1 Ιουνίου, 2018

Ο αντιαμερικανισμός άλλοτε και τώρα

Σώτη Τριανταφύλλου

Οι άνθρωποι που εμφορούνται από αντιαμερικανικές έμμονες ιδέες εμφορούνται απλώς από αντικαπιταλιστικά οράματα

Αυτόν τον καιρό, καθώς γράφω ένα βιβλιαράκι για τον αντιαμερικανισμό στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία από τις αρχές των ευρωαμερικανικών ανταλλαγών μέχρι σήμερα, σκέφτομαι ότι, στο πέρασμα του χρόνου, οι αντιθέσεις μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών παραμένουν όμοιες και ζωντανές. Το μοναδικό αντικειμενικό στοιχείο που έχει αλλάξει και έχει αποκτήσει κεντρική θέση στον σύγχρονο αντιαμερικανισμό είναι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, η εμμονική τους επεμβατικότητα, αυτό που σήμερα ονομάζουμε καθεστώς υπερδύναμης. Όλες οι άλλες αντιθέσεις χρονολογούνται από τον εποικισμό του Νέου Κόσμου και συνιστούν μέρος της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας· τόσο της «συντηρητικής», γηραιάς Ευρώπης, όσο και της επαναστατικής, κοσμικής και σοσιαλιστικής. Ο αντιαμερικανισμός απαντά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε όλο το εύρος του πολιτικού φάσματος.

Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι συγγραφείς που επισκέφτηκαν τις ΗΠΑ τους τρεις τελευταίους αιώνες, επιστρέφοντας στην Ευρώπη γονάτισαν και φίλησαν το χώμα. Σχεδόν. Μερικοί είχαν αποτροπιαστεί από τη φιλαργυρία, τον πρωτογονισμό και την αφέλεια των Αμερικανών –το στερεότυπο του χαζο-Αμερικανού έχει ηλικία πάνω από τριακόσια χρόνια– ενώ όλοι διαπίστωσαν πως η «έλλειψη ιστορίας» δημιουργούσε μια ρηχή και αδιάφορη πραγματικότητα. Οι μαρτυρίες, αν και έχουν εθνικιστικό υπόστρωμα, διατυπώνουν αλήθειες για την αμερικανική ζωή· για όσα άρχισαν στραβά και για όσα πήγαν στραβά στη συνέχεια. Οπωσδήποτε, μερικοί Ευρωπαίοι επέδειξαν καλοήθη περιέργεια και κατανόηση για τον Νέο Κόσμο· για τις συνταγματικές, νομικές και ηθικές του ιδιαιτερότητες –το κλασικό παράδειγμα είναι ο Αλεξίς ντε Τοκβίλ– όμως, η γενική διάθεση ήταν και εν πολλοίς παραμένει αρνητική. Τα αμερικανικά χαρακτηριστικά που προσέβαλαν την αισθητική και τον τρόπο σκέψης των Ευρωπαίων έχουν διαχρονική αξία: πρώτον επειδή δίνουν περισσότερες πληροφορίες για εμάς τους ίδιους από ό,τι για τους Αμερικανούς και δεύτερον διότι πολλά από αυτά έχουν ενισχυθεί· μερικά θεμελιώδη χαρακτηριστικά, όπως λόγου χάρη η αμερικανική, ρεπουμπλικανική «ισότητα», έχουν εκλείψει. Έτσι κι αλλιώς, οι Ηνωμένες Πολιτείες απομακρύνονται από την Ευρώπη· από τον μοναδικό πολιτισμό που καταφέραμε να χτίσουμε: πού οδηγούνται, δεν ξέρω.

Σήμερα, ο αντιαμερικανισμός συμβαδίζει με τον αντιευρωπαϊσμό και τον αντιδυτισμό: αυτή είναι η πρωταρχική του διαφορά από τον αντιαμερικανισμό των προγόνων μας.

