2 Ιούλιος, 2017

Μηδέν στα πέντε

Ποτάμι

Ένα νομοσχέδιο καλείται να καλύψει κενά, να βελτιώσει αστοχίες, να ανοίξει δρόμους στην κοινωνία και στις νέες επιδιώξεις της. Αυτή είναι άλλωστε η χρησιμότητα της νομοθετικής διαδικασίας. Διαφορετικά οι κοινωνίες προτιμούν την ασφάλεια της θεσμικής συνέχειας. Ένα νομοσχέδιο δεν καλείται να επαναδιατυπώσει γενικόλογα τις αρχές του Συντάγματος. Βεβαίως καλείται να ευθυγραμμιστεί με αυτές, αλλά δεν μπορεί να περιοριστεί σε κενές διατυπώσεις. Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για την Ανώτατη Εκπαίδευση όμως δυστυχώς είναι ένα τέτοιο νομοσχέδιο. Διατυμπανίζει μεγαλόστομα την αξία των ακαδημαϊκών ελευθεριών και την ανάγκη αποκατάστασης της δημοκρατίας, ωσάν αυτές να υποφέρουν στο σύγχρονο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Η ελευθερία έκφρασης και η ισότητα στα ελληνικά Πανεπιστήμια έχουν κερδηθεί πολλές δεκαετίες πριν, χάρη στον αγώνα ανθρώπων πολλοί από τους οποίους βρίσκονται σήμερα σε θέσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Τώρα όμως, και ευτυχώς για αυτό, είναι ώρα να προχωρήσουμε παρακάτω. Να μιλήσουμε για αξιοκρατία, διαφάνεια, χειραφέτηση, αποτελεσματικότητα. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να διαχωρίζουμε απλώς τις «κακές» από τις «καλές» λέξεις. Είναι μάλλον ανόητο να αρκούμαστε στην αφαίρεση λέξεων όπως «αγορά εργασίας», «απαιτήσεις της επιστήμης», «ευρωπαϊκός χώρος εκπαίδευσης» και στην αντίστοιχη προσθήκη λέξεων όπως «κοινωνική ισότητα». Και όμως αυτό κάνει το προκείμενο νομοσχέδιο. Ηθικολογεί χωρίς να προσφέρει στην εξυπηρέτηση καμίας από τις πέντε ανάγκες της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα: την αξιοκρατία, τη διαφάνεια, τη χειραφέτηση, την αποτελεσματικότητα και τη διεθνοποίηση.

Δεν υπηρετεί την αξιοκρατία όταν απενεργοποιεί την Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, έργο της οποίας ήταν η αξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών και των διδασκόντων. Δεν υπηρετεί τη διαφάνεια όταν δημιουργεί «παράθυρα εξαρτήσεων» με νέους συμβασιούχους διδάσκοντες που απαιτείται να προσλαμβάνονται για τη διδασκαλία του 50% των μαθημάτων μεταπτυχιακού επιπέδου και με φοιτητές των μεταπτυχιακών προγραμμάτων που απαιτείται να επιλέγονται για την παροχή βοήθειας επί ακαδημαϊκών θεμάτων έναντι εξαίρεσης από την καταβολή των «τελών εγγραφής» στα προγράμματα, δηλαδή των διδάκτρων. Δεν υπηρετεί τη χειραφέτηση από το κράτος και τον κομματισμό όταν επαναφέρει τις φοιτητικές παρατάξεις στη διοίκηση των ιδρυμάτων, όταν μεταφέρει τα αποθεματικά των Ε.Λ.Κ.Ε. –τα οποία προέρχονται από μη κρατικά χρηματοδοτούμενη ερευνητική εργασία των μελών ΔΕΠ των ιδρυμάτων και από τη διδασκαλία μεταπτυχιακών προγραμμάτων– στην Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) με απόφαση της ΤτΕ και του Ο.Δ.ΔΗ.Χ., όταν συγκεντρώνει τις αρμοδιότητες λειτουργίας των μεταπτυχιακών προγραμμάτων από τα αυτοδιοίκητα ιδρύματα προς το Υπουργείο. Δεν υπηρετεί την αποτελεσματικότητα των ιδρυμάτων ως θεσμών όταν καταργεί τα Συμβούλια Διοίκησης που έπαιζαν τον ρόλο του φορέα χάραξης στρατηγικής στην κατεύθυνση της αξιοποίησης της άυλης και υλικής περιουσίας των ιδρυμάτων, καθώς και της διασύνδεσής τους με την παραγωγή, όταν περιπλέκει τη διαδικασία λήψης απόφασης για αιτήματα παρέμβασης της αστυνομίας εντός των χώρων των ιδρυμάτων σε περιπτώσεις διάπραξης ποινικών πράξεων. Τέλος, δεν υπηρετεί τη διεθνοποίηση όταν εμποδίζει στην ουσία τη λειτουργία ξενόγλωσσων προγραμμάτων που θα προσέλκυαν αλλοδαπούς φοιτητές και θα πολλαπλασίαζαν τα έσοδα των ιδρυμάτων.

