8 Οκτωβρίου, 2014

Να στηρίξουμε τους τσιγγάνους, κ. Βούλτεψη

Guest Αρθρογράφος

Κάποια αποσπάσματα από άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στον τόμο Οι Ρομά στην Ελλάδα, Ελληνική Εταιρεία Εθνολογίας, Αθήνα 2002, θα φέρουν στη μνήμη της κ. Βούλτεψη εκείνα που οι μη Τσιγγάνοι αποφάσισαν να ξεχάσουν ενώ, οι Έλληνες Τσιγγάνοι επιμένουν να θυμούνται…

Η Ελλάδα κατά τον 14ο αιώνα αποτέλεσε έναν από τους σταθμούς των Τσιγγάνων στον δρόμο τους προς τη Δύση. Την επέλεξαν ως πατρίδα και έμειναν. Την επονόμασαν γη του πατρός, καθώς η μακριά πορεία από την Ινδία και οι κακουχίες έσβησαν από τη μνήμη τους τη γενέτειρα γη και απάτριδες αναζητούσαν έναν τόπο, όχι τόσο για να μείνουν και να ριζώσουν -αυτό φαινόταν δύσκολο, καθώς πλήθος «γκρίζων» δοξασιών για παράξενες συνήθειες τους ακολουθούσαν και οι «άλλοι» δεν ήθελαν να γειτνιάζουν μαζί τους. Αναζητούσαν έναν τόπο που θα αποτελούσε το κέντρο από το οποίο θα έφευγαν και στο οποίο θα γυρνούσαν συνεχώς, που θα αποτελούσε ένα νοητό έστω, αλλά σταθερό σημείο αναφοράς μέσα στον κόσμο. Αργότερα με την ανταλλαγή των πληθυσμών ήρθαν κι άλλοι από τη Μ. Ασία και, στη συνέχεια, όλο και κάποιοι Τσιγγάνοι από τα υπόλοιπα Βαλκάνια αποφάσιζαν να μετακινηθούν προς τα εδώ. Έκτοτε ζουν δίπλα μας, σε καταυλισμούς έξω από τις πόλεις και τα χωριά ή, τον τελευταίο καιρό, σε σπίτια μικρά ή μεγάλα μέσα στο χώρο του άστεως….

Η τσιγγάνικη κοινωνία, που εξακολουθεί να συγκροτείται με βάση την προφορική παράδοση, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνίας η οποία στις μέρες μας καλείται να απεμπολήσει όλα όσα γνωρίζει για να ενταχθεί στον γενναίο νέο κόσμο. Ίσως και να αποτελεί μια από τις τελευταίες αυθόρμητες, ακόμη και ασύνειδες, εστίες αντίστασης στην εκβιαστική νέα τάξη των πραγμάτων που απαιτεί από όλους ένα κοινό, διεθνικό πρόσωπο, έστω και εν είδει προσωπείου, προκειμένου να γίνουν μέτοχοι μιας ουτοπικής, προοδευτικής, ευημερούσας κοινωνίας…

Συγκρούσεις, όμως φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν και οι ενήλικοι Τσιγγάνοι: Από τη μια οι παραδόσεις τους είναι ζωντανές, ζουν σύμφωνα με αυτές, με το δικό τους κανονιστικό σύστημα και από την άλλη υπάρχει το αξιακό σύστημα των «άλλων» στο οποίο οφείλουν να υπακούσουν, εφόσον η ευρύτερη κοινωνία προτείνει άλλα μοντέλα ζωής και στιγματίζει τον «διαφορετικό». Η συμβολική βία που υφίστανται από την ευρύτερη κοινωνία για «να αλλάξουν ζωή», να γίνουν όπως οι «άλλοι» αν θέλουν να επιβιώσουν στον σύγχρονο κόσμο που προτείνει ένα συγκεκριμένο μοντέλο ύπαρξης των ατόμων, ένα μονοπολιτισμικό πρότυπο ζωής, είναι απροκάλυπτη: Η διαφορά συνιστά μειονεξία και συνεπάγεται αποκλεισμό…

Οι Τσιγγάνοι δεν έχουν άλλο δρόμο: ή θα γίνουν όπως είναι όλοι ή θα υφίστανται το στίγμα του περιθωριακού, του μειονεκτικού «άλλου». Το δίλημμα με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι τους ταλανίζει και συχνά επιδιώκουν να «μάθουν» και να ακολουθήσουν τους κανόνες των «άλλων» ή έτσι τουλάχιστον να δείχνουν…