Τι ενοχλούσε λοιπόν τους Ευρωπαίους: κατ’ αρχάς, το κατοικημένο τοπίο· το γεγονός ότι απουσίαζε το ευρωπαϊκό παλίμψηστο –το ότι οι πόλεις έμοιαζαν να ξεφυτρώνουν ξαφνικά από τη γη· τους έλειπε το παρελθόν, η ιστορικότητα, η συμπυκνωμένη εμπειρία. Πράγματι, μερικές αμερικανικές πόλεις κατάφεραν, λόγω του οικονομικού και πολιτικού τους ρόλου, να αποκτήσουν «χαρακτήρα» (η Νέα Υόρκη, το Σαν Φρανσίσκο, η Βοστόνη, το Σικάγο), ενώ άλλες παρέμειναν σειρές από κτίσματα με απλά πολεοδομικά σχέδια. Ευλόγως, πολλοί Ευρωπαίοι συνέκριναν τις αμερικανικές πόλεις με τις ιταλικές· το αποτέλεσμα ήταν, φυσικά, οι πρώτες να φαντάζουν τιποτένιες. Η δεύτερη εντύπωση αφορούσε τους κοινωνικούς τρόπους των Αμερικανών· όχι μόνο των χαμηλών στρωμάτων αλλά και όσων θεωρούσαν τον εαυτό τους μέλος της τάξης των gentlemen: οι Αμερικανοί μασούσαν και έφτυναν καπνό (όχι σε πτυελοδοχεία· στο πάτωμα και στα χαλιά· στο δάπεδο του τρένου, ακόμα και μέσα στο Καπιτώλιο), έτρωγαν σαν να μην υπήρχε αύριο και αγνοούσαν την τέχνη της κουζίνας. Στα ευρωπαϊκά κείμενα, αυτή η αμερικανική συμπεριφορά φαίνεται να ταράζει τους ταξιδιώτες περισσότερο κι από τη δουλεία στον Νότο. Σήμερα, το μάσημα του καπνού έχει αντικαταστήσει η κατανάλωση γκαζόζας· αντί για καπνό, οι Αμερικανοί έχουν στο στόμα πλαστικά καλαμάκια με τα οποία καταπίνουν χρωματιστά υγρά αμφίβολης ποιότητας· όσο για το φαγητό, παρά τις διάφορες μόδες και εθνικές ποικιλίες, οι διατροφικές τους συνήθειες παραμένουν χονδροειδείς. Πουθενά στον κόσμο δεν γίνεται τέτοια κατανάλωση κέτσαπ, μουστάρδας και συντηρητικών. Και το πρόβλημα, το γενικευμένο πρόβλημα, είναι η συστηματική εξαγωγή αυτών των πάλαι ποτέ κατακριτέων συνηθειών στην Ευρώπη.