Η νομοθετική πρόταση του Υπουργείου Παιδείας δεν καλύπτει, δε βελτιώνει, δεν ανοίγει δρόμους. Επιδεινώνει μια αφόρητη κατάσταση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, την οποία δεν είχαν καταφέρει να βελτιώσουν ούτε προηγούμενες προσπάθειες που κινήθηκαν προς τη σωστή κατεύθυνση, όπως ο Ν.3577 του 2007 με την υπογραφή της Μαριέττας Γιαννάκου και η πιο ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση του Ν.4009 του 2011 με την υπογραφή της Άννας Διαμαντοπούλου. Αρνούμενο να αναδείξει καλές πρακτικές, όπως είναι για παράδειγμα η λειτουργία των ξενόγλωσσων προγραμμάτων του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδας στην Θεσσαλονίκη ή η πετυχημένη ερευνητική δραστηριότητα μονάδων και ομάδων ακαδημαϊκών, καυχιέται για την επιδίωξη της ακαδημαϊκής ελευθερίας και του εκδημοκρατισμού την ίδια ώρα που και τα δύο καταλύονται από την ενδοπανεπιστημιακή βία σε βάρος όσων διαφωνούν με τις ακραίες μειοψηφίες. Τελικά, είναι ένα νομοσχέδιο που υπηρετεί απλώς τη συνήθεια ή την προσωπική ανάγκη δημοσιοποίησης των σκέψεων ενός εκάστου Υπουργού, αλλά και την επικοινωνιακή στόχευση μιας εκάστης κυβέρνησης που επιλέγει να φωτίσει ζητήματα χαμηλής πολιτικής σε στιγμές που αντιμετωπίζει δυσκολίες σε ζητήματα υψηλής πολιτικής.

Το νομοσχέδιο αυτό θα αποτύχει, κατά πρώτον, στον μεγάλο στόχο: στην αλλαγή πλεύσης της εκπαιδευτικής διαδικασίας προς την κατεύθυνση της καλλιέργειας ήθους, κριτικής αντίληψης και σεβασμού στη γνώση. Όμως το νομοσχέδιο θα αποτύχει, κατά δεύτερον, και στον μικρό, πλην όμως πρακτικά σημαντικό, στόχο: τη διασφάλιση της οικονομικής ισορροπίας των ιδρυμάτων. Με τις εισροές από τον κρατικό προϋπολογισμό να έχουν πρακτικά μηδενιστεί τα τελευταία χρόνια, τα ελληνικά Πανεπιστήμια καλούνται να αυτοσυντηρηθούν αξιοποιώντας τα αποθέματα που δημιουργούν η χρηματοδοτούμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από κοινωφελή ιδρύματα έρευνα και η διδασκαλία μεταπτυχιακών προγραμμάτων, δηλαδή ο κόπος του ιδίου του προσωπικού των ιδρυμάτων. Πρόκειται ακριβώς για τις πηγές άντλησης πόρων τις οποίες εμμέσως περιορίζει το υπό συζήτηση νομοσχέδιο στερώντας πρακτικά τη δυνατότητα λειτουργίας των ιδρυμάτων εν καιρώ μιας παρατεταμένης λιτότητας στην οποία τα ίδια επιχείρησαν να ανταποκριθούν με τις δικές τους δυνάμεις. Και άδικό και οικονομικά ασύμφορο.

Τελικά, το νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας είναι η συνταγή της αποτυχίας σε όλα. Στα μεγάλα και στα μικρά. Στην ουσία της πανεπιστημιακής παιδείας, στην ουσία των στόχων μιας δίκαιης και ευημερούσας κοινωνίας, όπως για παράδειγμα στην προώθηση της αξιοκρατίας, της διαφάνειας, της χειραφέτησης και της αποτελεσματικότητας και, τέλος, στην ουσία της οικονομικής λειτουργίας των ιδρυμάτων. Όλα με τη μία.

* Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι Διευθυντής του Ινστιτούτου «Π Τετράγωνο – Πρόοδος στην Πράξη»
* Ο Γιάννης Μαστρογεωργίου είναι Διευθυντής του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη

Πηγή: Το Βήμα