18 Απρίλιος, 2019

Ο λαϊκισμός ως παγκόσμιο φαινόμενο έχει εκτοξεύσει τεράστια ψεύδη για την Ε.Ε.

Νίκος Νυφούδης

Ομιλία του Νίκου Νυφούδη στην εκδήλωση του Ποταμιού με τίτλο «Με τους τολμηρούς ή με τους φοβικούς;»

Γεννήθηκα το 1980, ένα χρόνο δηλαδή πριν την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Κάπου στο μεταξύ δηλαδή.

Μεταξύ της Ελλάδας της εποχής πριν την ΕΕ και της Ελλάδας του σήμερα. Της Ευρωπαϊκής Ένωσης του Μιτεράν και του Κολ από τη μία, της Μέρκελ και του Μακρόν από την άλλη. Της Μ.Βρετανίας που το 1980 απασχολούσε την ΕΟΚ σχετικά με τη συνεισφορά της στον Κοινοτικό Προϋπολογισμό, και της Μεγάλης Βρετανίας του σήμερα… του BREXIT.

Ένιωσα από τα εφηβικά μου χρόνια πως μπορώ να γνωρίσω την Ευρώπη απόλυτα και να με καθορίσει. Δεν ανήκα στους φιλοβρετανούς παραδοσιακά. Μάλλον γοητευόμουν περισσότερο από την γαλλική κουλτούρα, αν και τελικά επέλεξα την Ισπανία να με καθορίσει.

Μέχρι τα 25 μου είχα ζήσει τη Γερμανία, είχα κάνει εθελοντική εργασία EVS σε μια από τις πιο φτωχές περιοχές της Ισπανίας, ταξίδεψα σχεδόν σε όλη την κεντρική και νότια Ευρώπη, με τις ευκαιρίες που μου έδωσε η Ε.Ε. Αρνούμουν πεισματικά να επισκεφτώ τη ΜΒ.

Λίγο πριν πάω για μεταπτυχιακό στο Λονδίνο, έζησα και την Ασία. Εκεί κατάλαβα απόλυτα τί σημαίνει να είσαι Ευρωπαίος πολίτης. Όπου βρεθώ τονίζω ότι για να αντιληφθούμε σε απόλυτο μέγεθος τί μας έχει προσφέρει η Ένωση πρέπει να ζήσουμε για λίγο έξω από αυτήν. Όπως συμβαίνει και σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, για να τις εκτιμήσουμε πρέπει να τις ζήσουμε και λίγο από έξω.

Και κάπου εκεί στα 25 μου, πήγα για μεταπτυχιακές σπουδές στο Λονδίνο και συναντήθηκα με τη Μεγάλη Βρετανία. Όχι ευχάριστα την πρώτη φορά. Δεν μου άρεσε η οδήγηση ανάποδα. Με μπέρδευε τις πρώτες μέρες. Μου προκαλούσε ακόμα και ναυτία. Της έδωσα χρόνο όμως. Σιγά σιγά τα πράγματα βελτιώνονταν. Θυμάμαι σαν χθες να με υποδέχεται αυτή η πόλη σαν σε ταινία του Γούντι Άλεν, όταν με τις κυλιόμενες σκάλες έφτανα στην Oxford street για να πάω στις φοιτητικές εστίες. Από τότε έχουν αλλάξει πολλά. Κυρίως έχω αλλάξει εγώ, που πλέον έχω 7 χρόνια ένσημα σ’αυτή τη χώρα. Αδιανόητο μέγεθος. Ακόμα και για μένα που το ζώ δυσκολεύομαι να το πιστέψω.

Και μετά ήρθαν οι μέρες του δημοψηφίσματος…οι μέρες Brexit. Παγωμάρα. Μια από τις χειρότερες μέρες της ζωής τόσο της δικής μου, όσο και όλων των Ελλήνων που γνώριζα και ζούσαν στην Βρετανία. Από την επόμενη μέρα του δημοψηφίσματος, υπήρχε νευρικότητα στο δρόμο. Οι ευρωφοβικοί για αρκετούς μήνες είχαν αποθρασυνθεί. Ένιωθες πως δεν ήμασταν πια ευπρόσδεκτοι. Το έπιανες στον αέρα.

