20 Αύγουστος, 2019

Μοβ ντόνατς, ή ΗΠΑ: 50 χρόνια πίσω, ίσως 60

Σώτη Τριανταφύλλου

Άρχισα να υπολογίζω πόσες δεκαετίες έχουν μείνει πίσω οι Ηνωμένες Πολιτείες από χθες το πρωί όταν πήγα να αγοράσω ντόνατς. Στο μαγαζάκι υπήρχε μια ταμπελίτσα που έγραφε: ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ! ΜΟΒ ΝΤΟΝΑΤΣ, 1.99 ΔΟΛΑΡΙΑ. Να τι βρίσκεται πίσω από αυτές οι λέξεις: πρώτον, το ότι δεν έχω επιλογή και αγοράζω junk food· δεύτερον, το ότι για να πάω στο μαγαζάκι πρέπει να πάρω το αυτοκίνητο (δεν υπάρχει φούρνος της γειτονιάς, διότι στο Μέμφις του Τεννεσσή δεν υπάρχουν ούτε αρτοποιεία, ούτε γειτονιές)· τρίτον, το ότι η καινούργια ποικιλία ντόνατ θεωρείται «καινοτομία»· τέταρτον, το ότι κανείς μας δεν θέλει να ξέρει από ποιες χρωστικές προέρχεται το εξωτικό χρώμα (στους Έλληνες θυμίζει κηδεία)· και τέλος, αντί η τιμή να εμφανίζεται έντιμα ως 2 δολάρια, μου δίνει ρέστα ένα σεντ. Το οποίο πηγαίνει κατευθείαν στο νεκροταφείο των σεντς. Προσθέτω ότι οδηγώ σαν κότα προκειμένου να αποφύγω δυσάρεστη συνάντηση με τοπικό αστυνομικό ο οποίος θα με βάλει φυλακή αφού πρώτα με βρίσει.

Πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ένα ταξίδι στο μέλλον. Αργότερα, έγινε ένα ταξίδι σ’ ένα εναλλακτικό αλλά χειροπιαστό παρόν. Σήμερα, είναι ένα ταξίδι στο παρελθόν. Αν και στις μεγαλουπόλεις της Ανατολικής Ακτής και της Δυτικής Ακτής υπάρχουν νησίδες κοινωνικού δυναμισμού, η τεράστια ενδοχώρα ανάμεσα στους ωκεανούς είναι ένα χωριό· μια οπισθοδρομική κοινωνία που ενθουσιάζεται με μοβ ντόνατς, σταυροκοπιέται, πιστεύει στους καλικάντζαρους και βρίσκει τον Ντόναλντ Τραμπ άνδρα με balls. Στη δεκαετία του ’50, όλος ο κόσμος ήταν στενοκέφαλος: πατρίς, θρησκεία, οικογένεια και τα τοιαύτα. Πολλές αλλαγές συνέβησαν από τότε· μόλις η Ευρώπη συνήλθε από τις ζημιές του πολέμου επιτάχυνε τον ρυθμό της: όχι μόνο οικονομικά, αλλά ως κοινωνική δομή και ως ήθος. Ο αμερικανικός πυρήνας, η αμερικανική επαρχία, δηλαδή η πλειοψηφία των Αμερικανών, παρά τα κινήματα των δεκαετιών 1960 και 1970, παρέμεινε στην επικράτεια των μύθων, της θρησκοληψίας και των δεισιδαιμονιών. Μπαίνω στον πειρασμό να αποδώσω την οπισθοδρομικότητα στη θρησκεία, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, χωρίς την ευφορία που ενδεχομένως προκαλεί η οπιοφαγία. Αλλά βεβαίως συντρέχουν κι άλλες αιτίες. Οι Σοβιετικοί ήταν εξίσου επαρχιώτες, εθνικιστές και στενόμυαλοι έχοντας αντικαταστήσει τη θρησκεία με την ιδεολογία και τον πατριωτισμό.

Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να δει τι συμβαίνει στις ΗΠΑ και τι δεν συμβαίνει ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει. Από τη μια πλευρά, έχει διαμορφωθεί μια ελίτ από σνομπαρίες (χωρίς ίχνος του βρετανικού αυτοσαρκασμού), από liberals της υψηλής κοινωνίας με ειδίκευση στην πολιτική ορθότητα και στις σπουδές φύλου· από την άλλη πλευρά, η πλέμπα ζει στα μεσοχώρια, μακριά από τους νόμους του κράτους, προσκολλημένη σ' ένα παρελθόν μύθων και σκοταδιστικών νοοτροπιών. Η πολιτική πόλωση επιδεινώνει την κοινωνική πόλωση. Οι κοινωνικοί δείκτες πλησιάζουν εκείνους του μη αναπτυγμένου κόσμου τον οποίον οι ΗΠΑ δείχνουν τόση περιφρόνηση.

Μέχρι το 1971, υπήρχε επισήμως φυλετικός διαχωρισμός, στις περισσότερες πολιτείες οι μεικτοί γάμοι ήταν παράνομοι και οι λευκοί ήταν πεπεισμένοι για την ανωτερότητά τους. Σήμερα, μολονότι το απαρτχάιντ καταργήθηκε, η κουλτούρα του γκέτο είναι ισχυρότερη από ποτέ και μάλιστα θεωρείται trendy: συμμορίες, νταήδες με χρυσά δόντια, ράπερς με χρυσές αλυσίδες (και χρυσά δόντια), ανήλικες μάνες που ταΐζουν τα μωρά τους Πέπσι-Κόλα με το μπιμπερό. Χώρια ο αναλφαβητισμός, χώρια το λαθρεμπόριο όπλων και ναρκωτικών, χώρια το βίαιο έγκλημα έναντι του οποίου η πολιτική της μηδενικής ανοχής πέτυχε μόνο εκεί όπου συνέβαλαν μια σειρά άλλοι παράγοντες: παιδεία, εργασία, κοινωνικά δίκτυα προστασίας. Δεν πέτυχε πουθενά χωρίς τη συνύπαρξη αυτών των άλλων παραγόντων. Σε μερικές οπισθοδρομικές πολιτείες, η εγκληματικότητα άλλαξε φυσιογνωμία· για παράδειγμα, στη Δυτική Βιρτζίνια, τη φτωχότερη περιοχή στις ΗΠΑ, αυξήθηκε η αγοραπωλησία οπιοειδών και μειώθηκαν οι ανθρωποκτονίες. Μεγάλος αριθμός δυτικο-Βιργινέζων, κυρίως φτωχών λευκών που κάποτε δούλευαν στα ορυχεία, καταναλώνουν οπιοειδή ως αναλγητικά επειδή δεν έχουν χρήματα να υποβληθούν σε ακριβές θεραπείες ή χειρουργικές επεμβάσεις. Με τέτοια κατάσταση στις κοινότητες των φτωχών, ο ρατσισμός και ο «ταξισμός» (classeism) δεν μπορεί να εξαλειφθεί· ανατροφοδοτείται: οι φτωχοί φαίνονται σαν να φταίνε ― και, εν μέρει, φταίνε διότι τους  λείπει η καπατσοσύνη και η επιμέλεια στο να αρπάζουν ευκαιρίες. Και διότι συχνά δεν ξέρουν πώς να διαχειρίζονται χρήματα.

Οι ευκαιρίες είναι περισσότερο από ποτέ μια μορφή λατρείας. Η χώρα «των ευκαιριών» έχει γίνει, όπως την παρακολουθώ αυτά τα πενήντα και βάλε χρόνια, η χώρα του πώς θ' αρπάξεις την ευκαιρία από τον διπλανό σου και θα βγάλεις όλο και περισσότερα λεφτά. Δεν μιλάμε πια για το αμερικανικό όνειρο: ένα ωραίο σπίτι στα προάστια και μια Κάντιλακ στην αυλή· μιλάμε για άσεμνη συσσώρευση πλούτου, για ψυχαναγκασμό συλλογής περιουσιακών στοιχείων.