Τσιγγάνοι και ελληνική παραδοσιακή κοινωνία

Με τη συμμετοχική παρατήρηση σε τσιγγάνικες ομάδες επιβεβαιώνεται η διαπίστωση του καθηγητή Μ. Γ. Μερακλή, όταν κάποτε συζητούσαμε για τους Τσιγγάνους: «Μα γιατί μιλάμε για ρατσισμό σε ό,τι αφορά τους Τσιγγάνους; Αυτοί είναι, παραδοσιακά θεωρούμενοι, πιο Έλληνες από τους Έλληνες». Και αυτό είναι αλήθεια. Τα δρώμενα, για παράδειγμα, του τσιγγάνικου γάμου, ως διαβατήρια έθιμα, για να περάσουν τα νεαρά άτομα από τη μια κοινωνική κατηγορία στην άλλη και τα οποία τελούνταν για να πάει καλά η καινούργια ζωή που άρχιζε για το ζευγάρι, είναι όμοια με εκείνα της ελληνικής αγροτικής κοινωνίας. Οι Τσιγγάνοι στον τόπο τον οποίο θεώρησαν πατρίδα και εντός των ορίων του μετακινούνταν, έμαθαν να ζουν όπως οι ντόπιοι, υιοθέτησαν στοιχεία του πολιτισμού τους, πίστεψαν στους αγίους τους…

Τα έθιμα του γάμου είναι έθιμα της ελληνικής παραδοσιακής κοινωνίας: Πρέπει να δεχθούμε ότι εδώ τα βρήκαν και από εδώ τα πήραν πριν από αιώνες. Η αλληλοβοήθεια, η συμμετοχή όλων -μικρών και μεγάλων- στον χορό και το τραγούδι, οι σχετικές με το ψωμί τελετουργίες ως συμβόλου γονιμότητας, η αμίλητη, «αρματωμένη» νύφη, το κόκκινο χρώμα, τα δώρα, τα νυφοδιαλέγματα, η εξαγορά της νύφης, οι συμφωνίες των συμπέθερων, η επίδειξη του ματωμένου σεντονιού είναι στοιχεία ελληνικού παραδοσιακού γάμου. Δεν πρόκειται, λοιπόν, καν για διαφορετική πολιτισμική ταυτότητα: Η διαφορά τους έγκειται στο ότι εκείνοι διατηρούν σχεδόν ανέπαφα τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής κοινωνίας, τα οποία οι αγροτικοί πληθυσμοί απώλεσαν ερχόμενοι στην πόλη. Μια διαφορά που έγκειται στην αργοπορημένη αστικοποίηση των Τσιγγάνων, τα αίτια της οποίας μπορεί κανείς να εντοπίσει στην τάση διατήρησης στενών οικογενειακών δεσμών, στη σημασία που αποδίδουν στη φάρα ορίζοντας τον εαυτό τους ως μέλος της περισσότερο παρά ως προσωπικότητα. Το στίγμα του Τσιγγάνου, που για αιώνες έφεραν και φέρουν, τους έκανε να αναζητούν τον «δικό» για να μείνουν κοντά του, αναζητώντας την ασφάλεια που η ευρύτερη κοινωνία τούς αρνιόταν. Δεν σκόρπισαν, δεν χάθηκαν στις μεγάλες πόλεις. Ζούσαν μαζί, όπως έκαναν πάντα, και, μεταξύ τους πια διαιώνιζαν συμπεριφορές πατροπαράδοτες, κληρονομημένες από πατέρες που έζησαν στην ελληνική ύπαιθρο και υιοθέτησαν στοιχεία του ελληνικού αγροτικού πολιτισμού. Εδώ ίσως κάποιος θα πρόβαλλε την ένσταση ότι Τσιγγάνοι που ζουν σε άλλες χώρες έχουν παρόμοιες συνήθειες με τους Έλληνες Τσιγγάνους. Και αυτό είναι αλήθεια, όπως αλήθεια είναι και το γεγονός ότι ομοιότητες παρουσιάζουν όλοι οι λαοί του κόσμου…