Δεν έχει σημασία αν οι διαδικασίες και οι διαβουλεύσεις θα διαρκούσαν πολύ όπως λέγανε όλοι. Περισσότερη σημασία είχε πως με αυτή τους την επιλογή δείχνανε το δρόμο. ΔΕΝ ήμασταν ευπρόσδεκτοι για 1 στους 2 Βρετανούς. Αδιανόητο. Οι άνθρωποι που διδάσκανε γράμματα στα παιδιά τους, οι άνθρωποι που δουλεύανε ως εσωτερικές νταντάδες, οι μάγειρες που τους μαγείρευαν, οι άνθρωποι που τους χτίσανε τα σπίτια και πόσα άλλα.

Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Το δάχτυλο ήταν πατημένο στο refresh του κινητού καθώς οι περιοχές ενσωματώνονταν στον χάρτη.
Αναθαρρύναμε για λίγο όταν κατά τις 23.00 ο Κάμερον δήλωνε πως κερδίζουμε. Και μετά η τρέλα. Αποκοιμήθηκα με το κινητό στο χέρι λίγο αφού είχε ξημερώσει και ξύπνησα από τις φωνές του συγκατοίκου που επίσης είχε επενδύσει τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του στο Ηνωμένο βασίλειο, «πάνε τα λεφτά μας Νικόλα»! Το θυμάμαι ακόμα και τώρα, και πια γελάω. Η λίρα είχε πέσει στα τάρταρα. Και η αβεβαιότητα ξεκίνησε. Σιγά σιγά και οι πιο δραστήριοι Brexiters άρχισαν να απομακρύνονται. Φαραζ. Boris.

Και φτάνουμε στο σήμερα. Τα τελευταία δύο χρόνια δεν ήταν εύκολα. Η λίρα φλέρταρε αρκετές φορές να πέσει κάτω από το ευρώ. Όσο περνούσε ο καιρός, γίνονταν ολοένα και περισσότερο αντιληπτό πως 17 εκ. εκατομμύρια ανθρώπων από τα 66 περίπου εκ. που μένουν στην Μ.Β., αποφάσισαν κάτι που θα χαρακτηρίσει όχι μόνο τους ίδιους και τα παιδιά τους, αλλά θα τους φέρει αντιμέτωπους με το μέλλον.

Μπορεί, βλέπετε, το 52% περίπου να αποφάσισε το Brexit αλλά αυτό το ποσοστό αναφέρεται στους registered voters (εγγεγραμμένους ψηφοφόρους), όχι στον πληθυσμό της χώρας. Στη Βρετανία αυτό έχει μεγάλη διαφορά. Περίπου 20 εκ. ανθρώπων!

Αρχίσαμε να αναλύουμε τις επόμενες μέρες τα χαρακτηριστικά των περιοχών που ψήφισαν Leave και παρατηρήσαμε πως είναι περιοχές που είχαν δεύτερη γενιά μεταναστών αλλά και περιοχές με υψηλά ποσοστά νέων μεταναστών. Όπως και το ότι δεν υπήρχε ομοιογένεια στη συμπεριφορά των περιοχών. Από τη μια, στο Liverpool όπου η στήριξη της Ε.Ε. και ο ρόλος της στην ανάπτυξη του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της ήταν μεγάλη, οι πολίτες της με σχεδόν 60% ψήφισαν Bremain.

Από την άλλη, στην Κορνουάλη, που χρησιμοποιείται και κατά κόρων ως παράδειγμα, “αχαριστίας” και αποτυχίας ενσωμάτωσης στην Ε.Ε. παρά το γεγονός ότι η περιοχή αναγεννήθηκε με την στήριξη της Ένωσης, οι πολίτες ψήφισαν με ένα από τα υψηλότερα ποσοστά Brexit. Θεώρησαν ότι η ΕΕ αποφασίζει γι’αυτούς, χωρίς αυτούς. Το ίδιο και στην Ουαλία που αν και το 60% των εξαγωγών της πηγαίνουν στην Ε.Ε., οι πολίτες της ψήφισαν με 52,5% να φύγουν από αυτή. Κάτι σαν να πυροβολούν τα πόδια τους. Το αισιόδοξο σ’αυτή τη διαδικασία ήταν ότι άνθρωποι με τουλάχιστον ένα πτυχίο, ψήφισαν Bremain σε ποσοστό 68%. Και αυτό επιβεβαιώνει την αξία της μόρφωσης και φυσικά την αξία της ενημέρωσης!

