγή και μοίρα. Μόνο αν βιώνεις τη δημοκρατική πολιτεία ως ένα κοινό έργο που σε αφορά, θέλεις να συμμετάσχεις ενεργά στην πραγμάτωσή του.

Το αίσθημα του συνανήκειν

Αν τα μέλη της δημοκρατικής πολιτείας τα ενώνει μόνο το κοινό συμφέρον, ο συνεταιρισμός τους δεν θα έχει διάρκεια – δεν θα καταστεί κοινωνία (μετοχή στον κοινό λόγο). Χρειάζεται μια ισχυρότερη συγκολλητική ουσία για κάτι τέτοιο – μια κοινή ταυτότητα. Αν δεν οικοδομηθεί το αίσθημα του συνανήκειν, όπως λ.χ. συνέβη με το σχίσμα μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία, τη δεκαετία του 1960, είναι δύσκολο να συσταθεί ένας «δήμος» στο όνομα του οποίου θα ασκηθεί αποτελεσματικά και νομιμοποιημένα η δημοκρατική διακυβέρνηση.

Η δημιουργία του έθνους-κράτους και η ραγδαία εξάπλωσή του από τον 19ο αιώνα και μετά καθιέρωσε την κοινή εθνική ταυτότητα ως τη βάση της δημοκρατικής διακυβέρνησης: το έθνος είναι ο κορμός του «δήμου» στο όνομα του οποίου ασκείται η διακυβέρνηση. Από τη στιγμή που δημιουργείται, το έθνος-κράτος, μέσω των εκπαιδευτικών-πολιτιστικών θεσμών του, αναζητεί μια κοινή αφήγηση – επιμελείται τα ιστορικά γεγονότα με τρόπο που υπογραμμίζει την κοινή καταγωγή, κοινά έθιμα, κοινή αντίληψη ζωής. Το έθνος-κράτος έχει ανάγκη να φανταστεί το παρελθόν του για να συνεχίσει συντεταγμένα την πορεία του στο μέλλον.

Η κοινή αφήγηση δημιουργεί ή/και εντείνει το αίσθημα του συνανήκειν, το οποίο καθιστά εφικτή την ανάληψη αμοιβαίων δεσμεύσεων – τόσο μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, όσο και μεταξύ των πολιτών. Δίχως τον συναισθηματικό δεσμό μεταξύ αγνώστων πολιτών, που παρέχει η αίσθηση κοινής ταυτότητας, δεν μπορούν να αναληφθούν αμοιβαίες υποχρεώσεις. Το σύγχρονο προνοιακό κράτος δημιουργήθηκε ακριβώς στο μέτρο που αναπτύχθηκε το αίσθημα της αλληλεγγύης μεταξύ αγνώστων, πλην ομοεθνών πολιτών. Χωρίς αυτό το συναισθηματικό υπόστρωμα είναι αδιανόητη η αναδιανεμητική οικονομική πολιτική.

Για τους κυνικούς (ακριβέστερα, γι’ αυτούς που, όπως λέει ο Ρόρτι, αντιμετωπίζουν τον δημόσιο βίο ως «θεατές»), εφόσον η κοινή αφήγηση του έθνους συνιστά ιστορική κατασκευή, είναι αυθαίρετη, άρα κατεδαφιστέα. Για τους ενεργούς πολίτες, όμως, κάθε κατασκευή είναι μεν φαντασιακή (με την έννοια ότι δεν μπορεί να είναι αντικειμενική), αλλά, συγχρόνως, είναι μέρος της διαδικασίας του τι θέλουμε να ελπίζουμε – τι θέλουμε να γίνουμε. Συνδέουμε επινοητικά στο παρόν τις τελείες του παρελθόντος, με τρόπο που θεωρούμε πρόσφορο, προκειμένου να δημιουργήσουμε το μέλλον. Στις σημαντικότερες στιγμές εθνικής εξέγερσης (Επανάσταση του 1821, Εθνική Αντίσταση στη γερμανική κατοχή, απελευθερωτικός αγώνας κατά της αγγλοκρατίας στην Κύπρο) συναντούμε το ίδιο μοτίβο: οι αγωνιστές εντάσσουν τον αγώνα τους σε μιαν ακολουθία εθνικών αγώνων, ανά τους αιώνες, με σκοπό την ελευθερία και την αυτο-κυβέρνηση.

Ο πατριωτισμός είναι πρωτίστως αίσθημα. Μετατρέπεται σε ιδεολογία από τους εμπόρους του αισθήματος, οι οποίοι τον χρησιμοποιούν για να χτίσουν πολιτική σταδιοδρομία. Αγαπάς την πατρίδα σου τόσο φυσιολογικά όσο αγαπάς την οικογένειά σου. Ο συναισθηματικός δεσμός εκλογικεύεται όταν τα άτομα καλούνται να τον εκφράσουν – να μορφοποιήσουν το αίσθημα σε λόγο. Αντίστοιχα με ό,τι συμβαίνει σε μια οικογένεια ή σε έναν οργανισμό, η εκλογίκευση στα έθνη παίρνει τη μορφή της κατασκευής μιας κοινής αφήγησης.

Πολιτική-ηθική πυξίδα

Η κοινή αφήγηση για την πατρίδα λειτουργεί ως πολιτική-ηθική πυξίδα: προσανατολίζει τους πολίτες, καθιστώντας αυτονόητο το αίσθημα της αλληλεγγύης προς άγνωστους άλλους, με τους οποίους μοιραζόμαστε κοινή ιστορική καταγωγή.

Μαθαίνοντας την αλληλεγγύη σε τοπικό επίπεδο, μπορούμε αργότερα να την επεκτείνουμε, όπως παρατηρεί η φιλόσοφος Μάρθα Νουσμπάουμ επικαλούμενη τους Στωικούς, με τη μορφή ομόκεντρων κύκλων, και σε άλλους ανθρώπους οι οποίοι δεν αποτελούν μέλη του στενού εθνικού κύκλου μας.

Ο πατριωτισμός ως αίσθημα δεν αντιστρατεύεται τον κοσμοπολιτισμό. Αντιθέτως, αποτελεί προϋπόθεσή του. Μόνο όταν έχεις μυηθεί στις αξίες μιας συγκεκριμένης παράδοσης μπορεί να εκτιμήσεις καθολικές αξίες (π.χ. δικαιοσύνη, ελευθερία, ευ ζην κ.λπ.).

Εκτός από την υπερηφάνεια, ο πατριωτισμός καλλιεργεί κι ένα άλλο συναίσθημα, το οποίο, αν και αρνητικό, μπορεί να κινητοποιήσει τους πολίτες: την ντροπή για επιμέρους επιλογές στην κοινότητα. Ο πατριώτης ενοχλείται όταν η χώρα του εκλέγει έναν δημαγωγό ηγέτη, ντρέπεται με την ανάρμοστη συμπεριφορά δημοσίων προσώπων, αισθάνεται απέχθεια για τη διαφθορά, ερυθριά με τον διεθνή διασυρμό της χώρας του.

Μόνο όταν ταυτίζεσαι συναισθηματικά με την πατρίδα σου θα νιώσεις και υπερηφάνεια και ντροπή. Και μόνο τότε θα κινητοποιηθείς για τη δημιουργία μιας καλύτερης πατρίδας.

*Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick

Πηγή: kathimerini.gr