3 Ιουλίου, 2015

ΝΑΙ στη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης

Παναγιώτης Καρκατσούλης

Τα πελατειακά δίκτυα απεχθάνονται τις μεταρρυθμίσεις. Αυτές που αλλάζουν την οργάνωση και λειτουργία του κράτους με σκοπό να αποκόψουν τον ομφάλιο λώρο του κόμματος από την διοίκηση.

Στον Μανώλη Β., τον σύντροφο της άλλης πλευράς
Οι δημόσιοι υπάλληλοι κατά την πενταετία 2009-2014 της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-ΝΔ καρατομήθηκαν. Υπέστησαν οριζόντιες μειώσεις στους μισθούς και τις συντάξεις τους, οι οποίες μαζί με την άγρια φορολόγηση, έφθασαν σε απώλεια του εισοδήματός τους σε ποσοστό 70%.
Επιπλέον, άφρονες πολιτικοί τους στόχευσαν ως αιτία όλων των δεινών και σε μια ακατάσχετη ψευδολογία τους απαξίωσαν ηθικά και κοινωνικά.

Όλα αυτά ήταν η εύκολη οδός για τη επιβίωση των πελατειακών δικτύων που τα κόμματα αυτά συντηρούν και επιβραβεύουν. Τα πελατειακά δίκτυα απεχθάνονται τις μεταρρυθμίσεις. Αυτές που αλλάζουν την οργάνωση και λειτουργία του κράτους με σκοπό να αποκόψουν τον ομφάλιο λώρο του κόμματος από την διοίκηση. Αρνούνται, διαρρήδην, τις μεταρρυθμίσεις που οδηγούν στην επιβράβευση της προσπάθειας και της φιλοτιμίας. Παρακωλύουν τις μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες προς τους πολίτες, απλουστεύοντας τις διαδικασίες και υποκαθιστώντας το μπαξίσι/ρουσφέτι με τις σύγχρονες τεχνολογίες. Αυτά, το εγχώριο πολιτικό κατεστημένο.

Οι δανειστές, από την άλλη, επέδειξαν άγνοια, αδιαφορία και οικονομίστικη λογική σε σχέση με τις άνω αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Παρά την αρχική τους ώθηση στο πρώτο Μνημόνιο, οι μεταρρυθμίσεις ως μέτρα των μνημονίων, μετά το Μεσοπρόθεσμο του 2012, περιθωριοποιήθηκαν και εξαφανίστηκαν. Κρίθηκαν ότι δεν συνεισφέρουν αποδοτικά στην κάλυψη των δημοσιονομικών κενών και, εν τέλει, μόνες «μεταρρυθμίσεις» κατέληξαν να είναι οι απολύσεις και οι κινητικότητες.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που προέκυψε από τις εκλογές του Ιανουαρίου δεν είχε κανένα απολύτως σχέδιο για την αναδιοργάνωση του δημοσίου και την προώθηση των μεταρρυθμίσεων. Βρισκόταν σε προηγούμενο στάδιο κατανόησης των δημοσίων οργανώσεων. Αυτό που τους επιτρέπει να αντιλαμβάνονται ως μεταρρυθμίσεις μόνο την αποκατάσταση των ατομικών δικαιωμάτων. Άντε και την υιοθέτηση ενός στυλλογικού τρόπου λήψης αποφάσεων παραγνωρίζοντας, ωστόσο, την ύπαρξη συντεχνιών που επί δεκαετίες ολόκληρες, χρησιμοποίησαν τη συλλογικότητα υπέρ της προώθησης των δικών τους συμφερόντων. Δεν εννοούν και δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν συλλογικότητες και συστήματα, οργανώσεις με δικές τους λογικές και προτάγματα οργάνωσης και λειτουργίας. Γι αυτό, και η πρώτη πράξη τους, συνεπής προς τα πιστεύω των δικαιωματιστών του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν η επαναπρόσληψη των αδίκως απολυθέντων από τη συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Αυτό. Τίποτα άλλο. Ψιχία άνευ σημασίας- αν και με έντονο συμβολισμό- τα υπόλοιπα.