Και πάμε στο σήμερα. Οι Βρετανοί αντιλαμβάνονται στην καθημερινότητα τις επιπλοκές της απόφασής τους. Το Η.Β. δεν είναι πια τόσο ελκυστικό, δεδομένης της ανασφάλειας που ένα επερχόμενο Brexit φέρνει, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις που απασχολούν εργατικό δυναμικό για τις καθημερινές δουλειές να έχουμε μεγάλο πρόβλημα. Γιατί ένας μάγειρας να έρθει στη Μεγάλη Βρετανία και να μην πάει στην Νότια Ισπανία; Γιατί ένας δάσκαλος να ξεκινήσει τη ζωή του στο Λονδίνο και όχι στο Μόναχο; Και πόσα ανάλογα παραδείγματα…

Σε αυτή την κατεύθυνση τα εισαγόμενα προϊόντα έχουν υποστεί μια ανατίμηση της τάξης του 15% δεδομένης της πτώσης της λίρας αλλά και της προστατευτικής πολιτικής πολλών εταιρειών που λειτουργούν προληπτικά αυξάνοντας τιμές. Η αξία των σπιτιών έχει υποτιμηθεί και φυσικά η αγορά των ακινήτων έχει παγώσει. Μεγάλα έργα δεν σχεδιάζονται από τα ξένα funds και επενδυτικά σχήματα. Γενικά υπάρχει μια σύγχυση.

Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον; Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα. Όμως, παρά την αβεβαιότητα, παρά την ανασφάλεια του μέλλοντος, το Brexit δεν μας τρομάζει. Ακόμα και εμάς που επενδύσαμε ένα μεγάλο μέρος των οικονομιών μας για να δημιουργήσουμε 2 καταστήματα στο Λονδίνο. Περίσσοτερο ίσως πεισμώσαμε, και πλέον σχεδιάζουμε και το επόμενο επιχειρηματικό μας βήμα, εξάγοντας περισσότερα ελληνικά προϊόντα στο Η.Β. Θεωρούμε ότι οι σχέσεις των 2 κρατών θα παραμείνουν σημαντικές όπως είναι σήμερα. Επιπλέον, 2 χρόνια μετά το δημοψήφισμα, η κατάσταση έχει αλλάξει. Οι ευρωσκεπτικιστές δεν έχουν την ίδια δυναμική στη ρητορική τους. Και προχωράμε, πιστεύοντας ότι το Brexit είτε θα ανατραπεί πριν καν γίνει πράξη, είτε θα ανατραπεί στην πράξη από την επόμενη γενιά που θα επιθυμεί να ξαναμπεί στην ευρωπαική οικογένεια.

Κλείνοντας όμως θα ήθελα να επισημάνω πως αν κάτι μας δίδαξε το Brexit είναι πως, εχει μπολιάσει τόσο βαθειά η ρητορική αντιπαράθεσης ευρωπαϊκών και βρετανικών συμφερόντων που ακόμα και σήμερα να γινόταν δημοψήφισμα το αποτέλεσμα θα ήταν άγνωστο.
Κι αυτό διότι ο λαϊκισμός ως παγκόσμιο φαινόμενο έχει εκτοξεύσει τεράστια ψεύδη για την Ένωση και τα οφέλη του να είσαι μέλος στην μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια.

Το μόνο όπλο μας απέναντι στο φαινόμενο του λαϊκισμού και σε ό,τι αυτό συνεπάγεται, είναι η μόρφωση, η παιδεία, η σωστή και πολύπλευρη πληροφόρηση, οι σωστές και μελετημένες επιλογές. Ας διδαχτούμε, λοιπόν, από τα λάθη των Βρετανών φίλων μας και ας επιλέξουμε σε αυτές τις Ευρωεκλογές ίσως το μόνο καθαρά ελληνικό φιλοευρωπαικό κόμμα. Ας επιλέξουμε όχι μεταξύ διάσημων προσώπων, ποδοσφαιριστών και celebrities της τηλεόρασης, αλλά μεταξύ χρήσιμων προσώπων που γνωρίζουν καλά τη βαρύτητα και τον αυξημένο ρόλο των Ευρωβουλευτών για την προώθηση των συμφερόντων της χώρας μας. Ας επιλέξουμε το Ποτάμι…

*Ο Νίκος Νυφούδης είναι στέλεχος στο Ποτάμι & υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με την παράταξη «ΠΟΛΗΧΡΩΜΗ Θεσσαλονίκη» του Σπύρου Βούγια.