Ενώ οι Ευρωπαίοι, οι Καναδοί, οι Αυστραλοί έχτιζαν σοσιαδημοκρατικές κοινωνίες με δίκτυα ασφαλείας, οι ΗΠΑ ασχολούνταν με τις θρησκευτικές αιρέσεις, με την ψευδοεπιστήμη και προπάντων με τη κερδοσκοπία. Η αμερικανική ευημερία, η οποία έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της, στηρίζεται σ’ αυτές τις «ευκαιρίες» πλουτισμού (στο real estate ή στο χρηματιστήριο ας πούμε) χωρίς να πολυσκέφτεσαι, μόνο και μόνο επειδή είναι ευνοϊκή η συγκυρία. Take the money and run. Η σκέψη και η ενέργεια των πολιτών διοχετεύονται στην κερδοσκοπία, όχι στη βελτίωση της ζωής από άλλες όψεις: υγεία, παιδεία, συστήματα συνταξιοδότησης, συνταγματικές αναθεωρήσεις, προστασία περιβάλλοντος, ισότητα ανδρών-γυναικών (στη Γερουσία και στο Κογκρέσο μόνο το 20% είναι γυναίκες: ποσοστό μικρότερο από εκείνο του Πακιστάν), δικαιώματα, συμμετοχή στα κοινά. Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει σημασία: σημασία έχουν μόνο τα λεφτά, τα assets. Και το πώς θα είναι περισσότερα από του γείτονα.

Τα ΜΜΕ, κυρίως τα δεξιά, και οι περισσότερες αμερικανικές διοικήσεις ικανοποιούν τα πλήθη με εθνικές νίκες που δεν σχετίζονται με τη βελτίωση της ζωής τους όπως την αντιλαμβανόμαστε στην Ευρώπη: όχι δηλαδή με μοβ ντόνατς ή με την καινούργια σάλτσα Σετσουάν που έκανε θραύση πέρυσι: ουρές, συνωστισμός, καβγάδες ποιος θα την πρωτοδοκιμάσει… Καλλιεργώντας χαιρεκακία για τα δήθεν παθήματα της Ευρώπης, για τον ευρωπαϊκό Λεβιάθαν που ορίζει την ευρωπαϊκή ζωή, τα δεξιά ΜΜΕ αποπροσανατολίζουν τους Αμερικανούς από το τοξικό μείγμα παραλογισμού και αμορφωσιάς, από τα εξίσου τοξικά απόβλητα της λευκής υπεροχής, του ανεξέλεγκτου καπιταλισμού και του τοπικισμού τύπου φυλής (tribe). Και ενθαρρύνουν νοοτροπίες αντι-κυβέρνησης και αντι-κράτους που σημαίνουν αναρχία, ολιγαρχία, φοροδιαφυγή, εκμετάλλευση μακριά από τα μάτια του νόμου.

Σκέφτομαι συχνά πως αν επιζήσουν οι ΗΠΑ θα είναι επειδή το θέλουν οι μεγάλες επιχειρήσεις. Αλλά το ήθος των μεγάλων επιχειρήσεων ωθεί προς μια κοινωνική δομή αφεντικών και υπηρετών, μια κατάσταση που όπως έγραφα πριν από λίγο καιρό είναι ολοφάνερη στη Νέα Υόρκη και που δεν μπορεί να πάει μακριά. Η ύπαρξη που εστιάζει στο τετριμμένο, η αδιαφορία για το μέλλον (για τη ρύπανση, για το κλίμα), η ταξικά χρωματισμένη κούρσα του Keeping up with the Jones   κινητοποιεί την καπιταλιστική μηχανή ενώ ταυτοχρόνως μπλοκάρει την πρόοδο, τον εκσυγχρονισμό. Ο εκσυγχρονισμός αποτυγχάνει: στον γενικό πληθυσμό, οι ΗΠΑ δεν προηγούνται ούτε στην τεχνολογία, αν και, μιας και δεν ξέρουν τίποτα για τον υπόλοιπο κόσμο, πιστεύουν ότι προηγούνται σε όλα: σύμπτωμα της αρρώστιας της αμερικανικής κοινωνίας είναι οι τρομερές της βεβαιότητες, το ότι θεωρεί ότι υπάρχουν όσα πρέπει να υπάρχουν, ότι «speaks into existence» αξίες που δεν εφαρμόζονται στην πράξη ή εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο ώστε καταλήγουν στο αντίθετό τους. Η σημερινή εκδοχή της αξιοκρατίας για την οποία οι Αμερικανοί υπερηφανεύονται ενισχύει τόσο το ατομικό συμφέρον, την κοινωνική ανωτερότητα και τον ανταγωνισμό ώστε τους εμποδίζει να συμφιλιωθούν. Αν ήμουν Αμερικανίδα θα ντρεπόμουν αυτή την εποχή. Οι ΗΠΑ μού φαίνονται σαν τον ηλίθιο της Ιστορίας.

Πηγή: Athens Voice

*H Σώτη Τριανταφύλλου είναι μέλος της Επιτροπής Διαλόγου