Η δημόσια διοίκηση έχει επανέλθει στην «φυσιολογική» της κατάσταση: «Δεν κινείται τίποτα», όπως είναι η χαρακτηριστική έκφραση των δημοσίων υπαλλήλων- εκτός από το περίφημο «χαρτάκι». Μαζί με την ιδεοληψία, την άγνοια των κοινοτικών πρωτοβουλιών, των ευκαιριών και του τρόπου συνεργασίας με τον ιδωτικό τομέα, τον φόβο και την καχυποψία έναντι των «άλλων», οι κυβερνώντες βαδίζουν, μέρα τη μέρα, στα παλιά καλά μονοπάτια του κομματικού κράτους. Οι δομές, τα αντανακλαστικά, οι αυτοματισμοί που απαιτούνται για την εδραίωσή του είναι όλα αποθηκευμένα στο DNA της δημοσιουπαλληλίας. Κανένας δεν σχολιάζει ως κάτι ιδιαίτερο τους στρατούς των αργόσχολων συμβούλων που ξαναγεμίζουν, όπως τον παλιό καλό καιρό, τα υπουργικά γραφεία. Και οι σπιούνοι και το κλίμα τρομοκρατίας που εδραιώνουν, τώρα, είναι επίσης γνωστό απ’ τα παλιά. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι μαθημένοι σ΄αυτά. Επικρατεί απογοήτευση και κατήφεια. Οι δημόσιοι υπάλληλοι περίμεναν από την «πρώτη φορά αριστερά» κυβέρνηση κάτι που θα τους πήγαινε μπροστά. Θα τους ξεκόλαγε από την λάσπη της ευνοιοκρατίας και της αναξιοκρατίας. Δεν ήρθε. Δεν φαίνεται ότι θα 'ρθει.

Η δημόσια διοίκηση παρέμεινε μέσα στη μεγάλη εικόνα της διαπραγμάτευσης ως κάτι μεταξύ άλλων. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ούτε μια φορά δεν συνέδεσε άμεσα την έξοδο της χώρας από την κρίση με τις αλλαγές στο δημόσιο. Οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν προεξοφλήσει ότι μια νέα συμφωνία- ένα νέο μνημόνιο- θα έχει μόνο κακά γι’ αυτούς. Οι προτάσεις του κ. Τσίπρα των 8 δις δεν είχαν ούτε μια αναφορά στις μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, μέσα στο παραπλανητικό ερώτημα του δημοψηφίσματος χάνεται η αλήθεια. Κι έτσι, όποιος δημόσιος υπάλληλος ψηφίσει ΟΧΙ, πιστεύοντας ότι θα διεκδικήσει ένα καλύτερο πακέτο, ψηφίζει ταυτόχρονα ΟΧΙ στις μεταρρυθμίσεις.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν θα παραπλανηθούν. Το ΟΧΙ τους εξασφαλίζει ένα ακόμη χειρότερο μέλλον. Όσοι ζουν και συνεργάζονται με τους άλλους Ευρωπαίους, δεκαετίες τώρα, αντιλαμβάνονται ότι μόνο μέσα από τη συνεχή και επίπονη κοινή προσπάθεια μπορούν να οικοδομήσουν μια μεταρρυθμιστική πρόταση. Αυτή η πρόταση και η εφαρμογή της είναι η sine qua non συνθήκη για τη βελτίωση και της προσωπικής τους κατάστασης. Πως μπορούμε να φθάσουμε σ’ αυτήν; Μόνο μ’ ένα καθαρό ΝΑΙ. Το ΝΑΙ μπορεί να κρατήσει ανοιχτό το δίαυλο επικοινωνίας των Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων με τους Ευρωπαίους. Μέσα απ’ αυτόν θα μπορέσουμε να συζητήσουμε, να διαφωνήσουμε, να διαπραγματευτούμε για να μπει και η Ελλάδα στο κάδρο και στις διαδικασίες της ουσιαστικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Να συμμετέχουμε στην μοναδική διαδικασία που δεν θα επιτρέψει στις δυνάμεις του χθες να επικρατήσουν ξανά.
Το ΝΑΙ είναι ναι στην ευρωπαϊκή προοπτική της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Είναι μια ξεκάθαρη επιλογή για πρόοδο και αξιοκρατία. Για τα ιδανικά των δημοσίων υπαλλήλων υπέρ των οποίων μάχεται και κοπιάζει η συντριπτική πλειοψηφία τους.

* Ο Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι γραμματέας της κοινοβουλευτικής ομάδας και βουλευτής επικρατείας.

3 Ιουλίου 2015