12 Μάιος, 2016

Ο εμφύλιος πόλεμος της Δικαιοσύνης

Ποτάμι

Συνέντευξη του Βασίλη Μαρκή, στο περιοδικό έρευνας Greek Report

Επίτιμος αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος έχει διατελέσει και πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος
Με πορεία σαράντα ετών και έχοντας διανύσει όλα τα στάδια της ιεραρχίας, ο Βασίλης Μαρκής αποφασίζει να ανοίξει τις πολύτιμες «αποσκευές» του και να μοιραστεί με το Greek Report σκέψεις και απόψεις για κρίσιμα ζητήματα που συνδέονται με τον πυρήνα της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.

Σε μια χρονική περίοδο που τα ζητήματα της Δικαιοσύνης έχουν φτάσει μέχρι την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, ο πρώην ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός, με πλούσια συνδικαλιστική δράση, λέει με κατηγορηματικό τρόπο πως σε περίπτωση που κάποιος δικαστικός λειτουργός δεχθεί οποιαδήποτε παρέμβαση δεν πρέπει να διστάσει, όπως η εισαγγελέας Τσατάνη.

«Ζούμε σε μια δημοκρατική χώρα και κανένας δεν μπορεί να παρεμβαίνει εξωθεσμικά στη λειτουργία της Δικαιοσύνης χωρίς συνέπειες, είτε νομικές, είτε ηθικές, είτε πολιτικές», συμπληρώνει ο άλλοτε πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, ο οποίος ήταν υποψήφιος και στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας με το Ποτάμι.

Τον τελευταίο καιρό τα ζητήματα ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης βρίσκονται στο προσκήνιο, με αφορμή καταγγελίες περί παρεμβάσεως στο έργο συγκεκριμένης εισαγγελικής λειτουργού. Τελικά η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι έννοια μόνο θεωρητική;
Το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης είναι διαχρονικό. Ενώ θεσμικά οι Έλληνες δικαστικοί λειτουργοί, δικαστές και εισαγγελείς, είναι απόλυτα προστατευμένοι, ώστε να ασκούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τον νόμο και τη συνείδησή τους, ετερόκλητα, πολλές φορές, συμφέροντα επιδιώκουν τον επηρεασμό τους. Ισχυροί διάδικοι, ΜΜΕ, συντεχνίες, κόμματα, αλλά κυρίως οι εκπρόσωποι της εκτελεστικής εξουσίας, πρωταγωνιστούν σε αυτές τις προσπάθειες. Μπορώ να διαβεβαιώσω τους πολίτες, με βάση τη 40χρονη υπηρεσία μου, ότι είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις που οι προσπάθειες αυτές επιτυγχάνουν. Η μεγάλη, η τεράστια, θα έλεγα, πλειοψηφία των δικαστικών λειτουργών αντιστέκεται και δεν υποκύπτει στις πιέσεις. Άλλωστε αυτό προκύπτει ξεκάθαρα και από το τελευταίο περιστατικό που αναφέρετε στην ερώτησή σας. Η εισαγγελέας Εφετών δεν υπέκυψε στις πιέσεις και ενήργησε κατά συνείδηση, είχε δε την ευψυχία να προχωρήσει στην καταγγελία της κατά υπουργού, για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής Δικαιοσύνης. Αυτό είναι ένα θετικό μήνυμα. Πάντα όμως θα υπάρχουν εξαιρέσεις ελαχίστων, που γοητεύονται από τις σχέσεις με εκπροσώπους της εκτελεστικής εξουσίας, ελπίζοντας σε μελλοντική ή και άμεση συμμετοχή στην εξουσία αυτή. Τα παραδείγματα είναι πολλά και έχουν όνομα και επώνυμο.

Υπηρετήσατε για δεκαετίες τη Δικαιοσύνη. Με βάση την εμπειρία σας, τι πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει για να μην γινόμαστε μάρτυρες τέτοιων παρεμβάσεων;
Πρωτίστως οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί να μεταλλάξουν τη «θεσμική ανεξαρτησία» που τους παρέχει το Σύνταγμα και οι νόμοι σε «προσωπική ανεξαρτησία». Να αντισταθούν σε κάθε παρέμβαση.

Πρόσφατα ψηφίστηκε νόμος για τη νομιμοποίηση των παράνομων αποδεικτικών μέσων. Συμφωνείτε με τη νομοθετική αυτή αλλαγή ή όχι και γιατί;
Το ζήτημα μπορεί να το δει κανείς από δύο οπτικές. Αν κάποιος δέχεται ως αρχή ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», τότε η ρύθμιση φαίνεται λογική. Όμως, πιστεύω, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία των νομικών της χώρας, ότι η ρύθμιση προσκρούει στο Σύνταγμα και ασφαλώς θα υπάρξουν προβλήματα στην εφαρμογή της από τα δικαστήρια. Δεν είναι μόνο όμως ότι η ρύθμιση πάσχει συνταγματικά, αλλά και ότι παραβιάζει μία αρχή που προσωπικά θεώρησα ως βίωμα σε όλη την υπηρεσιακή μου πορεία, ότι δηλαδή σε ένα κράτος δικαίου, όπως είναι ακόμα το δικό μας, η δικαστική εξουσία δεν είναι επιτρεπτό να στηρίζει τη λειτουργία της σε παράνομες πράξεις.

