20 Μάρτιος, 2015

Μόλις θα πάρουμε την Τριπολιτσά…

Πλησιάζει η επέτειος του ’21. Ο Τσίπρας θα διαβάσει τον πανηγυρικό, ο Καμμένος θα χορέψει τσάμικο με τη Δούρου, η νεολαία θα παρελάσει, και η τρίχα του Έλληνος, διεθνώς γνωστή για τον πλούτο της, θα σηκωθεί κάγκελο. Είναι όμως η ιστορία μας πρόσφορο έδαφος για τέτοια άγνοια και χαζοχαρούμενη διάθεση;

Σεπτέμβριος 1821. Οι οπλαρχηγοί Γιατράκος, Αναγνωσταράς, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και Θόδωρος Κολοκοτρώνης, έχουν περικυκλώσει με αρματωμένους Έλληνες 32.000 Τούρκους και Εβραίους στην πρωτεύουσα του Μοριά, την Τρίπολη. Ανάμεσά στους πολιορκητές και μερικοί φιλέλληνες, που παραπονιούνται για την παντελή έλλειψη πολεμικής ηθικής, τάξης και καθαριότητας. Η απάντηση της διοίκησης ήταν πάντοτε η ίδια: «Μόλις θα πάρουμε την Τριπολιτσά, όλα θα διορθωθούν».
Οι μέρες περνούσαν. Οι Μανιάτες είχαν στήσει κάτω από τα τείχη της πόλης μαύρη αγορά για τους πολιορκημένους. Πουλούσαν σύκα, ψωμί και λεμόνια. Όταν τιμωρήθηκαν κάποιοι λίγοι, η πείνα άρχισε να θερίζει για τα καλά τους Τούρκους. Για κάμποσα βράδια έφευγαν μουλάρια από την πόλη φορτωμένα με πλούτη και κατέληγαν στις σκηνές των οπλαρχηγών που εγγυήθηκαν τη ζωή των καλοπληρωτών.

Οι στρατιώτες εξοργίστηκαν με αυτή την πληροφορία. Ανέβηκαν λοιπόν στα τείχη, πήραν ένα κανόνι και κάλυψαν τους άτακτους πια συντρόφους τους που εφορμούσαν από μια είσοδο της πόλης. Επακολούθησε μια από τις πλέον άγριες σφαγές της ιστορίας. «Το άλογο μου από τα τείχη ως τα σαράγια δεν επάτησε γη». Έτσι θυμόταν ο γέρος του Μοριά τους δρόμους της Τρίπολης. Γεμάτους πτώματα.

Την ιστορία της Τριπολιτσάς τη ζούμε ξανά και ξανά. Είναι η συλλογική μας μνήμη. Την ζήσαμε κι αυτό το χειμώνα. Μαζεύονται έξω από τα τείχη της πολιτείας οι ραγιάδες, με οπλαρχηγούς τους άνεργους και τους άεργους της πολιτικής, και ξεκινούν την πολιορκία του κράτους. Κι όταν τους ρωτήσεις τι θα κάνετε μόλις διώξετε τον εχθρό από την πόλη, την ίδια απάντηση σου δίνουν: «Μόλις θα πάρουμε την Τριπολιτσά, όλα θα διορθωθούν».

Η «Τριπολιτσά» πέφτει, τίποτα όμως δε διορθώνεται. Αποδεικνύεται γρήγορα, πως το μόνο σχέδιο που υπήρξε ήταν για το πάρσιμο και όχι για την ευημερία της ίδιας της πόλης. Αυτή, θα μείνει πάντοτε μια άτακτη, βρόμικη, άδικη για τους φτωχούς, γεμάτη καταπατήσεις, μεσογειακή τουρκόπολις.

Γρήγορα, όλοι θα καταλάβουν ότι μας κορόιδεψαν οι αρχηγοί, αλλά κανείς πια δε θα ενδιαφέρεται για το ψέμα ή για το αβέβαιο μέλλον της πατρίδας. Στο πνεύμα αυτό έρχονται οι ωραίες, οι επετειακές ομιλίες, η τόνωση του «πατριωτικού» μας αισθήματος. Η γελοία ταύτιση του ιερού αγώνα του ’21 με τις προσπάθειες της γενναίας κυβερνήσεως έναντι της μιαρής αντιπολιτεύσεως.

Οι νέοι κυβερνήτες θα μιλήσουν για την «επανάκτηση της αξιοπρέπειας». Από παλιά. Εδώ και 195 χρόνια. Για την αδικία που υφίσταται η Ελλάδα από τους δυτικούς δυνάστες. Από πιο παλιά. Εδώ και 8-9 αιώνες. Ας μην ξεγελαστεί κανείς όμως. Δεν πρόκειται για την εθνική μας αξιοπρέπεια που θίχτηκε, τάχα μου, από τους Αλουτέρους και τους παπικούς. Πρόκειται για τον εθνικό μας «τσαμπουκά».

Είναι του Τσίπρα η φωνή που μας δονεί. Είναι το κούρεμα του χρέους, το «δεν πληρώνω», το «θα γίνουμε Κούγκι». Ο τσαμπουκάς είναι η φυσική κατάσταση του Έλληνα. Άντε να το εξηγήσεις τώρα αυτό. Ίσως γιατί η δικαιοσύνη αποδίδεται στα μέρη μας σε αδρές γραμμές, σχολαστικά ετεροβαρής, και καθυστερημένη. Πώς λοιπόν να βρεις το δίκιο σου μέσα από τέτοιες αργόσυρτες διαδικασίες; Το παίρνεις μόνος σου, εδώ και τώρα.

Ο τσαμπουκάς, συνορεύει με την αυτοδικία, και είναι αντίβαρο της δικαιοσύνης. Πάνω από όλα όμως είναι μια ψυχολογική κατάσταση στην οποία μπαίνει η μάζα, ελπίζοντας σε κάτι ανομολόγητο αλλά εφικτό. Είναι ένας προθάλαμος για την βασική επιδίωξη της ψυχής ενός αυθεντικού ραγιά. Για το επερχόμενο, το απαραίτητο, το καθιερωμένο, το ζωογόνο πλιάτσικο.

Θα διορίσουμε και θα διοριστούμε. Θα κόψουμε αργομισθίες στους φίλους μας, στα ανίψια, στα παιδιά και τα αδέρφια. Θα γεμίσουμε την κρατική μηχανή με πολιορκητές. Θα φάμε από όπου μπορούμε και μας παίρνει, θα βγάλουμε τα «λεφτά μας» έξω, και όσο για την πατρίδα… έχει ο Θεός. Κάπου θα βρει δανεικά, κάπου θα βρει φιλέλληνες σωτήρες, κάπως θα επιβιώσει.

* Ο Παναγιώτης Πασπαλιάρης είναι εθελοντής του Ποταμιού