Ανέκαθεν, πολλοί Ευρωπαίοι έκαναν λόγο για τον «θεό-δολάριο» διαμορφώνοντας ένα στερεότυπο που επαληθεύεται καθημερινά. Τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα προβλήματα της αμερικανικής κοινωνίας –ρατσισμός, πολυπολιτισμικότητα, θρησκοληψία, αστυνομικό κράτος, μιλιταρισμός– συνδέονται με τα οικονομικά συμφέροντα του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος, καθώς και, εξυπακούεται, με την ασίγαστη επιθυμία για ισχύ, γόητρο και επιρροή την οποία τροφοδοτεί η εθνικιστική προπαγάνδα. Αν κάνουμε τον απολογισμό της αμερικανικής ιστορίας μέσα από τα ευρωπαϊκά μάτια θα διαπιστώσουμε ότι όσα προκαλούν φρίκη στους Ευρωπαίους δεν είναι άσχετα με τον τρόπο ίδρυσης της αμερικανικής δημοκρατίας και με την παραλλαγή του καπιταλισμού που επέλεξε, καλλιέργησε και στην οποία είναι προσκολλημένη. Παρά τις απόπειρες εξευρωπαϊσμού του αμερικανικού συστήματος, δεν διαφαίνεται καμία τάση υιοθέτησης σοσιαλδημοκρατικών πρακτικών που θα μπορούσαν να μειώσουν τον αποκλεισμένο πληθυσμό και τις ανισότητες βελτιώνοντας το επίπεδο ζωής. Εξάλλου, αν και οι πολιτιστικές ρίζες ΗΠΑ-Ευρώπης είναι κοινές, ο ρατσισμός έγινε δομικό στοιχείο της αμερικανικής κοινωνίας και η θρησκομανία δεν περιορίστηκε από τους κοσμικούς θεσμούς· αντιθέτως, επέζησε ως πολιτική θρησκεία (civil religion) που δημιουργεί όλο και περισσότερες δεισιδαιμονίες. Η δε πρόθεση της αφομοίωσης (του «χωνευτηριού») εγκαταλείφθηκε έναντι της πολυπολιτισμικότητας που ήταν ευκολότερη και προχειρότερη. Όλα τούτα ήταν φανερά ήδη από τον 18ο αιώνα για όποιον μπορούσε να τα διακρίνει: ακόμα και οι συντηρητικοί Ευρωπαίοι, οι μοναρχικοί, οι πολέμιοι του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, είχαν εν μέρει δίκιο όταν επέκριναν την τρελή ποικιλομορφία των αιρέσεων και την εξίσου αλλοπρόσαλλη εκβιομηχάνιση – αν και, φυσικά, για τους δικούς τους λόγους. Οι ΗΠΑ εξελίχθηκαν σε μια χώρα όπου ευδοκιμούν κάθε λογής θρησκευτικές τρέλες, όπου η βιομηχανία δεν σεβάστηκε το περιβάλλον –όχι μόνο στο αμερικανικό έδαφος αλλά σε ολόκληρο τον πλανήτη– κι όπου οι στρατιωτικές επεμβάσεις είναι πεταμένα λεφτά χωρίς κανένα παράπλευρο όφελος.

Σήμερα, ο αντιαμερικανισμός συμβαδίζει με τον αντιευρωπαϊσμό και τον αντιδυτισμό: αυτή είναι η πρωταρχική του διαφορά από τον αντιαμερικανισμό των προγόνων μας. Πρόκειται ωστόσο για εκείνη την ενστικτώδη μορφή αντιαμερικανισμού που οφείλεται στην άγνοια, στον φανατισμό, στον πολιτιστικό σχετικισμό και, όχι σπάνια, στον φθόνο. Οι άνθρωποι που εμφορούνται από αντιαμερικανικές έμμονες ιδέες, δεν ενδιαφέρονται ούτε για τους ευρωπαϊκούς πολιτιστικούς θησαυρούς, ούτε για τον εξευγενισμό του ανθρωπίνου πνεύματος –που υποτίθεται ότι δεν συμβαίνει στις ΗΠΑ– ούτε για τα υψηλά ιδεώδη τα οποία υποτίθεται ότι καταπατά ο αναίσχυντος αμερικανικός υλισμός. Εμφορούνται απλώς από αντικαπιταλιστικά οράματα· ταυτίζουν τις ΗΠΑ με την κυριαρχία του κεφαλαίου, την πλουτοκρατία και έναν νομικό πολιτισμό που τη στηρίζει. Αντίθετα όμως από αυτόν τον ακατέργαστο αντιαμερικανισμό, η κριτική στις ΗΠΑ έχει κάτι να μας προσφέρει ως αντίσταση στην υπερκατανάλωση, στον παρασιτισμό, στην ελλειμματικότητα του κράτους προνοίας, στον θρησκευτικό σκοταδισμό και στις ρατσιστικές επιβιώσεις της ενδοχώρας: μπορεί να μας βοηθήσει να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας και να ενισχύσει την ευρωπαϊκή μας ταυτότητα.

*H Σώτη Τριανταφύλλου είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου

Πηγή: AthensVoice

Σχετικά