Για την επιλογή της ηγεσίας στη Δικαιοσύνη διατυπώθηκαν πολλές αιχμές για την παραβίαση της επετηρίδας. Ποια η δική σας θέση;
Είναι κάτι που διαχρονικά επαναλαμβάνουν οι περισσότερες κυβερνήσεις, που επιδιώκουν σε κρίσιμες θέσεις να τοποθετούν ανθρώπους που πιστεύουν ότι θα εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις τους. Αυτό άλλωστε το έζησα κι εγώ στο πετσί μου, το 2009. Πρέπει όμως να παρατηρήσω ότι τις περισσότερες φορές οι πρόεδροι και οι εισαγγελείς που κατέλαβαν τις ηγετικές θέσεις σεβάστηκαν το αξίωμα και την ιστορία τους και λειτούργησαν άψογα. Υπάρχουν τα παραδείγματα των Σκούμπη, Πλαγιαννάκου, Ματθία, Κρουσταλλάκη, Δημόπουλου, Κάππου, Λινού, για να αναφερθώ στο απώτερο παρελθόν. Δυστυχώς, υπάρχουν και εξαιρέσεις, και φοβάμαι ότι μία τέτοια εξαίρεση ζούμε αυτή την εποχή. Η άποψή μου είναι ότι τα αρνητικά φαινόμενα της επιλογής της ηγεσίας από την κυβέρνηση θα περιορισθούν αν η προαγωγή μέχρι και το βαθμό του αντιπροέδρου των Ανωτάτων Δικαστηρίων γίνεται με υπηρεσιακό τρόπο (Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και ολομέλεια), όπως δηλαδή και στις υπόλοιπες βαθμίδες, ενώ για τις θέσεις των προέδρων και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η κυβέρνηση θα επιλέγει έναν από τους τρεις υποψήφιους που θα έχουν επιλέξει με μυστική ψηφοφορία οι ολομέλειες των Δικαστηρίων για τη θέση του προέδρου και η ολομέλεια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου για τη θέση του εισαγγελέα.

Πολύ μελάνι χύθηκε επίσης για την εκχώρηση πειθαρχικών αρμοδιοτήτων στην πρόεδρο του Αρείου Πάγου, από υποστηρικτές και πολέμιους της διάταξης. Τι λέτε εσείς γι’ αυτό;
Δεν συμφωνώ με τη διατύπωση. Εγώ, τουλάχιστον, δεν έχω υπόψη μου ότι υπάρχουν και υποστηρικτές της ρύθμισης, πλην βεβαίως των εμπνευστών της και εκείνων που τη θέσπισαν. Πρόκειται για απαράδεκτη ρύθμιση, που μόνο κακό θα προκαλέσει στη Δικαιοσύνη, και τα πρώτα δείγματα υπάρχουν. Η ρύθμιση αυτή ανατρέπει ένα καθεστώς που λειτούργησε με επιτυχία και χωρίς προβλήματα για περισσότερα από εκατό χρόνια. Για όσους ασχολούμαστε με τα ζητήματα της Δικαιοσύνης είναι γνωστοί οι λόγοι της θέσπισής της. Είναι το γεγονός ότι τα θεσμικά όργανα της επιθεώρησης και του πειθαρχικού ελέγχου των δικαστικών λειτουργών (προϊστάμενος της Επιθεώρησης αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και επιθεωρητής της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ) έκριναν ότι καταγγελίες της προέδρου του Αρείου Πάγου κατά δύο εισαγγελέων Εφετών για διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος ήταν αβάσιμες και αρχειοθέτησαν την υπόθεση. Έτσι, το υπουργείο Δικαιοσύνης αποφάσισε ότι πρέπει να αλλάξει το σύστημα και να αποκτήσει η ίδια η πρόεδρος το δικαίωμα να διώκει, αλλά και ενδεχομένως να δικάζει την ίδια υπόθεση.
Τα πρόσωπα της ηγεσίας της Δικαιοσύνης δίνουν τελικά και το στίγμα με τις πράξεις και τις ενέργειές τους;
Είναι ξεκάθαρο πως η απάντηση είναι καταφατική. Ας προσπαθήσει να συγκρίνει κανείς την κατάσταση στο χώρο της Δικαιοσύνης, όταν πρόεδρος του Αρείου Πάγου ήταν ο αείμνηστος Στέφανος Ματθίας, με αυτή που υπήρχε την περίοδο κάποιων διαδόχων του ή ακόμα και σήμερα και αμέσως μπορεί να εντοπίσει το πόσο θετικά ενεργεί στο σύνολο του δικαστικού σώματος μία εμπνευσμένη ηγεσία.