Η διαφορά ανάμεσα σε Τσιγγάνους και μη Τσιγγάνους έγκειται στο γεγονός ότι οι πρώτοι αρνήθηκαν ή δεν μπόρεσαν να γίνουν άνθρωποι της πόλης, να μετέχουν των εξελίξεων που συντελούνται στις πόλεις, να εξελιχθούν. Η αργοπορημένη αστικοποίηση είχε τις επιπτώσεις της στη ζωή τους που εξακολουθεί να είναι δύσκολη και στερημένη από στοιχειώδεις ανέσεις. Αυτή η καθυστέρηση τους τοποθέτησε στη θέση του διαφορετικού, ως η διαφορετικότητα αυτή να ήταν ένα εγγενές και αναλλοίωτο χαρακτηριστικό. Σήμερα καλούνται να μοιάσουν με τον οποιονδήποτε αστό, σε οποιοδήποτε σημείο της γης, να γίνουν άνθρωποι της πόλης, μοντέρνοι, με δέλεαρ την αποδοχή και αντάλλαγμα την απεμπόληση της παράδοσής τους…

Οι Τσιγγάνοι σήμερα καλούνται να επιταχύνουν την κίνησή τους, να καλύψουν την «καθυστέρησή» τους και να εκσυγχρονιστούν. Να ξεχάσουν ό,τι ήξεραν, να αφήσουν παράμερα τους δεσμούς με τη διευρυμένη οικογένεια, τη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, τη γιορτή και να ζήσουν στο άστυ ως αστοί. Οι ίδιοι, δικαίως πια, απαιτούν ένα βήμα για να αρθρώσουν λόγο. Ο λόγος, όμως, αυτός κυριαρχείται από ορθολογισμούς και στοιχεία δάνεια από τη ευρύτερη κοινωνία που εξουσιάζει, ενώ υποβόσκει πάντα ζωντανός ο παραδοσιακός τους πολιτισμός. Ας μην ξεχνάμε ότι οι φορείς της παράδοσης, τα ηλικιωμένα άτομα παίζουν πάντα ενεργό ρόλο στις οικογενειακές υποθέσεις και επιμένουν στον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής, σε ένα βίο όμοιο με εκείνο των πατέρων, στερεωμένο πάνω σε μια παράδοση προαιώνια για την οποία κανείς δεν μιλά...

Με όλα τα παραπάνω θέλω να πω ότι αν πραγματικά η πολιτεία θέλει να βοηθήσει τους Τσιγγάνους, το πρώτο που οφείλει να κάνει είναι να τους βοηθήσει να ζήσουν ανθρώπινα. Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των περισσότερων, ο φόβος και η ανασφάλεια δεν τους αφήνουν να προβάλλουν τα ειλικρινή «θέλω» τους. Προέχει, λοιπόν, να στηριχθούν οικονομικά και επαγγελματικά, να απολαμβάνουν τα αγαθά της ανεπτυγμένης τεχνολογίας και να τύχουν θετικής διακρίσεως προκειμένου να μπορέσουν να φοιτήσουν στο σχολείο. Και όλα αυτά θα πρέπει να γίνουν χωρίς να απαιτούμε γι’ αντάλλαγμα έμμεσα, αλλά οπωσδήποτε εκβιαστικά, να ζήσουν όπως ζούμε όλοι. Πρωτίστως οφείλουμε να αντιληφθούμε το δικαίωμά τους στην όποια διαφορά εκείνοι επιμένουν και στη διατήρηση των πολιτισμικών τους παραδόσεων -ασφαλώς όχι εν είδει φολκλόρ παραστάσεων- και προοδευτικά οι ίδιοι, χωρίς τον φόβο της απόρριψης, αφού αποτιμήσουν κριτικά τα προσφερόμενα πρότυπα της ευρύτερης κοινωνίας, να επιλέξουν ποια από αυτά θέλουν να υιοθετήσουν και ποια να αφήσουν. Οι αλλαγές θα γίνουν, αν θα γίνουν, με βάση τη δική τους βούληση και μόνο. (Και ίσως να ξέρουν καλύτερα από εμάς ότι ο μονόδρομος της εξέλιξης δεν συνεπάγεται και την ευτυχία). Διαφορετικά το αποτέλεσμα θα είναι θλιβερό. Η ζωή τους θα γίνει μια καρικατούρα της ζωής των «άλλων», μια παράσταση, στην οποία θα λαμβάνουν μέρος προσπαθώντας να υποδυθούν ένα ρόλο και να πείσουν τον εαυτό τους ότι πρόκειται για την αληθινή ζωή.

* Η Άννα Λυδάκη είναι μέλος της Πανελλήνιας Επιτροπής

protagon.gr

Σχετικά